ΑΓΡΙΕΣ ΠΛΗΓΕΣ - Θοδωρής Δημητρόπουλος

Στην Κίνα της αυγής του 21ου αιώνα, μια γυναίκα κι ένας άντρας μοιράζονται ένα παθιασμένο έρωτα που όμως δεν διαρκεί πολύ. Ο Μπιν εξαφανίζεται γιατί θέλει να δοκιμάσει την τύχη του σε μια άλλη επαρχία της Κίνας, κι εκείνη τότε αποφασίζει να ψάξει να τον βρει.

Ο κινέζος μάστερ Ζία Ζανγκ-κε (“Αίσθηση Αμαρτίας”, “Οι Στάχτες μιας Αγάπης”) απλώνει στην οθόνη το magnum opus του μετατρέποντας ένα ερωτικό κυνηγητό σε μια αποστομωτική ματιά στην αργή ορμή του χρόνου κατά το πρώτο ¼ του αιώνα. Χρησιμοποιώντας οπτικό υλικό που γύριζε χωρίς απαραίτητα να έχει συγκεκριμένο σκοπό κατά τα τελευταία 20 χρόνια, από πόλεις, στιγμές και ανθρώπους, και σε συνδυασμό με υλικό από τα πρώτα φιλμ της καριέρας του (με την ίδια πρωταγωνίστρια, που εμφανίζεται έτσι σα να γερνά στα αλήθεια μπροστά στα μάτια μας) ο Ζανγκ-κε μοντάρει το πέρασμα του χρόνου κρατώντας αληθινά, πρωτογενή υλικά στα χέρια του. Διαφορετικά φορμάτ, ποιότητες εικόνας, τόνοι και εποχές, διαδέχονται η μία την άλλη με μια άγρια οργανικότητα που μόνο μια μη-κατασκευασμένη αλήθεια θα μπορούσε να έχει.

Σε αυτή την αναζήτηση, η Ζάο Τάο, σύντροφος του σκηνοθέτη και θρυλική πια πρωταγωνίστριά του, παραδίδει μια μεγαλειώδη, σιωπηλή ερμηνεία αποκλειστικά μέσα από τραγούδι, χορό, βλέμμα και γλώσσα του σώματος. Είναι σαν ένα πνεύμα του 21ου αιώνα που διατρέχει τις δεκαετίες, την ώρα που γύρω της αλλάζει η εικόνα και η ίδια η δομή των πόλεων, μέχρι και το άγριο ξύπνημα της πανδημικής περιόδου όταν τα πάντα πια μοιάζουν άκομψα, σκληρά.

Η ταινία δεν μοιάζει στην πραγματικότητα με τίποτα άλλο που να έχουμε δει έτσι ακριβώς. Σαν ένα κολάζ πραγματικότητας και φιξιόν, ή κινηματογράφου και προσωπικού ημερολογίου, οι “Άγριες Πληγές” αποτελούν ένα φορμαλιστικά ριζοσπαστικό δείγμα remix σινεμά: Εικόνες από παρελθοντικές δημιουργίες (αλλά όχι ακριβώς όπως τις θυμόμαστε) μαζί με αναμνήσεις ενός κόσμου που δεν υπάρχει πια, πλέκονται με τον αφηγηματικό σκελετό μιας ιστορίας που ακόμα κι ο ίδιος ο Ζάνγκ-κε μοιάζει να λέει ξανά και ξανά.

Που όμως αυτή τη φορά την αφηγείται ιμπρεσιονιστικά, χωρίς λόγια, σαν μια ιστορία που ξέρεις και την οποία παρακολουθείς επειδή την προσοχή σου πια τραβάνε τα περιβάλλοντα και τα πρόσωπα που αλλάζουν – ίσως έτσι να συμβαίνει εξάλλου όταν μεγαλώνουμε και όλες τις ιστορίες τις έχουμε πια ακούσει. Αυτό που μένει μέσα μας δεν είναι η πλοκή ή τα λόγια, είναι οι αισθήσεις.

Κι η αίσθηση αυτού του φιλμ είναι η ίδια με εκείνη που βιώνεις όταν επισκέπτεσαι μετά από καιρό, μέρη που κάποτε είχες γνωρίσει καλά. Η απόσταση του χρόνου τα έχει μετασχηματίσει αποφασιστικά, αλλά το μυαλό σου δε μπορεί παρά να τα συγκρίνει με ό,τι έχει καταχωρημένο ως αμέσως πιο πρόσφατο visual, ακόμα κι αν αυτό απέχει χρόνια ή και δεκαετίες. Σαν όλες οι εποχές, οι στιγμές, οι αισθητικές στο χρόνο να έχουν καταπλακωθεί η μία πάνω στην άλλη. Να έχουν γίνει ένα – σαν το παρόν και το πρόσφατο παρελθόν μας να διαβάζονται ως υποσημείωση της Ιστορίας από το μακρινό μέλλον.

Έτσι, η digital ελευθερία των εικόνων από τις αρχές των 2000s δίνει τη θέση τους στην digital ψυχρότητα του Covid μουδιάσματος. Τα νεαρά πρόσωπα γερνάνε. Η ταυτότητα των πόλεων αλλάζει. Την αφιλτράριστη αισιοδοξία για έναν νέο αιώνα που ανατέλλει και μια ουμανιστική παγκοσμιοποίηση που γεννιέται, διαδέχεται ο βουβός κυνισμός της αστικής ομογενοποίησης, μιας Κίνας για τον οποία το «μπροστά» είναι ο μόνος αυτοσκοπός.

Ο Ζανγκ-κε πάντα ενδιαφερόταν στο σινεμά του για τη σχέση του ανθρώπου με το φυσικό και κατασκευασμένο περιβάλλον του, με τις πόλεις και τα κτίρια και φυσικά την τεχνολογία, και πουθενά όλες αυτές οι ορμές δεν συγκρούονται τόσο δυνατά στο σινεμά του όσο σε αυτό το σιωπηλό ρομάντζο. Μια ρυθμική ωδή στην απόσταση και στο χρόνο που σμιλεύει πόλεις, ανθρώπους και συναισθήματα, ασταμάτητος σαν παλίρροια.

Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr

Smart Search Module