Ενας νέος άντρας του περιθωρίου (Μπιλ Σκάρσγκαρντ) θα χάσει τον κόσμο κάτω από τα πόδια του όταν βρεθεί στην πολύ δυσάρεστη θέση του αιχμαλώτου μέσα στο αυτοκίνητο που αποφάσισε να κλέψει. Το όχημα ανήκει σε έναν ευγενέστατο κύριο τον οποίο παρότι δεν βλέπουμε παρά μετά το μέσον της ταινίας, από την φωνή και μόνο καταλαβαίνουμε ότι είναι ο Αντονι Χόπκινς. Ένα πολύ βιτσιόζικο «παιχνίδι» γάτας – ποντικού θα αρχίσει, με τον Χόπκινς να κάνει ότι περνά από το χέρι του για να βασανίσει τον Σκάρσγκαρντ. Καθαρόαιμος vigilante, πολύ πιο σοφιστικέ όμως από εκείνον του Τσαρλς Μπρόνσον στον «Εκδικητή της νύχτας» (1974).
Παρά τις υπερβολές της (εντάξει, σινεμά είναι) η ταινία σε κρατάει και ευτυχώς δεν κρατάει πολύ – μόλις μιάμιση ώρα που μάλιστα δεν καταλαβαίνεις πως περνά. Το σεναριακό εύρημα ότι ο ήρωας του Σκάρσγκαρντ καθυστερεί να γίνει συμπαθής στα μάτια του θεατή γιατί η συμπεριφορά του είναι όντως προκλητική μέχρι την στιγμή που θα «σπάσει», είναι έξυπνο. Πάει γυρεύοντας όπως και να το κάνουμε. Ωστόσο, συμπάσχουμε μαζί του αλλά μόνον όταν ο ήρωας του Χόπκινς ξεπερνά τα όρια, γιατί βέβαια είναι παράφρων που έχοντας πάρει το νόμο στα χέρια του δείχνει αποφασισμένος να καθαρίσει την κοινωνία από τα ανθρώπινα «σκουπίδια» που την απειλούν.
Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr
