ΤΖΟΥΛΙ ΜΕΝΕΙ ΣΙΩΠΗΛΗ, Η - Νίκος Παλάτος

Όταν ο προπονητής Ακαδημίας tennis τίθεται σε διαθεσιμότητα μέχρι να διαλευκανθεί τυχόν παραβατική συμπεριφορά του, η Ζουλί, η κορυφαία νεαρή αθλήτρια του club, αποφασίζει να τηρήσει παθητική στάση στην έρευνα, μένοντας προσηλωμένη στην προπόνησή της.

Λέγαμε πρόσφατα για τη μανιέρα του σύγχρονου ρουμανικού κινηματογράφου, αλλά και ο βελγικός… δεν πάει πίσω. Πλάι στο πνεύμα των αδελφών Νταρντέν, που έχει στοιχειώσει την φεστιβαλικών προδιαγραφών παραγωγή της χώρας, προστίθεται (πλέον, κατά τα φαινόμενα) κι εκείνο του νεόκοπου Λούκας Ντοντ. Το ντεμπούτο, λοιπόν, του Φλαμανδού Λεονάρντο Βαν Ντιλ αποτελεί παραγωγή των πρώτων, κινούμενο σε ένα σκηνοθετικό ύφος που θα ταίριαζε γάντι στον δεύτερο.

Το «Η Τζούλι Μένει Σιωπηλή» δεν έχει να κάνει με προβληματισμούς που αφορούν θέματα φύλου, αλλά με ένα σκάνδαλο σεξουαλικής κακοποίησης μετ’ αυτοκτονίας του θύματος. Το πρόβλημα είναι πως ο υποτιθέμενος σεναριακός άξονας μένει σταθερά σε δεύτερο πλάνο, καθώς τόσο ο προπονητής όσο και η αθλήτρια, για την οποία ερευνάται το κατά πόσο ώθησε με τις πράξεις του στην αυτοκτονία, δεν αποτελούν παρά δύο απλές ονομαστικές αναφορές. Ο μεν πρώτος «εμφανίζεται» ως φωνή που μιλά τηλεφωνικώς με την Ζουλί, καταθέτοντας τη δική του σκοπιά της υπόθεσης, η δε δεύτερη είναι… ήδη νεκρή.

Τούτο έχει ως αποτέλεσμα το φιλμ να μοιάζει με σπουδή μελέτης ενός και μοναδικού χαρακτήρα, καθώς κάθε πράξη ή λόγος της Ζουλί ενέχει θέση κομματιού ενός αδιόρατου puzzle, που ο θεατής οφείλει να βάλει στη θέση του ώστε να διαβάσει πίσω από τις γραμμές, μήπως και αντιληφθεί τι μέρος του λόγου είναι αυτή η νεαρή, η οποία έχει επιλέξει να κλειστεί στη σιωπή της και στα μισόλογα. Από τη συγκεκριμένη της συμπεριφορά, βέβαια, εγείρονται τρία βασικά ερωτήματα. Έχει κακοποιηθεί και αυτή στο παρελθόν από τον προπονητή Ζερεμί; Γνωρίζει περιπτώσεις συναθλητριών της που έχουν πέσει θύματά του και φοβάται πως αν μιλήσει θα βλάψει την καριέρα της; Δεν ξέρει τίποτα για την υπόθεση, διατηρώντας σχεδόν καθημερινή επικοινωνία με τον coach, περιμένοντας απλά τη μέρα που αυτός θα επιστρέψει στα καθήκοντά του;

Οι προαναφερθείσες απορίες μπορεί να φαντάζουν εύλογες για τον θεατή του φιλμ, ο auteur Βαν Ντιλ, εν τούτοις, δεν δείχνει να συμμερίζεται τις σχετικές ανησυχίες. Αδιαφορώντας να δώσει την οποιαδήποτε απάντηση σχετικά με το «συγκλονιστικό» σκάνδαλο, αναλώνει τη συντριπτική πλειονότητα των εκατό λεπτών διάρκειας του έργου του ανάμεσα στις παραινέσεις των υπευθύνων της Ακαδημίας προς την Ζουλί ν’ ανοίξει το στόμα της και στις ατελείωτες προπονήσεις της δεύτερης στα διάφορα courts. Γεννάται έτσι η εντύπωση πως η σιωπηλή αθλήτρια είναι κάποια υπερφιλόδοξη τενίστρια που έχει μυαλό μόνο για τους αγώνες και τις νίκες, όμως, ουδέποτε κατατίθεται κάτι τέτοιο με τρόπο πειστικό. Αν η Τάσι από τους «Αντίπαλους» (2024) ήταν το ένα άκρο της υπέρμετρα φιλόδοξης τενίστριας, η Ζουλί είναι σίγουρα το (εντελώς) αντίθετο. Δεν εξωτερικεύει ποτέ το (όποιο) πάθος της για το άθλημα, παρά μόνο στέκει… σιωπηλή στη μία μεριά του filet, αφήνοντας τα μπαλάκια των ερωτημάτων να περνούν από δίπλα της. Το κοινό που στέκεται από την άλλη πλευρά μπορεί να την εκλιπαρεί να χτυπήσει (εν είδη απάντησης) ένα (έστω) με τη ρακέτα της. Μάταια, όμως.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ανούσιο όσο και κατατονικό φεστιβαλικό δράμα, που φροντίζει να μην καταλήξει σε κανένα απολύτως συμπέρασμα. Τυπικό (για το σύγχρονο art-house) μη φινάλε, μηδαμινή ανάπτυξη πλοκής. Οι τενιστικές προπονητικές σεκάνς τουλάχιστον είναι αληθοφανείς.

Νίκος Παλάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module