Το εν λόγω κείμενο κριτικής γράφτηκε κατά τη διεξαγωγή του 30ού ΔΦΚ της Αθήνας “Νύχτες Πρεμιέρας”, υπό μια εκτάκτως διαμορφωμένη ανάλυση στη στήλη μου “The Heretic Look.”
Η ανάλυση περιελάμβανε κατηγοριοποίηση σε θετικά και αρνητικά στοιχεία ταινίας (όπου αυτά εντοπίζονταν). Και αφορούσε γενικώς, ταινίες του Διεθνούς Διαγωνιστικού Τμήματος.
Η συγκεκριμένη τότε κριτική ασχολήθηκε από κοινού με τις ταινίες “Armand” και “Σύντομη Ιστορία Μιας Οικογένειας.”
Ωστόσο, χάριν μια πιο άμεσης προσέγγισης των αναγνωστών στο site της Π.Ε.Κ.Κ., το παρακάτω κείμενο αποτελεί τροποποιημένο απόσπασμα της δημοσιευμένης κριτικής μόνο για την ταινία “Armand.”
Ειδική Σημείωση
Η ταινία τότε, εντός Ωρολογίου Προγράμματος Φεστιβάλ Νυχτών Πρεμιέρας λεγόταν σκέτο “Armand.” Και όχι “Ενημέρωση Γονέων” (Armand), όπως επέλεξε να το αλλάξει τώρα μέσα στη σεζόν η εταιρεία διανομής.
Ανάλυση Ταινίας
-Θετικά Στοιχεία-
Το έργο “Armand” παρουσιάζει μια υπομονετική και αισθαντική κινηματογραφική αφήγηση, με χαρακτήρα ανίχνευσης μέσα σε θεματική ιστορίας κακοποίησης. Και κατά συνέπεια εντάσσεται άμεσα στα διαχρονικά ζητήματα της διεκδικηθείσας Κοινωνικής Δικαιοσύνης. Βεβαίως δεν υπάρχει κανένα δικαστήριο εδώ, αλλά αντιθέτως προκρίνεται το σχολείο σαν απαράβατος χώρος που υποστηρίζει μια επιτακτική διαδικασία ανακάλυψης γεγονότων και διαρρύθμισης κανόνων επάνω στο θέμα της υπαρκτής ή μη κακοποίησης, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση. Μοιάζει πιο πολύ εδώ σαν ένας φοβικός, απαράβατος χώρος τούτο το σχολείο, με αναμεμιγμένη ομοιάζουσα μορφή εργαστηριακής έρευνας και ψυχοκοινωνικού χώρου προστασίας, αλλά σε ηλεκτρισμένα σκοτεινή ατμόσφαιρα. Η κακοποίηση δεν θα είναι αυτή που φαντάζεται εξαρχής ο θεατής...
Γονείς και καθηγητές καλούνται σε μια καθοριστική σύσκεψη. Θέμα της αποτελούν δύο εξάχρονα αγόρια. Ο μικρός ατίθασος και κακόφημος Αρμάντ κατηγορείται, ότι ξαφνικά κακοποίησε σεξουαλικά έναν συνομήλικό του. Έτσι τουλάχιστον είπε το άλλο αγόρι στους γονείς του, Σάρα και Άντερς, οι οποίοι ζήτησαν εκτάκτως συνάντηση με τους αρμόδιους καθηγητές του σχολείου αλλά και με την Ελίζαμπεθ, μητέρα του Αρμάντ. Στον αντίποδα, ο μικρός Αρμάντ λέει στη μητέρα του τηλεφωνικώς, ότι δεν έκανε ποτέ κάτι τέτοιο.
Στο έργο δεν βλέπουμε τα παιδιά, παρά μόνο αμυδρά την αινιγματικά σκοτεινή εικόνα του Αρμάντ, σε δύο στιγμές. Αυτές έχουν να κάνουν με το δικό του οικογενειακό περιβάλλον, σε μία τραυματική (πατέρας) και σε μια υγιή (μητέρα) γονεϊκή παρατήρηση-ζήση από το παιδί. Στην ουσία, πρόκειται για πόλεμο ενηλίκων στο έργο, με χειριστικές ή αχαρτογράφητες ψυχολογικές συμπεριφορές, που οδηγούν σε κρίσιμες αποφάσεις. Από τη μία πλευρά οι γονείς υπόδειγμα και από την άλλη, η μοναχική και ψυχολογικά ασταθής καλλιτέχνιδα Ελίζαμπεθ, της οποίας ο άντρας πέθανε πρόσφατα και τραγικά. Η γνωριμία ανάμεσα στις δύο οικογένειες βρισκόταν πιο κοντά, από όσο θα πίστευε ο θεατής...
Ωστόσο, η κρίσιμη παράμετρος που διαφοροποιεί την ταινία από άλλες, είναι η θολή αμφισβήτηση απέναντι στο πραγματικό θύμα! Μέσα από μια εξαιρετική περιστροφή αποκαλυπτόμενων κινήτρων, που αφορά ουσιαστικά μια εφιαλτικά ανώριμη κόντρα ενηλίκων! Ο κόσμος των ενηλίκων εδώ επηρεάζει τα πάντα. Η ανίχνευση στα πραγματικά κίνητρα και στο πραγματικό θύμα εκφράζεται με μια ωραία φιλμική γλώσσα. Ανάμεσα σε σκηνοθεσία, σενάριο, μοντάζ, διεύθυνση φωτογραφίας, ερμηνείες και έξυπνο νοηματικό άξονα επικοινωνίας με το κοινό.
Πρωταγωνίστρια είναι η Ελίζαμπεθ. Το σχολείο σαν χώρος ζωντανεύει και καταδεικνύει, ότι υπήρχαν ακόμη απομονωμένες ύποπτες ιστορίες, κακοποιητικών συμπεριφορών, τουλάχιστον μιας γενιάς πίσω. Υπάρχουν όμως και στιγμές λύτρωσης. Το παράδειγμα του διακριτικού χαιρετισμού της Ελίζαμπεθ με τον επιστάτη-καθαριστή του σχολείου βάζει τον θεατή στο μοτίβο της δικής της διαφάνειας.
Η ιδανικά παρατεταμένη ερμηνεία του ανάρμοστου γέλιου της Ελίζαμπεθ απέναντι στις λύσεις που προσπαθούν να προκρίνουν οι καθηγητές, ερμηνευμένη από την ταλαντούχα ηθοποιό Ρενάτε Ρέϊνσβε, ξεχωρίζει επιπροσθέτως. Καθότι παίζει ωραία και με δύο αντιφατικά στοιχεία σεναρίου. Α) Εάν έχει δίκιο η Ελίζαμπεθ, τότε εκείνη είναι η πραγματική ενήλικη και περιγελά τη δολοπλοκία των άλλων. Β) Εάν έχει άδικο και το παιδί της είναι ένοχο, τότε η ίδια είναι αρρωστημένη. Ο θεατής συγκλονίζεται και περιμένει, γιατί δεν μπορεί να ξέρει ακόμα, τι ακριβώς συμβαίνει!
Όμως σε τούτη την ταινία, έχουμε αργότερα στο κατάλληλο σημείο και μια πιο σφαιρική ματιά επάνω στη συνολική έννοια της κακοποίησης και στο πώς αυτή μπορεί να εισβάλλει ύπουλα στη ζωή ενός ανθρώπου. Η στιγμή όπου η Ελίζαμπεθ βάλλεται ασφυκτικά από άλλες ανθρώπινες παρουσίες και περιδιαβαίνει έναν ψυχολογικό δρόμο διαπερνώντας κοινωνικά από την έκθεση, το θαυμασμό, τον ενδεχόμενο ερωτισμό, την ορατή ενόχληση και καταληκτικά, από την επικίνδυνη κακοποίηση της αδηφάγας εναντίωσης υπό μορφή λασπολογίας, είναι πολύ εντυπωσιακή!
-Αρνητικά Στοιχεία-
Μπορεί μεν να είναι λιγότερα τα αρνητικά στοιχεία, αλλά επηρεάζουν αισθητά την αξιολόγηση της ταινίας. Υπάρχουν έντονες και άνισες στιγμές μέσα στην όλη δομή της ταινίας.
Η αισθητική και η νοηματική απόδοση εκεί διακόπτονται με άτσαλο τρόπο, με αποτέλεσμα ο άξονας της Ψυχαγωγίας να χάνει την απαραίτητη πορεία προοδευτικής διακύμανσής του. Οι ιδιωτικές κουβέντες της άλλης οικογένειας συνοδεύονται από μια ατμόσφαιρα Τρόμου που δεν ταιριάζει στην όλη αισθητική του έργου. Όπως και αυτή η μπλε άστοχη απόχρωση. Ειδικότερα κατά τη στιγμή, όπου η Σάρα ανοίγει το στόμα και παριστάνει στον Άντερς, ότι η ίδια ουρλιάζει (χωρίς να βγάλει ήχο), θυμίζει μια εντελώς λάθος και άκρως αποτυχημένου δανείου μεταφορά από ταινίες Τρόμου.
Το δε στοιχείο της καθάριας βροχής στην αυλή του σχολείου, είναι μια σεναριακή-σκηνοθετική στιγμή, που σηκώνει συζήτηση...Όλες/Όλοι οι παρευρισκόμενοι γονείς (και των υπολοίπων παιδιών) βγαίνουν απότομα τότε έξω στην αυλή. Χωρίς λόγια, ακολουθούν ενστικτωδώς τη νικήτρια της Ηθικής, ενώ η ηττημένη αμοραλίστρια βρίσκεται περίλυπη στο έδαφος. Θα μπορούσε να θεωρηθεί η κινηματογραφική αυτή πράξη σαν σύζευξη ενήλικων παρουσιών με συμπεριφορά ανήλικων παιδιών. Σαν σεβαστή καλλιτεχνική άποψη.
Και πως δήθεν πέτυχε τα πάντα από άποψη καλλιτεχνικής-κινηματογραφικής έκφρασης, μένοντας επιτυχώς πιστή μέσα στο θέμα: ενήλικοι-γονείς στο προσκήνιο, ανήλικοι-απόγονοι σαν αφανής μα υπαρκτή ιδέα προβληματισμού, όσον αφορά την κρίσιμη διαπαιδαγώγηση του Ανθρώπου. Όμως στην πραγματικότητα, τίποτα από όλα αυτά δεν υποστηρίζει ώριμη καλλιτεχνική άποψη. Καθότι, κανονικά η ταινία όφειλε να ορίσει πεντακάθαρα το ενήλικο λυτρωτικό πλαίσιο. Με συνειδητά και όχι με ενστικτώδη κριτήρια ενηλίκων!
Αντιθέτως, η συγκεκριμένη επίλυση της ταινίας είναι μια παιδιάστικη και ελλιπέστατη καλλιτεχνική-κινηματογραφική έκφραση, όπου δήθεν η βροχή ξέπλυνε τα πάντα και όλες/όλοι οι ενήλικοι στην οποιαδήποτε συμπεριφορά τους, φέρθηκαν από κοινού σαν μικρά παιδιά σε έναν άγνωστο κόσμο, όπου εκεί βρίσκουν το δίκαιο μόνο με ενστικτώδη επανόρθωση. Κάτι το παιδιάστικο, επιπόλαιο και ρηχό, που παρέδωσε τα καλλιτεχνικά εφόδια πάρα πολύ εύκολα, εάν το ξανασκεφτούμε καλύτερα. Αλήθεια, πόση ώρα χρειάστηκε, για να επινοηθεί τούτη η επιπόλαιη ιδέα επίλυσης; Άραγε πέντε ή μήπως δέκα λεπτά;! Όχι, λυπάμαι. Δεν με πείθει καθόλου αυτό το ψευτογέμισμα σεναριακής-σκηνοθετικής κατακλείδας. Και αισθάνομαι μάλιστα, ότι με υποτιμά σαν θεατή.
Γιάννης Κρουσίνσκυ
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα thelook.gr
