Ο Στέλιος ονειρεύεται έναν τόπο στον οποίο δεν κατοικεί και μια ζωή την οποία δε ζει, έχοντας ως υπαρξιακή άγκυρα τη Μαρία, τον πιστό σκύλο του. Μόνη παρέα και παρηγοριά σε μια μοναχική ζωή κάπου στο κρύο του βουνού. Την ιδέα ενός ήρωα που έχει σαν όνειρο να φύγει σε ένα ονειρεμένου Κάπου Μακριά τη συναντάμε συχνά στο σινεμά και συνήθως εκφράζει μια υπαρξιακή αγωνία απόδρασης από μια ακινητοποιημένη ζωή.
Αυτή η δραματική σύγκρουση βρίσκεται στην καρδιά του φιλμ του Ντάνιελ Μπόλντα και εκφράζεται με έναν εικαστικά υποβλητικό τρόπο. Στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, ο Μπόλντα επιδεικνύει εξαιρετικό αισθητικό έλεγχο, καθώς η πανέμορφη ασπρόμαυρη φωτογραφία του Έβαν Μαραγκουδάκη και η διεισδυτική μουσική του Γιάννη Βεσλεμέ χτίζουν ένα σύμπαν απόκοσμου ονείρου, αλλά και ελκυστικά οικείου την ίδια στιγμή. Μια κοντρολαρισμένα συγκεχυμένη κατάσταση όπου η απειλή, η ελπίδα κι η μελαγχολία συνυπάρχουν στις ίδιες εικόνες, στα ίδια σκηνικά παραμυθένιου φολκ τρόμου.
Το πρόβλημα για την ταινία είναι πως ποτέ δεν μοιάζει αρκετά μεστή και πυκνή σε ένα δεύτερο επίπεδο – μετά, δηλαδή, το χτίσιμο του κόσμου, την σκιαγράφηση της επιθυμίας, την κατάθεση της ερμηνευτικής στιβαρότητας του Αντώνη Τσιοτσιόπουλο στον κεντρικό ρόλο. Τι ακολουθεί μετά; Η ώθηση δεν έρχεται ποτέ, παρά ακολουθούμε μια επαναλαμβανόμενη περιπλάνηση, σε ένα φιλμ που μοιάζει με ένα περίεργο τρόπο να έχει ταυτόχρονα και πολλές ιδέες, αλλά και λιγοστές. Είναι λίγο σαν μεσαίου μήκους που επεκτάθηκε δίχως να έχει αρκετό ζουμί – χωρίς πάντως αυτό να μειώνει το πόσο αξίζει ως συναισθηματική και αισθητική εμπειρία.
Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr
