Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το έργο του Νικ Χαμ ως ιστορικής ανάσας, επικής απόχρωσης και ρέουσας περιπετειώδους μυθοπλαστικής αφήγησης.
Κινηματογραφικά αντιληπτό και συνάμα γοητευτικό σύμπαν, για όσους θεατές αγαπούν εκπεφρασμένα στοιχεία Ηθικής ηρώων, με ισχυρά ιδανικά, που πηγάζουν από τη διασταύρωση διαχρονικής βιοπάλης, αρνούμενης υποταγής και ταπεινής ιπποσύνης.
Η εν καιρώ συσπείρωση των Ελβετών ενάντια στον Αυστριακό βασιλιά θα έρθει μέσα από το γενναίο σημάδι και τη διορατική ψυχή του ανυπότακτου Τέλλου.
Ανάλυση
Εισαγωγή…
Η ιστορία της ταινίας ξεκινά να μας διηγείται μια αμήχανη, τρομακτική στιγμή. Δηλαδή το πώς ο άριστος τοξοβόλος Γουλιέλμος Τέλλος, κατέληξε να αναγκάζεται να σημαδεύει τώρα ως στόχο με τη βαλλίστρα του ένα μήλο, λίγο πιο πάνω από το κεφάλι του ακίνητου σε στύλο γιου του, μπροστά σε ένα αγωνιώδες πλήθος. Και έτσι, ταξιδεύουμε χρονικά πιο πίσω, τρεις ημέρες πριν αρχίσουν όλα αυτά...
Περίπου στις αρχές του 1300 το Βασίλειο των Αψβούργων αντιμετώπιζε τους κατοίκους σε όλα τα καντόνια της Ελβετίας, σαν υποταγμένους χωρικούς. Πολέμαρχοι και επόπτες έρχονταν απειλητικά να εισπράξουν φόρους, ξεπερνώντας συχνά τα όρια Ηθικής-Λογικής στο πέρασμά τους. Ο κάποτε εμπειροπόλεμος Γουλιέλμος Τέλλος είχε αφήσει πια πίσω του την εποχή των *Σταυροφοριών στην Ιερουσαλήμ (όπως θα δούμε παρακάτω, στην κατηγορία “Συμπερασματικά” της Eretikis κριτικής) και ζούσε πλέον γαλήνιες στιγμές, ως κτηνοτρόφος με την οικογένειά του σε ένα από τα ελβετικά καντόνια. Η ξαφνική ατίμωση και δολοφονία της γυναίκας του Ελβετού Μπαουμγκάρτεν από έναν απεσταλμένο πολέμαρχο του Αυστριακού Βασιλέα, θα κάνει τον συγκλονισμένο χωρικό να εκδικηθεί. Το αναπόφευκτο ανθρωποκυνηγητό για τον Μπαουμγκάρτεν θα συναντήσει τον ανυποψίαστο Τέλλο.
Εκείνος θα δεχτεί, παρόλα αυτά, να περάσει από τη φουρτουνιασμένη λίμνη τον εκδιωκόμενο συμπατριώτη του. Τότε οι στρατιώτες του Αυστριακού βασιλιά θα αρχίσουν να αναζητούν μανιωδώς τον Μπαουμγκάρτεν, καθώς και όποιον τον κρύβει...Η υπεράσπιση χωρικών θα ξεκινήσει από την επαναστατική βαλλίστρα. Ο Τέλλος θα στοχοποιηθεί σαν περσόνα από τον ταγμένο στη βασιλική φρουρά, αδίστακτο επόπτη Γκέσλερ. Το ίδιο και ο γιος του, Βάλτερ, μέσα από μια φρικτή δοκιμασία τοξοβολίας τόσο για τους δύο, όσο και για κάθε συμπατριώτη τους. Η εν καιρώ συσπείρωση των Ελβετών ενάντια στον Αυστριακό βασιλιά θα έρθει μέσα από το γενναίο σημάδι και τη διορατική ψυχή του ανυπότακτου Τέλλου.
Γενικώς…
Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Νικ Χαμ παρουσιάζει λοιπόν μια ενδιαφέρουσα εκδοχή για την ιστορία του λαϊκού Θρύλου της Ελβετίας, Γουλιέλμου Τέλλου. Η κινηματογραφική ιστορία του Νικ Χαμ (2024) έχει βασιστεί στο ομότιτλο γραπτό και θεατρικό έργο “Γουλιέλμος Τέλλος” (1804) του Φρίντριχ Σίλλερ.
Αλλά από ό,τι φαίνεται, οι αρκετές και σημαντικές σεναριακές αλλαγές, που έχει πραγματοποιήσει έξυπνα ο Νικ Χαμ, δημιουργούν αλλιώτικες προσλαμβάνουσες και συναισθηματικές εντάσεις στον κόσμο του θεατή. Διότι επί παραδείγματι, σύμφωνα με τον Θρύλο και το έργο του Σίλλερ, λέγεται, ότι ο Τέλλος αντιμετώπισε αλλιώς εν κατακλείδι τον βασιλικό επόπτη, αντίπαλο Γκέσλερ. Αντιθέτως, στην ταινία του Χαμ η τελική απόφαση και συνεπώς η διαφορετική στάση ζωής του κινηματογραφικού Γουλιέλμου Τέλλου, ενάντια στον βασιλικό επόπτη Γκέσλερ, περνά -εκτός από τα δέοντα- και περισσότερα επαναστατικά μηνύματα.
Παραμένοντας ταυτοχρόνως πιστή, τόσο στον Θρύλο του Τέλλου, όσο και στην άποψη που θα κατανοούσε καλύτερα ένας πιο σύγχρονος άνθρωπος. Η επαναλαμβανόμενη φράση “Είμαστε κυνηγοί...Όχι άγριοι” μεταξύ πατέρα και γιου Τέλλου στα κατάλληλα σημεία, έχει λοιπόν το οριοθετημένο, διπλής διάστασης Εποχών, νόημά της. Για να το θέσω λοιπόν πιο ουσιαστικά, κάνοντας παράλληλα περισσότερο κατανοητό το πόσο διαδραστικές είναι συνολικά οι αλλαγές του Νικ Χαμ στο σενάριο τούτης της ταινίας…Οι σεναριακές αυτές ιδέες αλλαγών από τον Χαμ, είναι τόσο μελετημένες, ώστε κατορθώνουν να κάνουν ολοένα και πιο κινηματογραφικό, το επιτυχώς μεταφερόμενο σύμπαν του δικού του Γουλιέλμου Τέλλου.
Και λέγοντας πιο “κινηματογραφικό”, εννοώ φυσικά ως προς τις σωστά διαμοιρασμένες πληροφορίες κινηματογραφικής διάστασης. Με οικονομία ή γενναιοδωρία φράσεων και εικόνων, στα κατάλληλα σημεία του έργου. Προκειμένου αυτές οι πληροφορίες να καλύπτουν επικοινωνιακά σε εικόνα, γραφή αλλά και χρησιμοποιημένο ήχο τον κινηματογραφόφιλο. “Κινηματογραφικό” είναι όμως και το σύμπαν που συνδυάζει σωστά ουσία και φαντασία στην ανάλογη θεματική του. Και πράγματι, η ουσιώδης ελευθερία και η λειτουργική φαντασία του σεναριογράφου-σκηνοθέτη Νικ Χαμ προσδίδουν ένα πειστικά αφηγηματικό, ρέον κινηματογραφικό σύμπαν. Τούτη η αφηγηματική ροή φέρει υπομονετική δομή επεξήγησης, ενόσω απευθύνεται στον θεατή.
Ανάμεσα σε σενάριο, σκηνοθεσία, μοντάζ και ερμηνείες εμπεριέχεται η ουσία υφολογικού περιεχομένου, εμπνευσμένης ατομικότητας και συλλογικότητας. Μέσα από υπολογίσιμους, αντρικούς και γυναικείους χαρακτήρες, που εκπέμπουν ορατή Ελευθερία και υποταγή. Από εντεταγμένους πρωταγωνιστές (Τέλλος, Βάλτερ-γιος Τέλλου, Σούνα-γυναίκα Τέλλου, Σταουφάχερ, ιερέας Φούρστ, Βαρόνος της περιοχής Ούρι). Αλλά και ανταγωνιστές (Αυστριακός βασιλιάς, βασιλικός επόπτης Γκέσλερ, Σούσσι-τσιράκι του Γκέσλερ, διοικητής Άρμγκαρντ). Ενδιάμεσα στις συγκρουόμενες πλευρές, υπάρχουν επίσης κρίσιμοι χαρακτήρες. Όπως ο επηρεασμένος Ρούντενζ (ανιψιός του Βαρόνου της περιοχής Ούρι), η στριμωγμένη πριγκίπισσα Μπέρθα (που έχει μεν Αυστριακό αίμα, αλλά τη χρησιμοποιούν) και η πριγκίπισσα Άγκνες (αγαπημένη συγγενής του Αυστριακού βασιλιά). Αλλά πέραν των ενδιάμεσων ευγενών, υπάρχει και η ενδιάμεση θέση του αρχιτεχνίτη-κτίστη και φυσικά του Μπαουμγκάρτεν.
Η κεντρική ιδέα των ανταγωνιστών είναι απλή, σαν το ίδιο το μίσος τους. Τυφλή υποταγή σε στέμμα και σταυρό. Όταν έχουν βασιλιά, πριν αναχωρήσουν για τη μάχη, φωνάζουν μαζί μόνο τη λέξη “βασιλιάς” και τίποτα άλλο. Αντιστοίχως, “βασίλισσα”, μόλις αναλάβει κάποια γυναίκα συγγενής την εξουσία του βασιλείου τους. Στον αντίποδα, η κεντρική ιδέα των πρωταγωνιστών είναι σύνθετη, σαν την ίδια την αγάπη τους για ελευθερία. Ενότητα, εμπιστοσύνη, αλληλεγγύη και εμπνευσμένα λόγια, που συμπληρώνονται από όλους ή ξεκινούν να έρχονται αργότερα σε ορισμένα ελβετικά καντόνια από “Μια κούπα...Μια καρδιά”, κατόπιν ειλικρινούς συσπείρωσης. Και φυσικά, η κεντρική ιδέα για όσους/όσες αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στο με ποια πλευρά οφείλουν να συμμαχήσουν, παραμένει διττή. Μα μέχρι το αναπόφευκτο σημείο επείγουσας συνειδητοποιημένης διαλογής.
Η ταινία εκπέμπει την παραστατική και ταξιδιάρικη θέασή της μέσα από την ενδυναμωμένη αύρα αυτών των ισχυρών προσωποποιημένων συγκρούσεων, αλλά και αμφιταλαντευόμενων παραμέτρων στρατηγικής. Τούτες οι τρεις πλευρές της ανθρώπινης παρουσίας (ανταγωνιστές, πρωταγωνιστές, αμφιταλαντευόμενοι), κυριαρχούν επάνω στην κινηματογραφική αυτή γη με τις υπέροχες πεδιάδες και τα πανέμορφα τοπία της Φύσης. Κατά αυτόν τον επιδιωκόμενο τρόπο αφήγησης από τον Χαμ, εδώ δεν οδηγείται ο θεατής στο να κάθεται να προσμετρά ή και να θαυμάζει απομονωμένα τεχνικές κινηματογράφου. Αλλά αντιθέτως, στο να αφεθεί πιο ελεύθερα, στον συνολικό κινηματογραφικό κόσμο αυτού του Γουλιέλμου Τέλλου και στις συγκρούσεις της Εποχής του.
Το έργο, κατά κύριο λόγο, αφορά ένα κινηματογραφικά αντιληπτό και συνάμα γοητευτικό σύμπαν, για όσους θεατές αγαπούν εκπεφρασμένα στοιχεία Ηθικής ηρώων, με ισχυρά ιδανικά, που πηγάζουν από τη διασταύρωση διαχρονικής βιοπάλης, αρνούμενης υποταγής και ταπεινής ιπποσύνης. Αυτός είναι ο νοηματικός πυρήνας του έργου και προηγείται από οτιδήποτε άλλο. Ύστερα θα έρθει επιπροσθέτως η συγκρατημένη, επική διάσταση στην ταινία. Αυτό το συνολικά οργανωμένο σύμπαν μέσα από σενάριο, σκηνοθεσία, μοντάζ, διεύθυνση φωτογραφίας, μουσική και ερμηνείες βοηθά αρκετά τον θεατή να ενταχθεί στην εύληπτη παρακολούθηση. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το έργο του Νικ Χαμ, ως ιστορικής ανάσας, επικής απόχρωσης και ρέουσας περιπετειώδους μυθοπλαστικής αφήγησης.
Συμπερασματικά
Η ζωντάνια και η παραστατικότητα ξεχωρίζουν ως υποστηρίγματα σε τούτη την περιπετειώδη αφήγηση. Κάστρα, επιγραφές τοποθεσιών, ταπεινοί οίκοι, χρονολογίες, το ειδικό βαρόμετρο των τριών ημερών σε εισαγωγή ανάπτυξη και επίλογο, περνούν όλα σε σωστούς χρόνους μπροστά από τη Μεγάλη Οθόνη. Και η διαδοχή τους εξακολουθεί να ταιριάζει. Οι τοποθεσίες, τα σκηνικά, τα αλλιώτικα κοστούμια και οικήματα εντάσσουν γρήγορα τον θεατή στο διακύβευμα της πλοκής. Μια ξεκάθαρη αδικία. Από έναν αδυσώπητο Αυστριακό βασιλιά και τους υποτελείς του, απέναντι σε ψυχικά ελεύθερους ανθρώπους της Ελβετίας, που κινδυνεύουν να χάσουν παντοτινά την καθημερινή κοινωνική Ελευθερία και Αξιοπρέπειά τους. Μα αρνούνται να υποταχτούν.
Διότι βρίσκουν έμπνευση στο πρόσωπο εκείνου, ο οποίος αρνήθηκε να προσκυνήσει την -κρεμασμένη στην πλατεία- περικεφαλαία της φρουράς του βασιλιά. Έμπνευση στο πρόσωπο του Γουλιέλμου Τέλλου. Ο Νικ Χαμ πήρε τα πιο βασικά στοιχεία για τον θρύλο του Γουλιέλμου Τέλλου και τα επέκτεινε μυαλωμένα, σε μια αξιοπρόσεκτη αφήγηση διάρκειας 2 ωρών και 13 λεπτών. Τέτοια διαχρονικά σημεία του Τέλλου είναι: Το άριστο σημάδι του. Το αμείωτο θάρρος του. Το ότι πέρασε τον χωρικό μέσα από τη φουρτουνιασμένη λίμνη. Η τρομακτική δοκιμασία τοξοβολίας με το μήλο και τον ίδιο του τον γιο από κάτω. Η διαφυγή από το καράβι όπου αιχμαλώτισαν τον Τέλλο. Η όλη αίσθηση ελβετικού πατριωτισμού, που εκείνος μετέδωσε. Και φυσικά, η γενναιόψυχη διάστασή του, που τον έκανε να αψηφά την εξουσία.
Μιας και ανέφερα την άρνηση υποταγής απέναντι στην εξουσία λόγω γενναιόψυχης αντιδραστικότητας του Τέλλου, ήρθε η ώρα να πούμε λοιπόν και για ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία στο σενάριο του Νικ Χαμ. Στην εισαγωγή του κειμένου της Eretikis κριτικής σάς ανέφερα κάτι για *Σταυροφορίες στην Ιερουσαλήμ! Παραξενευτήκατε; Δεν θα έπρεπε. Καθότι το σενάριο της ταινίας προσθέτει επεξήγηση στη νιότη του Τέλλου, αναφέροντας ότι εκείνος αντέδρασε θαρραλέα απέναντι σε μία τεράστιας δυναμικής εξουσία, της οποίας ο ίδιος κάποτε ήταν υποτελής. Ο Τέλλος, αν και σταυροφόρος, χάρισε στους αραβικής καταγωγής Σούνα και Βάλτερ (γιος της Σούνα) τη ζωή, ρισκάροντας τα πάντα. Μετά έγιναν η οικογένειά του, επιστρέφοντας σε ελβετικό έδαφος. Δηλαδή, πήρε τη Σούνα για γυναίκα του και υιοθέτησε το παιδί σαν γιο του, ονομάζοντάς τον Βάλτερ. Πέραν της επεξηγημένης γραφής του σεναρίου, αυτές τις στιγμές μάς τις δείχνει κιόλας η παραστατική σκηνοθεσία.
Διαμέσου σεναρίου-σκηνοθεσίας, αυτή η παράμετρος για το παρελθόν του Τέλλου μέσα στην υπερβολή της (όπου κατάφεραν και γλύτωσαν οι τρεις τους, Σούνα, Βάλτερ και Τέλλος), παρόλα αυτά, κατορθώνει να ανταποκριθεί κινηματογραφικά σε πολλά σημαντικά επίπεδα. Πρώτον, στο να επεξηγήσει τη θαρραλέα αντιδραστικότητα του Τέλλου και την ανάπτυξη Ηθικής-Λογικής απέναντι στο αίσθημα της αδικίας, μόλις από τη νιότη του. Δεύτερον, στο να εξηγήσει το πολυεθνικό καστ της ταινίας (με πιο έντονη αντίθεση, την αραβική προέλευση) μέσα στη διάσταση του σεναρίου, ακόμη και στους δύσπιστους και κακοπροαίρετους θεατές. Ειδικά για τη δεύτερη περίπτωση, τώρα ειλικρινά θέλω να δω, τι θα πει ο κάθε κρυφο-ρατσίσταρος που “ενοχλείται” παριστάνοντας τον επίτιμο καθηγητή ιστορίας, όταν βλέπει πληθώρα φυλών σε ταινίες με ιστορική απόχρωση. Τίποτα. Διότι ο Χαμ τον αποστόμωσε! Ας πεταχτούν να αντιμιλήσουν και οι anti-woke τύποι, θα συναντήσουν ένα αντιρατσιστικό τείχος.
Ας πεταχτούν έπειτα και οι δογματικοί woke τύποι, θα συναντήσουν μια εκλογικευμένη σεναριακή επεξήγηση, χωρίς πολιτικές ορθότητες. Αλλά έτσι και αλλιώς, η πολυεθνικότητα (ανθρώπων και γλωσσών) μέσα στην Ελβετία είναι κάτι που το καταλαβαίνει (σχεδόν) ο καθένας στο σήμερα. Και ας μην ξεχνάμε, ότι η ταινία απευθύνεται στον παγκόσμιο (εξού και η αγγλική γλώσσα) σημερινό θεατή, που καλό θα ήταν να ανατραφεί με διεθνιστική, αντιρατσιστική νοοτροπία. Είναι θέμα Ηθικής-Λογικής, όχι πολιτικής ορθότητας. Επιπλέον, γενικώς οι ταινίες που απευθύνονται στον σημερινό θεατή οφείλουν να ξεπεράσουν παθογένειες του παρελθόντος. Τόσο για τον θεατή, όσο και για τους ηθοποιούς που εργάζονται. Δηλαδή έχει σημασία και για τις συνθήκες εργασίας στο παγκόσμιο Σινεμά. Φαντάζεστε, να αποκλειόταν η Γκολσιφέ Φαραχανί (Σούνα-γυναίκα Τέλλου) και ο Αμάρ Τσαντά-Πατέλ (ιερέας Φούρστ) από τους κρίσιμους ρόλους τους, επειδή έχουν αραβική καταγωγή ή κάποιες ρίζες; Φαντάζεστε, να τους το λέει αυτό κάποια/κάποιος;!
Άρα, αυτή η εύστοχη σεναριακή ενέργεια του Νικ Χαμ έχει σημασία συνολικά για τουλάχιστον τέσσερα “ενδο-εξω-κινηματογραφικά” επίπεδα διατυπωμένης καλλιτεχνικής άποψης! Και κατά συνέπεια, μετρά πάρα πολύ θετικά μέσα στην ταινία! Για αυτό το λόγο, δεν χρειάζεται να εκφραζόμαστε ούτε με το σταγονόμετρο, ούτε και με φοβική διάθεση στα θετικά λόγια αναγνώρισης της υπαρκτής ποιότητας του εν λόγω έργου. Από εκεί και πέρα στο σύνολο, οι χαρακτήρες του σεναρίου είναι μεν πολλοί στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα και στους ενδιάμεσους πιθανούς συμμάχους, αλλά όλοι βρίσκουν την υπογραμμισμένη θέση τους στη μνήμη του θεατή. Όχι απαραίτητα με την απομνημόνευση των ονομάτων τους, αλλά σίγουρα με τις καθοριστικές ενέργειες των περσόνων. Ενέργειες, οι οποίες αναδεικνύουν την προβολή αρωγής ξεχωριστών προσωπικοτήτων μέσα σε μια ολόκληρη Εποχή, από ανθρώπους που οφείλουν στην πορεία να διαλέξουν αποφασιστικά το όποιο Ιδανικό, χωρίς γυρισμό.
Για αυτό που υπόσχεται και όντως κατορθώνει να προσφέρει στους θεατές το έργο, η αρμονία σεναρίου και σκηνοθεσίας, είναι γοητευτική, αποτελεσματική και τελικά εντυπωσιακή. Σαφώς, παρατηρούνται και ελάχιστα μειονεκτήματα. Αλλά σε άλλα σημεία. Λόχου χάριν, το ειδικό prop επάνω στον Αυστριακό βασιλιά που υποδύεται ο Μπεν Κίνγκσλεϊ, είναι από ουδέτερο, μέτριο, έως και κακό. Και αναφέρομαι φυσικά, στο επίχρυσο, ανοικτό στη μέση, eye patch. Διότι μπορεί μεν να προσδίδει μια επιπλέον αλαζονεία στην περσόνα, αλλά εμποδίζει έναν εκπληκτικό ηθοποιό να χρησιμοποιήσει περισσότερες εκφράσεις στο πρόσωπο. Τον εμπόδισε το συγκεκριμένο prop από το να δώσει περισσότερη ισχύ στην περσόνα. Ο Κίνγκσλεϊ κατόρθωσε πάντως να ερμηνεύσει τα αμείλικτα στοιχεία εξουσίας και κυνισμού του χαρακτήρα.
Η διανομή ρόλων έχει κάνει καταπληκτικά τη δουλειά της, αναθέτοντας τους κατάλληλους ρόλους στα κατάλληλα πρόσωπα. Οι ερμηνείες είναι ορθά πλαισιωμένες και ο Κλάϊς Μπανγκ ήταν ιδανικός πρωταγωνιστής (**περισσότερα για τις ερμηνείες ακολουθούν στην κατηγορία “Πιο Αναλυτικά” της Eretikis κριτικής). Ο Νικ Χαμ παρουσιάζει μια πολύ ώριμη δουλειά, σε σχέση με τον παλιό του εαυτό. Αν δεν το έβλεπα, δεν θα το πίστευα, ότι ο ίδιος Νικ Χαμ είχε σκηνοθετήσει την ταινία “Ο Πρίγκιπας του Καρτέλ” (2018). Αλλά η τωρινή δουλειά του, πλέον αφορά και την προσφορά μιας αποδεκτής συνδρομής στο σύγχρονο Σινεμά αυτού του είδους. Ένα είδος στο οποίο ο ίδιος έχει πλέον σημαντικό και σεβαστό λόγο. Το τέλος της ταινίας αφήνει αιχμές και για πιθανό Σίκουελ...
Σκεπτικό…
Ρεαλιστική Συσπείρωση
Πολλές φορές σε τέτοιου τύπου ταινίες, βλέπουμε συνήθως τους ήρωες να βγάζουν έναν μεγαλεπήβολο λόγο, ουρλιάζοντας όλη την ώρα. Όχι όμως εδώ. Ο Νικ Χαμ βάζει τον κεντρικό του ήρωα, Γουλιέλμο Τέλλο, με τις σκεπτικές πράξεις που αψηφούν βήμα προς βήμα τους Αψβούργους, να μιλά με προοδευτική αύξηση της φωνής του. Ρεαλιστικά!
Ακόμα και στην κρίσιμη ομιλία συσπείρωσης των συμπατριωτών του. Και τότε ακριβώς γίνεται ακόμα πιο προσωπικό το ύφος της ταινίας, καθότι ανταποκρίνεται πλήρως στην πράα αύρα του ήρωά της. Οι ήρεμες, μελετημένες κινήσεις στρατηγικής θα συναντήσουν και τη σωστή στιγμή αυξημένης έντασης της φωνής. Γιατί το έργο έχει τη φωνή του ήρωα.
Πιο Αναλυτικά…
**Ερμηνείες
Κλάϊς Μπανγκ (Γουλιέλμος Τέλλος)
Ο ηθοποιός ενσαρκώνει ιδανικά τον Γουλιέλμο Τέλλο, με μια καλοδουλεμένη αυξομείωση πραότητας και οργής από τον χαρακτήρα. Είναι κινηματογραφικός, με ρίζες διαπεραστικού Ρεαλισμού. Κατά κύριο λόγο, αντιμετωπίζει τη ζωή με ηρεμία και ένα άσβεστο θάρρος. Ίσως, για να βρει με καθαρή σκέψη ο ηθοποιός τούτη την ερμηνευτική φόρμα ισορροπίας (μαχητικότητας και στρατηγικής) να “μίλησε” κάπως και η παρελθοντική συνάθροιση εμπειριών Υποκριτικής του. Με συμμετοχή του στις ταινίες “Ο Άνθρωπος απ’ τον Βορρά” (2021) και “Το Τετράγωνο” (2017).
Γκολσιφέ Φαραχανί (Σούνα, γυναίκα του Τέλλου)
Τη θυμόμαστε, από την εντελώς αλλιώτικη, ψυχοκοινωνική ταινία “Ένα Ντιβάνι στην Τυνησία” (2019). Βεβαίως, έχει παίξει και σε περιπέτειες, όπως στο “Οι Πειρατές της Καραϊβικής: Η Εκδίκηση του Σαλαζάρ” (2017). Τώρα, η ηθοποιός ταίριαξε και στο ειδικό πνεύμα μαχητικότητας και τρυφερότητας, μέσα στο έργο για τον Τέλλο. Κάποια στοιχεία ηρεμίας, στην ερμηνεία του χαρακτήρα της Σούνα, ταιριάζουν όντως με την ομόψυχη συμβία του Τέλλου. Επίσης, ήταν συναισθηματικά πολύ δυνατό το παίξιμό της, όταν η Σούνα προσπαθούσε εναγωνίως να προστατεύσει τον γιο της από τη δημόσια, άκρως άδικη και ριψοκίνδυνη, τοξοβολία.
Τζόναθαν Πράϊς (Βαρόνος της περιοχής Ούρι)
Μολονότι ο ρόλος του βαρόνου έχει κυρίως να κάνει με τη συναναστροφή της περσόνας του ανιψιού του, Ρούντενζ, ο πολύπειρος ηθοποιός Τζόναθαν Πράϊς κατάφερε να μας μεταδώσει, πόσο κρίσιμες είναι αυτές οι συνομιλίες. Θείου και ανιψιού, σε υψηλές θέσεις ευγενών. Ξεκινά με ήρεμο, απλό και γαλήνιο ύφος. Όταν όμως στενοχωριέται και θλίβεται βαθιά και ρεαλιστικά, λόγω των αρχικών αποφάσεων στρατηγικής του ανιψιού του, τότε παρατηρούμε μελετημένα στοιχεία Υποκριτικής μέσα από τον βαρόνο. Και εκφραστική ανησυχία, για την ηθική κληρονομιά της περιοχής του.
Γιάννης Κρουσίνσκυ
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα eretikos.gr
