ΠΙΚΡΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ - Βασίλης Μάλτας

Ευαίσθητη, υπομονετική ματιά στα ανθρώπινα σκοτάδια

Η μεσήλικη Αγγλίδα Πάνσι, κάθε φορά επιστρέφει στον κόσμο ξυπνώντας τρομαγμένη. Καθαρίζει διαρκώς και μανιακά την ευρύχωρη μονοκατοικία της στο ήρεμο, φωτεινό μεσοαστικό προάστιο του Λονδίνου. Αγγίζει λουλούδια και φυτά μόνο με γάντια, φοβάται τα έντομα, τρομοκρατείται με τα περιστέρια στον κήπο της σφαλίζοντας τη τζαμόπορτα. Με τους ανθρώπους οργίζεται ακαριαία, κατακεραυνώνει τους πάντες πολυβολώντας με σαρκαστικό στόμφο τις προσβολές από ένα πλούσιο λεκτικό οπλοστάσιο, πάντα έτοιμη για καυγά, πάντα θριαμβευτικά βέβαιη ότι έχει αποκαλύψει την πανταχού κρυμμένη υποκρισία- ερεθίζεται ιδιαίτερα από την ευγένεια που την ερμηνεύει δεδομένα ως ωραιοποιημένη, τυποποιημένη συμπεριφορά- χωρίς να επιτρέπει αντίλογο στην παραληρηματική επιχειρηματολογία της. Η Πάνσι ευνουχίζει τυφλά την οικογένειά της: υπηρετεί και, ταυτόχρονα, κάνει μπούλινγκ τόσο στον στωικό, σχεδόν άβουλο σύζυγό της, τον Κέρτλεϊ, που την παρατηρεί με βουβή λύπη και ο οποίος εργάζεται πολύ και σκληρά, όσο και στον 22χρονο χαμηλόφωνο, παχύσαρκο, καταθλιπτικό, άνεργο γιο της, τον Μόουζες, που δεν της μιλάει ποτέ, προτιμά να απομονώνεται στο δωμάτιό του φορώντας ακουστικά και σπάνια βγαίνει έξω (επηρεασμένος κι από τον φόβο της για τη ρατσιστική συμπεριφορά των αστυνομικών προς τους μαύρους- και τα τρία μέλη της οικογένειας είναι μαύροι). Διαστρέφει τη βεβαιότητά της ότι δεν είναι άξια να αγαπηθεί, πιστεύοντας ότι κανένας δεν αξίζει τη δική της αγάπη. Όταν αφοπλιστεί από ένα αναπάντεχο δώρο, θα ψελλίσει το “ευχαριστώ” με τρεμάμενα χείλη και κομμένη ανάσα. Κι όταν αναμοχλευθεί ο απωθημένος φόβος της, θα κλάψει πιστεύοντας ότι την μισούν όλοι: χωρίς τη βεβαιότητα για το μίσος των άλλων, δεν αντέχεται η ζωή χωρίς αγάπη για τους άλλους.

Η Πάνσι βρίσκεται στο όριο της κατάρρευσης. Θα μπορούσαμε να αποδεχτούμε, να συμπονέσουμε έναν ανυπόφορο, εξουθενωτικό, τυραννικό και, ταυτόχρονα, τυραννισμένο άνθρωπο σαν την Πάνσι που κάθε παραλήρημά της θαρρείς ότι δεν θα τελειώσει ποτέ, που στα αδιαπέραστα μάτια της τρεμοπαίζει η αντανάκλαση μιας αβύσσου θλίψης και πόνου; Πόσο αντέχουμε να σταθούμε στο πλευρό ενός τέτοιου ανθρώπου ελπίζοντας ότι θα συνειδητοποιήσει ότι ο πόνος χαρτογραφεί τον δρόμο της επαφής με τον αληθινό εαυτό, ότι θ’ αποκατασταθεί η ικανότητά του να συνυπάρχει; Όχι ως ηθικό χρέος ούτε υποδυόμενοι έναν σωτήρα με κρυφή πεποίθηση ανωτερότητας παρά γιατί η κραυγή του που εκφράζει την ανάγκη να αγαπηθεί ή τον τρόμο ότι πέρασε πια ο καιρός του να αγαπηθεί, μπορεί να αντηχεί σε δικά μας βιώματα, φόβους, διαφυγές κι εξιδανικεύσεις- σε κοινά συμπτώματα στις κοινωνίες μας που νοσούν. Δεν απαιτούμε κι εμείς, αν όχι αποδοχή, τουλάχιστον την ανοχή όταν η συμπεριφορά μας ενοχλεί, πληγώνει; Πόσο, άραγε, η απομάκρυνσή μας από ανθρώπους στο χείλος του γκρεμού, αφορά φυσική ανάγκη αυτοπροστασίας και πόσο θα μπορούσε να είναι περιχαράκωση, απόσειση της ευθύνης να προσπαθήσουμε να τους κατανοήσουμε, πιστοί της θεωρίας περί εκδίωξης των “τοξικών ανθρώπων”, βέβαιοι για την τοξικότητά τους εξαιτίας της συμπεριφοράς τους και μόνο;

Η Πάνσι θέλει να βρίσκεται στο επίκεντρο- και η ταινία την τοποθετεί στο επίκεντρό της μεγεθύνοντας, διογκώνοντας τη συμπεριφορά της, προτρέποντάς μας να δούμε δικές μας πλευρές σ’ αυτόν τον παραμορφωμένο καθρέφτη. Παράλληλα, ο Λι συλλαμβάνει ορισμένες λεπτές συμπεριφορικές αποχρώσεις κι ορισμένα κρυμμένα συναισθήματα που αναδύονται φευγαλέα (όλο και λιγότερο, όμως, όσο προχωράει η ταινία…) που έχουν περάσει από τις εσωτερικές συμπληγάδες πέτρες της απώθησης και της αυτολογοκρισίας. Και, χωρίς να αποσαφηνίζονται οι λόγοι της δυστυχίας της Πάνσι, αναφέρεται υπαινικτικά πού βρίσκονται οι ρίζες τους: στην αστική μοναξιά κι αποξένωση από τους άλλους και τον εαυτό, στην προτεραιότητα της ασφάλειας στις διαπροσωπικές σχέσεις και της ικανοποίησης υλικών αναγκών (όσο όμορφη, γαλήνια είναι η εικόνα αυτών των μονοκατοικιών, τόσο βασανιστικά είναι τα δράματα που στεγάζουν), στη διαγενεακή μεταβίβαση ανεπίλυτων οικογενειακών τραυμάτων κι αποσιωποιημένων πικρών αληθειών, στα παιδικά τραύματα που αν και χαραγμένα ανεξίτηλα, γίνονται πιο ασφυκτικά μεγαλώνοντας αν εξακολουθούμε να κουβαλάμε απαράλλαχτο το βάρος τους, στο δίκαιο του ισχυρού, την ισχύ του χρήματος, τον δομικό ρατσισμό και την εσωτερίκευσή τους (όλες/-οι οι πρωταγωνίστριες/-στές είναι μαύροι, μια λευκή ιδιοκτήτρια γνωστής επιχείρησης απαξιώνει την τεκμηριωμένη εργασία μιας νεαρής μαύρης- η δυτική ταυτότητα και η έλλειψη επίγνωσής της πλήττουν τη γυναικεία ψυχοσύνθεση και την ταυτότητα καταπιεσμένων ομάδων ανθρώπων)- και, πλέον, στα ψυχικά απόνερα των πρόσφατων lockdowns στην περίοδο του κορονοϊού.

Ο Μάικ Λι αποφεύγει να αναπαράγει έτοιμες ερμηνείες παρά επιδιώκει να εντείνει την προσοχή μας ώστε να κατανοήσουμε. Όμως, οι χαρακτήρες πλην αυτών της Πάνσι κι, ως έναν βαθμό, της Σαντέλ (τής πρόσχαρης, καταδεκτικής, δυναμικής μικρότερης αδελφής της) είναι υποφωτισμένοι, ορισμένες πράξεις τους δεν κατανοούνται καθώς οι σχετικές εσωτερικές διεργασίες δεν έχουν υπονοηθεί, η ελλειπτική δραματουργία δεν περιλαμβάνει νύξεις για τα κίνητρά τους, για το πού τελειώνει ο αληθινός εαυτός κι αντικαθίσταται από έναν εικονικό, πώς αναδύεται η συγχώρεση και η αποδοχή (ο Μόουζες αγοράζει λουλούδια για τη γιορτή της μητέρας) ή ο θυμός (ο Κέρτλεϊ πετάει λουλούδια που περιποιήθηκε η Πάνσι υπερβαίνοντας τη φοβία της), αν η χαρά και η ευδιαθεσία τους είναι πηγαίες ή πρόκειται για μια ψυχαναγκαστική συμπεριφορά που αποκλείει κάθε φόβο, θλίψη και πόνο (η μια κόρη της Σαντέλ λέει ψέματα στην αγαπημένη της αδελφή ότι όλα πήγαν καλά στη δουλειά). Η ελλειπτικότητα της ταινίας δεν συμπυκνώνει, δεν υπογραμμίζει (με εξαίρεση στις λίγες αλλά καίριες πληροφορίες που παρέχονται για το οικογενειακό ιστορικό της Πάνσι και της Σαντέλ όπου αποστάζεται η ουσία της διαμόρφωσης των χαρακτήρων τους). Και, όσο κι αν κατανοούμε ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις, ωστόσο το φινάλε είναι ελεγχόμενα ασαφές, χωρίς νύξη για τις εσωτερικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην Πάνσι- ή αν έχουν συντελεστεί.

Η ταινία αναπτύσσεται με βινιέτες στο πρώτο μέρος ενώ στο δεύτερο, με μεγαλύτερες σε διάρκεια σεκάνς, εστιάζοντας πλέον στα βλέμματα ώστε να μεταδοθούν οι εσωτερικές καταστάσεις παρά στις λέξεις που συχνά χρησιμοποιούνται για να κατασκευαστεί μια θολή ή ψευδής αναπαράστασή τους- και τα βλέμματα των ηθοποιών του Λι είναι εκφραστικότατα- ενώ η ψηφιακή φωτογραφία αντανακλά το φυσικό φως στους ανθρώπους με τρόπο που θαρρείς θέλει να μας τους κάνει οικείους. Η ευαίσθητη ματιά του Λι θέλει να δει μέσα στα σκοτάδια της ανθρώπινης ύπαρξης, η σκηνοθεσία του είναι λεπτοκεντημένη και οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές, με προεξάρχουσα τη σαρωτική, συνταρακτική ερμηνεία της Ζαν-Μπατίστ ως Πάνσι. Είναι χάρη σ’ αυτές τις αρετές που η ταινία αφήνει το αποτύπωμά της στη μνήμη.

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr
 

 

 

 

 

 

 

 

Smart Search Module