Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, το “The Girl with the Needle” του συγγραφέα- σκηνοθέτη Μάγκνους φον Χορν μ’ επίκεντρο μια νεαρή εργάτρια σε εργοστάσιο, την Καρολίνα, μια μοδίστρα που ζει στην Κοπεγχάγη στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Με το σύζυγό της υποτιθέμενα νεκρό στον πόλεμο, θα την διώξουν από το σπίτι της και θ’ αναγκαστει να μετακομίσει σε ένα μικρό, υγρό δωμάτιο που μετά βίας μπορεί να αντέξει οικονομικά.
Ο έρωτας της με το αφεντικό του εργοστασίου και η ελπίδα για ένα καλύτερομέλλον τελειώνει επίσης καταστροφικά. Καταλήγει έγκυος, άνεργη και άστεγη. Ενώ προσπαθει να σταματήσει την κύηση της με τη βοήθεια μιας βελόνας, θα συναντήσει την Νταγκμαρ μια τοπική ιδιοκτήτρια αρτοποιείου, που δίνει υπόσχεση να την βοηθήσει. Η Νταγκμάρ διευθύνει επίσης ένα υπόγειο παράνομο γραφείο υιοθεσίας για να βοηθά γυναίκες με ανεπιθύμητα μωρά, φυσικά με το αζημίωτο. Η Καρολίνα κοντά της θα βρει στέγη και δουλειά, σύντομα όμως θα ανακαλύψει τις σκοτεινές πλευρές της Νταγκμάρ και της επιχείρησης της.
Ο Μάγκνους φον Χορν δημιουργεί μια ατμοσφαιρική και έντονα συναισθηματική ταινία, χρησιμοποιώντας ασπρόμαυρη φωτογραφία για να ενισχύσει την αίσθηση του σκοταδιού και να απεικονίσει όσο το δυνατόν ποιο πειστικά την Κοπεγχάγη της εποχής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου με τη βοήθεια και του κινηματογραφιστή Μίκαελ Ντίμεκ. Τα στενά σοκάκια, οι σκοτεινές γωνιές ενός εργοστασίου, ο καπνός που αναδύεται από ένα παλιό λουτρό, είναι τα υποβλητικά και κρίσιμα στοιχεία σε αυτή τη ζοφερή ιστορία
για μια γυναίκα που ψάχνει να βρει τη θέση της στον κόσμο.
Ατμοσφαιρική σκηνοθεσία
Υπάρχουν εφιαλτικές σεκάνς όπου τα πρόσωπα περιστρέφονται και παραμορφώνονται μαζί με μια ηχητική υπόκρουση εξίσου υποβλητική, καθώς κινούνται στους βρώμικους δρόμους και στους αφιλόξενους εσωτερικούς χώρους. Το πρώτο μέρος χρειάζεται το χρόνο του για να βυθίσει τον θεατή σε ένα κόσμο αποσύνθεσης ενώ η Καρολίνα ωθείται από τη μια απελπιστική κατάσταση στην άλλη.
Όλα θ΄ανατραπούν από τη στιγμή που κάνει την εμφάνιση της στη σκηνή η Νταγκμάρ, μια ακόμα εκπληκτική ερμηνεία από την Τρίνε Ντίρχολντ, τότε η ταινία πάει σε άλλο επίπεδο.
Ενώ τα γεγονότα πριν από την εμφάνιση της ήταν μακάβρια, μερικές από τις σκηνές στο δεύτερο μέρος είναι εντελώς φρικιαστικές. Ο σκηνοθέτης ξέρει πόσα πρέπει να δείχνει στην οθόνη χωρίς να γίνει άσκοπα υπερβολικός, επιτρέποντας στο μεταξύ στον σχεδιασμό του ήχου να μεταφέρει τον πλήρη αντίκτυπο αυτού που συμβαίνει μακριά από το οπτικό πεδίο. Η υποβόσκουσα φρίκη του τι θα κάνει η Νταγκμάρ στα μωρά που τις δίνουν οι γονείς ξεδιπλώνεται σε μια λεπτή, αργή προσέγγιση.
Αντίθετα η μετρημένη σκηνοθεσία του φον Χορν αφήνει σταδιακά να διαφανεί η ανησυχητική φύση του χαρακτήρα της, ενώ το αρχικά φαινομενικά καλόκαρδο άτομο κρύβει μια κρυφή εκδήλωση καθαρού, ανελέητου κακού. Η ταινία είναι υποψήφια για Όσκαρ στην κατηγορία Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας για τη Δανία.
Ανδρέας Κουταλάς
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα popitandmovieon.gr
