ΠΕΡΑΣΜΑ - Βασίλης Μάλτας

Τα περάσματα από τη συντήρηση στη συμπερίληψη, την προκατάληψη στη συνειδητοποίηση, το εγώ στο εμείς

– “Αυτήν τη ζωή επέλεξε;”, αναρωτιέται η Λία με το πρόσωπό της σκιασμένο από απόγνωση και ντροπή.
– “Δεν νομίζω ότι ήταν επιλογή”, απαντά ο νεαρός Άτσι, συνοδός της στην αναζήτηση τής ανιψιάς της. Ποια άλλη επιλογή μπορούσε να έχει η Τέκλα, η ανιψιά της Λία, παρά να φύγει από την εχθρική προς τα τρανς άτομα μικρή πόλη της Μπατούμι με προορισμό την Κωνσταντινούπολη/Ιστανμπούλ των 15.000.000 ψυχών, το σταυροδρόμι Ασίας και Ευρώπης, εκεί όπου οι άνθρωποι “πάνε για να εξαφανιστούν”, όπως λέει η Λία;- ή να αποκτήσουν κοινωνική υπόσταση μέσω της ένταξης σε κοινότητες με παρόμοια ταυτότητα φύλου.

Ως παλιά δασκάλα η Λία, γνωρίζει βέβαια ότι στη μητρική της γλώσσα, την Γεωργιανή, δεν υπάρχουν άρθρα και γραμματικά γένη, όπως διαβάζουμε στην αρχή της ταινίας, άρα δεν προσδιορίζονται το αρσενικό και το θηλυκό και δεν υπάρχει διάκριση φύλου. Πώς ο τρόπος που ένας άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον κόσμο μέσω της μητρικής του γλώσσας, μπορεί να διαφοροποιηθεί καταλήγοντας σε μια θέασή του όπου η αντίληψη για το φύλο ορίζεται από το δίπολο αρσενικού/θηλυκού βιολογικού φύλου; Γιατί η Λία είχε δεχτεί τον διωγμό της Τέκλα από το οικογενειακό περιβάλλον παρά την αγάπη της για εκείνο το κορίτσι που αυτοπροσδιοριζόταν ως αγόρι; Και, ποιες συνθήκες, γεγονότα, σχέσεις θα συμβάλλουν στη συνειδητοποίηση ότι τα συναισθήματα και η άποψή μας για ανθρώπους που απορρίπτουμε χωρίς να τους έχουμε γνωρίσει αληθινά, δεν είναι δικά μας παρά αναπαράγουμε τις κοινωνικές νόρμες;

Όταν η αδελφή της πεθάνει, η Λία θέλει να εκπληρώσει την υπόσχεσή της να βρει τα ίχνη της Τέκλα. Συχνά, αναζητώντας έναν άνθρωπο του παρελθόντος μας, επιδιώκουμε μια αποκατάσταση, αποζητούμε μια εξιλέωση, αναζητούμε έναν απωθημένο εαυτό.
– “Αν μας έψαχναν οι δικοί μας, θα ήμασταν καλύτερα”: ένα τρανς άτομο ζηλεύει την αγωνία της Λία για την ανιψιά της.
– “Φάε τη γλώσσα σου!”, είναι η απάντηση από άλλο τρανς άτομο: γιατί, πόσοι γονιοί, κηδεμόνες, συγγενείς που η στάση τους έχει χαράξει το τραύμα της απόρριψης μέσα σε ανθρώπους που διαφέρουν, αποκλίνουν, αντιδρούν αποφασιστικά, θα αλλάξουν τελικά ώστε, σαν από θαύμα, να διαγραφεί αυτή η οδύνη που προκάλεσαν; Η Λία, αρκετά μετά τα 60 της, θα’ λεγες ότι γίνεται ένας εκπρόσωπος αυτών των γονιών, κηδεμόνων και συγγενών, όλων όσων μεγαλώνοντας ενδέχεται να προβληματιστούν για τους ρόλους και τις αδιαπραγμάτευτες βεβαιότητες μιας ολόκληρης ζωής. Η επιβίωση πολλών τρανς μέσω της σεξεργασίας, η διαμονή τους σε παλιά, ασυντήρητα κτίρια σε γειτονιές χωμένες σε δαίδαλους από σοκάκια στη χαοτική μεγαλούπολη- “Αυτήν τη ζωή επέλεξε;”, αναρωτιέται η λιγομίλητη Λία με την αυστηρή φυσιογνωμία όπου υφέρπει μελαγχολία: κοιτάζουμε τους άλλους μέσα από στερεοτυπικές εικόνες κι αυτό που βλέπουμε, δεν είναι παρά η εικόνα που έχουμε γι’ αυτούς μέσα από την εικόνα μιας αντικειμενικοποιημένης υποκειμενικότητας που έχουμε για τον εαυτό μας. Η εικόνα των τρανς που η Λία θεωρεί αφύσικη, είναι αντίθετη με την έγνοια που απαντούν στις ερωτήσεις της, την αξιοπρέπεια, τη στωικότητα και το χιούμορ τους ενάντια στις δυσκολίες της καθημερινότητάς τους- γιατί, επιθυμώντας να είμαστε ο εαυτός μας σε κοινωνίες που εκπαιδεύουν την προσαρμογή στα πρότυπά τους, ωθούμαστε σε μια πράξη αντίστασης ώστε να μην μας καθηλώνουν οι προσωπικές και συλλογικές συνέπειες της καταπίεσης.

Σαν τη διεμφυλική Εβρίμ που διασταυρώνεται με την Λία και τον Άτσι, θαρρείς αναπόφευκτα σ’ αυτό το προστατευτικό κουκούλι που έχει διαμορφώσει η τρανς κοινότητα στην αχανή, πολύβουη μεγαλούπολη: η Εβρίμ συνδράμει την Λία, με πνευματώδες χιούμορ αντιμετωπίζει τις ειρωνείες στην απόκρισή της σε αστυνομικούς και πολίτες ότι είναι δικηγόρος (σε Μ.Κ.Ο., μάλιστα) και την αποστροφή του κρατικού γιατρού που υπογράφει τα έγγραφα πιστοποίησης αλλαγής φύλου της (κι όμως, ούτε στην Τουρκική γλώσσα υπάρχουν άρθρα και γραμματικά γένη…)- πόσο μεγάλη η διαφορά του επιφυλακτικού βλέμματος της Λία, όλων όσων κρίνουν παρά ζουν, με το διαπεραστικό, παιχνιδιάρικο βλέμμα της Εβρίμ που πρωτίστως ζει. Η κοινωνικά στοχοποιημένη Εβρίμ και οι δεσμοί αλληλεγγύης που αναπτύσσουν με άλλους τρανς, η Λία κι ο Άτσι που τα βγάζουν πέρα με ελάχιστα χρήματα σε φτηνά μοτέλ και λίγο φαγητό και σταδιακά αναπτύσσουν έναν οικογενειακής φύσης δεσμό, τα δύο ορφανά, άστεγα παιδιά που περιφέρονται ολημερίς στους δρόμους με ένα λαούτο και σχηματίζουν μια αδελφική σχέση ενώ αντιμετωπίζονται σαν αδέσποτα ζώα (στο ακριβό εστιατόριο, κανένας πελάτης δεν τους δίνει ούτε κέρμα παρά με ψυχρή ευγένεια τους νεύουν να απομακρυνθούν): οι ιστορίες τους θα συνδεθούν με ένα υπέροχο μονοπλάνο όπου η κάμερα αφήνει την Λία και τον Άτσι μέσα στο πλήθος των επιβατών ενός πλοιαρίου, διασχίζει τον χώρο όπου οι άνθρωποι μιλάνε, διαβάζουν, πίνουν τσάι- μια ολόκληρη, μικρή ανθρωπογεωγραφία- καταλήγοντας στα δύο ορφανά πριν μας συστήσει την Εβρίμ, φέρνοντάς την κοντά με την Λία και τον Άτσι. Μια μικρογραφία της μεγαλούπολης όπου τόσοι περιθωριοποιημένοι δημιουργούν εστίες αλληλοϋποστήριξης ενώ αγωνίζονται να επιβιώσουν και να γίνουν ορατοί, όπου δημιουργούνται περάσματα από τα παραδοσιακά, συντηρητικά ήθη στη νέα εποχή της συμπερίληψης, από την ταυτότητα που έχει επιβληθεί στην ταυτότητα που επιλέγεται ελεύθερα, από την προκατάληψη στη συνειδητοποίηση, από την άρνηση στην αποδοχή, από το εγώ στο εμείς. Και, θαρρείς γιορτάζοντάς τα, η ταινία μεταδίδει την ενέργεια από γιορτές και γλέντια σε αξέχαστες σκηνές με τραγούδια που μεταδίδουν όχι μόνο καημό αλλά κι ανάταση, όπου η σωματικότητα συμβάλλει στο σπάσιμο των διαχωρισμών, γιατί όταν “η ψυχή μας δίνει ρεύμα, βάζει στα όργανα φωτιά”, ταυτόχρονα με κάθε αφορμή κι αιτία, πάντα γιορτάζουμε την αποδοχή του άλλου- και του άλλου, δικού μας εαυτού.

Η ματιά του Ακίν με ντοκιμαντερίστικο στοιχείο και τη συνδρομή της κάμερας στο χέρι της Λισάμπι Φρίντελ, εξορύσσει την ομορφιά σ’ αυτές τις χωρίς φωτογένεια, άγνωστες, παραμελημένες γειτονιές, απεικονίζοντας γενιές, γλώσσες, κουλτούρες, κοινωνικά φύλα και ταυτότητες φύλων και μεταδίδοντας τρυφερότητα, αποδοχή, θέρμη. Ένα οδοιπορικό αναζήτησης, αποδοχής κι εξιλέωσης που εστιάζει στο ανθρώπινο πρόσωπο, με φυσικές ερμηνείες από τον Κανκάβα ως τον συμπαθητικό, καταφερτζή Άτσι που θέλει να μείνει στην Κωνσταντινούπολη/Ιστανμπούλ και να γνωρίσει τον κόσμο, την Ντουμανλί ως τη δυναμική Εβρίζ και, προεξάρχουσα, την Μ. Αραμπούλι ως Λία σ’ ένα ολόκληρο εσωτερικό ταξίδι αυτογνωσίας από τον θυμό και την απελπισία ως τη λύτρωση και το άνοιγμα. Κι αν η απεικόνιση της ρατσιστικής συμπεριφοράς προς την τρανς κοινότητα είναι κάπως στρογγυλεμένη- μια κοινότητα που πάντα διωκόταν κι εγκαταλειπόταν στον μαζικό θάνατο στις κοινωνίες μας- η ανθρωποκεντρική σκηνοθετική ματιά διαχέεται συγκινητικά μεταδίδοντας πόσο φυσικές είναι η επιθυμία και η ανάγκη για το “εμείς”, όσο κι αν θάβονται κάτω από προκαταλήψεις, δεδομένες απαντήσεις κι αρνήσεις να διαβαίνουμε τα περάσματα που μας συνδέουν με τους άλλους.

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr
 

 

 

 

 

 

Smart Search Module