Ένας πράκτορας των Βρετανικών Μυστικών Υπηρεσιών καλείται να ερευνήσει πέντε συναδέλφους του ως υπόπτους για τη διαρροή ενός εξαιρετικά επικίνδυνου προγράμματος
με την ονομασία Σέβερους, ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται και η γυναίκα του. Κατασκοπικό δράμα και δεύτερη φετινή ταινία του παραγωγικού Σόντερμπεργκ, μετά από το απογοητευτικό θρίλερ τρόμου «Presence» που είδαμε τον προηγούμενο μήνα. Παρότι γραμμένες από τον ίδιο σεναριογράφο, τον βετεράνο Ντέιβιντ Κεπ («Jurassic Park», «Carlito’s Way», «Mission: Impossible»), αυτή εδώ είναι η καλύτερη από τις δύο φετινές ταινίες του σκηνοθέτη.
Ο Σόντερμπεργκ είναι μάστορας στη δημιουργία ατμόσφαιρας και στη διαμόρφωση της ιδιορρυθμίας των χαρακτήρων, το καστ είναι απολαυστικά διαρκώς καχύποπτο και το σενάριο του Κεπ έχει όλα τα απαραίτητα συστατικά. Ωστόσο, η ταινία αντιμετωπίζει δύο ζητήματα. Το ένα είναι μια κρίση ταυτότητας, καθώς μοιάζει να ταλαντεύεται ανάμεσα στο κατασκοπικό θρίλερ και το whodunnit, παραμένοντας μετέωρο μεταξύ των δύο. Δεύτερον, τα προτερήματά του υπονομεύονται από τη μικρή διάρκεια της ταινίας, που αναγκάζει την πλοκή να επιλύεται βιαστικά, χωρίς να έχει προλάβει να δημιουργήσει την κρισιμότητα που αναλογεί στο διακύβευμά της και προσδίδοντάς της μια μηχανιστική χροιά όπως σημαδεύεται πολύ τακτοποιημένα από τις δύο συγκεντρώσεις όλων των εμπλεκομένων στο σπίτι του ζευγαριού στην αρχή και το τέλος της πλοκής, σαν να είναι περισσότερο φροντισμένη η δομή παρά το περιεχόμενό της.
Ενδιαφέρουσες είναι πάντως κι οι αναφορές στο είδος της κατασκοπίας με τις οποίες είναι διανθισμένη η ταινία: ο διάχυτος κυνισμός και τα αλληλομαχαιρώματα (κυριολεκτικά και μεταφορικά) παραπέμπουν στον Τζον λε Καρέ, ο ίδιος ο σκηνοθέτης έχει επιβεβαιώσει ότι τα παχιά γυαλιά του Τζωρτζ εμπνέονται από εκείνα του Μάικλ Κέιν ως Χάρι Πάλμερ, ενώ το κάστινγκ δημιουργεί τις πιο προφανείς συνδηλώσεις, περιλαμβάνοντας μία πρώην Μάνιπενι, τη Ναόμι Χάρις, και βεβαίως έναν πρώην Τζέιμς Μποντ, τον Πιρς Μπρόσναν.
Νίκος Τσαγκαράκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα patris.gr
