Ταινία που θυμίζει περισσότερο τα πιο απογειωτικά και παλαβά από τα φιλμ του Μπονγκ Τζουν-χο (σκεφτείτε δηλαδή περισσότερο “Okja” και λιγότερο “Μητέρα”), παίρνοντας το high concept του βιβλίου “Mickey 7” και φαινομενικά εξερευνώντας σαν σε αληθινό χρόνο, τις δυνατότητες που του προσφέρει ως αφηγητή. Τι μπορώ να κάνω με μια ιδέα σαν αυτή;, φαίνεται να αναρωτιέται. Εννοεί, τι από όλα. Κι απάντηση; Όλα!
Ο Ρόμπερτ Πάτινσον παίζει έναν «αναλώσιμο», δηλαδή έναν άντρα που σε μια κατάσταση τέτοιας αδιέξοδης ταξικής και οικονομικής κατάστασης, προσφέρεται εθελοντικά για ένα άκρως διχαστικό πρόγραμμα στο κοντινό μέλλον της ανθρωπότητας. Πρόκειται για μια τύπου αντιγραφή: Όταν το άτομο πεθαίνει, οι μνήμες του βρίσκονται αποθηκευμένες και επαναφορτίζονται σε ένα αντίτυπο του σώματος που «τυπώνεται» τις επόμενες ώρες.
Πού πάει η ψυχή όταν πεθαίνουμε; Από ό,τι φαίνεται μέσα σε ένα καλωδιωμένο τούβλο, περιμένοντας να καταλάβει ξανά το ίδιο σώμα. Ή τελοσπάντων, μια φωτοτυπία του. Ήδη έχουμε ωραίο υλικό στη διάθεσή μας και η ιστορία το τοποθετεί στο επίκεντρο μιας ακόμα πιο περίπλοκης κατάστασης.
Υπάρχει δηλαδή ο άξεστος λαϊκιστής πολιτικός Κένεθ Μάρσαλ, τον οποίο παίζει ο Μαρκ Ράφαλο (για τον οποίο η οδηγία του Μπονγκ θα πρέπει να ήταν «παίξε ξανά τον Ντάνκαν του Poor Things αλλά σα να ήταν ο Τραμπ»), ο οποίος ηγείται μιας προσπάθειας εποικισμού του διαστήματος χωρίς φυσικά έγνοια για τις τυχόν οντότητες που βρίσκονται ήδη στον νέο «μας» πλανήτη. Σε αυτή την αποστολή, ο Μίκι γίνεται σημαντικό μέλος του πληρώματος, όχι επειδή όπως η συντριπτική πλειοψηφία των συμμετεχόντων, είναι ακραίοι θαυμαστές του Μάρσαλ, αλλά επειδή πολύ απλά, το έχει ανάγκη.
Ο Πάτινσον εμφανίζεται εδώ όπως πάντα τρομερά κεφάτος και απόλυτα αφοσιωμένος στο να παίξει οτιδήποτε, με οποιοδήποτε τρόπο. Παίζει δύο εκδοχές του Μίκι με τελείως διαφορετική ενέργεια. Ο 17, που μας εισάγει στην ιστορία, είναι ένα καημένος κατεργαράκος που κατά δήλωση και του ίδιου του ηθοποιού, κουβαλά πολύ Στιβ Μπουσέμι μέσα του. Την ανάλαφρη κωμωδία που προσφέρει ο 17 έρχεται να κοντράρει ο 18, ο οποίος βγαίνει από το καλούπι κάπως πιο απότομος, πιο στρυφνός και σκληρός – πιο έτοιμος για επανάσταση.
Στην ταινία συναντάμε μοτίβα που εντοπίζονται σε όλη τη φιλμογραφία του Μπονγκ Τζουν-χο. Στο “Snowpiercer” παίρνουν τη μορφή μιας τεράστιας αλληγορίας που ωθεί την περιπέτεια διαρκώς μπροστά. Στο “Okja” αποτυπώνονται με έναν προφανή τρόπο αλλά στο πλαίσιο μιας προσέγγισης περισσότερο σαν παιδικό παραμύθι. Στα “Παράσιτα” μέσα από την περίτεχνη ακροβασία ανάμεσα στα είδη, ο Μπονγκ μπλέκει και τα μοτίβα (περί ταξικής πάλης, προνομίου, βίας, καπιταλιστικού αδιεξόδου) σε μια σκληρή μοντέρνα παραβολή δίχως ήρωες.
Στο “Mickey 17”, για πρώτη φορά, όλες αυτές οι ιδέες μοιάζουν όμως απρόσμενα μονοσήμαντες και διδακτικές. Δεν νιώθεις σε κανένα σημείο πως υπάρχει κάτω από την επιφάνεια της ιστορίας μια σκοτεινή βαρυτική έλξη, ένας αληθινός κίνδυνος βίας, θυσίας ή αδιεξόδου. Ο Μπονγκ Τζουν-χο σκηνοθετεί εδώ κάτι που ποτέ ξανά δεν έχει κάνει στην καριέρα του: Μια από τις λεγόμενες «ταινίες που χρειαζόμαστε αυτή τη στιγμή» – μια φράση που συχνά αποδίδεται σε όχι ιδιαίτερης περιπλοκότητας φιλμ που έρχονται για να μας κάνουν να νιώσουμε λίγο καλύτερα για όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας.
Μια αιτία είναι ίσως και το πώς, σεναριακά, η ταινία δε μοιάζει να ενδιαφέρεται για τις ίδιες τις ιδέες της. Κάθε φορά που στο φιλμ εισάγονται νέα δεδομένα ή προκύπτει μια εν δυνάμει συναρπαστική σύγκρουση ή κατάσταση, είναι σαν το σενάριο (του ίδιου του Μπονγκ, βασισμένο στο βιβλίο του Έντουαρντ Άστον) να στρίβει προς μια άλλη, λιγότερο πολύπλοκη κατεύθυνση. Υπάρχει ζουμί, υπάρχουν φιλοσοφικές ιδέες, που το φιλμ εγκαταλείπει σχεδόν πλήρως στην τρίτη πράξη του.
Οι ταινίες του πάντα μοιάζουν κοντρολαρισμένα χαοτικές, γεμάτες πληροφορία και ιδέες αλλά ποτέ ασφυκτικές. Γι’αυτό και δεν έχει κάνει ποτέ αληθινά κακή ταινία. Όμως στο “Mickey 17” φαίνεται να του λείπει η εστίαση κι ο απόλυτος έλεγχος. Δεν υπάρχει αιχμή. Είναι μια ταινία που μοιάζει σαν διαρκώς να προσπαθεί να ξεφύγει και να μετατραπεί σε κάτι σπουδαίο, αλλά ποτέ δεν τα καταφέρνει.
Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr
