ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΗ ΒΕΛΟΝΑ, ΤΟ - Γιάννης Ζουμπουλάκης

Μέσα σε ένα αγριευτικό ασπρόμαυρο, αυτή η κλειστοφοβική, πέρα για πέρα υποβλητική ταινία, μας βάζει στον κόσμο της Καρολίνε (Βικ Κάρμεν Σόνε), νεαρής εργάτριας στην Δανία της δεκαετίας του 1910 την εποχή που ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος πλησιάζει προς το τέλος του και παρακολουθεί την δραματική πορεία της. Η ζωή της είναι επίγεια κόλαση. Την διώχνουν από το σπίτι γιατί δεν έχει να πληρώσει το νοίκι και ενώ ποντάρει στην ερωτική σχέση της με τον εργοστασιάρχη για τον οποίο εργάζεται ότι θα είναι μια σανίδα σωτηρίας, η μοίρα θα έχει διαφορετική γνώμη. Τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο περίπλοκα από την στιγμή που στη ζωή της Καρολίνε μπαίνει μια μυστηριώδης, μεγαλύτερη της γυναίκα, τη Ντάγκμαρ (Τρίνε Ντίρχολμ) η οποία «προσφέρει λύσεις» σε γυναίκες που αδυνατούν να μεγαλώσουν τα νεογέννητά τους.

Από μόνη της η ιστορία του «Κοριτσιού με τη βελόνα» (εμπνευσμένη μάλιστα από πραγματικά περιστατικά γιατί η Ντάγκμαρ – την οποία στην Ελλάδα «βαφτίστηκε» «Φόνισσα της Δανίας» όντως υπήρξε) έχει τεράστιο ενδιαφέρον. Ακόμα μεγαλύτερο όμως έχει ο τρόπος με τον οποίο ο Φον Χορν την αφηγείται και η αισθητική της: είναι σαν να βλέπεις ένα σκοτεινό, σχεδόν τρομακτικό παραμύθι των αδελφών Γκριμ βυθισμένο στις σκιές, γεμάτο παράξενα, αγέλαστα πρόσωπα και εχθρικά μάτια ανθρώπων που δεν μπορείς να φανταστείς ποια θα είναι η αντίδρασή τους στις καταστάσεις που προκύπτουν.

Οι διαθέσεις του Φον Χορν φαίνονται από την πρώτη κιόλας στιγμή της ταινίας όπου βλέπουμε ένα κολάζ προσώπων που σιγά –σιγά παραμορφώνονται (το παραμορφωμένο πρόσωπο του συζύγου της Καρολίνε που βρίσκεται στον πόλεμο παίζει σημαντικό ρόλο στην ιστορία). Όμως τι νόημα θα είχε αν η ταινία δεν ήταν παρά μια άσκηση στον γερμανικό εξπρεσιονισμό τον οποίο ολοφάνερα ο Φον Χορν έχει μελετήσει βαθιά (είναι αδύνατον να δεις αυτήν την ταινία χωρίς να θυμηθείς ταινίες του Φριτς Λανγκ ή του Γ. Παμπστ). Παρότι όμως ταινία με φόντο νια εκατονταετία πριν, το «Κορίτσι με την βελόνα», κατά έναν περίεργο τρόπο καταφέρνει να αφουγκραστεί σημερινές τραγωδίες που σχετίζονται με το παιδί και τους γονείς. Και αυτό την ανεβάζει πολλές σκάλες πιο πάνω.

Από τους πιο αξιόλογους μα και αναγνωρισμένους σκηνοθέτες του νέου δανέζικου σινεμά, ο Μάγκνους Φον Χορν παρότι έχει ήδη παρουσιάσει ενδιαφέρουσες κινηματογραφικές ταινίες («Επέκεινα», 2015, «Ιδρώτας», 2020) όπως και την σειρά «W domu», ανεβάζει πια πολύ ψηλά τον πήχη της καριέρας του μετά την πρεμιέρα του στο φεστιβάλ των Καννών πέρσι, δικαιότατα διεκδικεί το Οσκαρ διεθνούς ταινίας (μη αγγλόφωνης) που την Δευτέρα που μας έρχεται θα ξέρουμε αν θα το κερδίσει.

Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr

 

Smart Search Module