ΝΕΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΡΘΕ ΠΟΤΕ, Η - Νίκος Παλάτος

Βουκουρέστι, 20 Δεκεμβρίου 1989. Ένα τυπικό εικοσιτετράωρο από τη ζωή μιας χούφτας Ρουμάνων πολιτών, οι οποίοι δεν μπορούν (ασφαλώς) να φανταστούν πως από την επόμενη κιόλας μέρα το καθεστώς του Νικολάι Τσαουσέσκου θα καταρρεύσει.

Μοιάζει αδύνατον για τον επονομαζόμενο «νέο ρουμανικό κινηματογράφο» να απογαλακτιστεί από το δίπολο στο οποίο έχει άτυπα καταδικαστεί από τους auteur εκπροσώπους του. Οι ταινίες της «σχολής» καταπιάνονται κατά κανόνα είτε με τη σύγχρονη πραγματικότητα, ξεμπροστιάζοντας την κρατική (συνήθως) διαφθορά, είτε καταφεύγουν στο κομμουνιστικό παρελθόν της χώρας, αντλώντας έμπνευση από την απελπισία της συγκεκριμένης εποχής. «Η Νέα Χρονιά που δεν Ήρθε Ποτέ» ποντάρει στο δεύτερο, ρίχνοντας κλεφτές «κατασκευαστικές» ματιές στο «Μανόλια» (1999) του Πολ Τόμας Άντερσον. Θα ήταν πιο δίκαιο, όμως, να παραλληλιστεί (και ένεκα τοπικότητας) με το δικό μας «1968» (2018) του Τάσου Μπουλμέτη. Η διαφορά είναι πως αντί για έναν σπουδαίο αγώνα καλαθοσφαίρισης εν μέσω δικτατορίας, κάπου στο βάθος του ορίζοντα του Βουκουρεστίου έρχεται η επανάσταση!

Περιορίζοντας την πλοκή της ταινίας του σε μία σχεδόν ημέρα, ο πρωτοεμφανιζόμενος Μπογκντάν Μουρεσάνου απλώνει στις δύο και πλέον ώρες διάρκειας του έργου τέσσερα αυτοτελή (κατά κάποιο τρόπο) επεισόδια, τα οποία με τον έναν ή τον άλλον τρόπο διασταυρώνονται μεταξύ τους. Ένας απροσάρμοστος φοιτητής σχεδιάζει μαζί με κολλητό του φίλο να περάσουν τα σύνορα μέσω του Δούναβη, μία ηλικιωμένη χήρα αρνείται ν’ αποχωριστεί το προς κατεδάφιση σπίτι της, τυπικός εργάτης με γυναίκα και παιδί χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του όταν αντιλαμβάνεται πως ο γιος του ζήτησε για λογαριασμό του (με γράμμα!) ως δώρο από τον Άγιο Βασίλη να πεθάνει ο… «θείος Νικ(ολάι)», ενώ ο σκηνοθέτης του πρωτοχρονιάτικου τηλεοπτικού προγράμματος οφείλει να βρει άμεση λύση στο σοβαρότατο «τεχνικό» πρόβλημα που προέκυψε, εξαιτίας της αποσκίρτησης της πρωταγωνίστριας της ήδη γυρισμένης εκπομπής!

Συστήνοντας μία πινακοθήκη τυπικών χαρακτήρων της περιόδου (ο μαλλιάς φοιτητής, η τιμημένη εργατιά, ο κατά βάθος αγαθός ασφαλίτης), ο Μουρεσάνου ποντάρει τα περισσότερα (αν όχι όλα) στην τραγική ειρωνεία που προκύπτει από το γεγονός πως όλοι οι ήρωές του περνούν (ελέω καθεστώτος) μία ανυπέρβλητα δύσκολη στιγμή την οποία αδυνατούν να υπερκεράσουν, μη γνωρίζοντας (ασφαλώς) πως από την επόμενη κιόλας μέρα τα συγκεκριμένα τους προβλήματα θα πάνε… περίπατο. Η πτώση του καθεστώτος από την οπτική γωνία διαφορετικών μεταξύ τους τάξεων προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο σαρκαστικά αστείο και στο ενδοσκοπικά θλιμμένο, αδυνατώντας να αντικατοπτρίσει το γενικότερο ιστορικό πλαίσιο με τρόπο που να μην μοιάζει ότι λειαίνει τις γωνίες. Η επί της ουσίας κριτική στο σύστημα διακυβέρνησης του Νικολάι Τσαουσέσκου αντικαθίσταται από μια λαϊκίστικου τύπου προσέγγιση που καταγγέλλει μεν, αναπολώντας το «γλαφυρό» της υπόθεσης δε.

Ειδικότερα το επεισόδιο με τη χήρα μάνα φαίνεται ότι ως μοναδικό λόγο ύπαρξης έχει να δείξει πως και οι «σκληροί» ακόλουθοι του καθεστώτος είχαν καρδιά, ενώ η όλη φάση με τους «αναρχικούς» φοιτητές είναι μία από τα (πάρα πολλά) ίδια που κατά καιρούς έχουμε δει. Δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα οι δύο αυτές υποπλοκές (παρά μόνο extra λεπτά διάρκειας που στο τέλος τα… νιώθεις), σε σημείο που και καθόλου να μην υπήρχαν… η ταινία περίπου ίδια θα έβγαινε. Αντιθέτως, η ιστορία με την τηλεοπτική εκπομπή διαθέτει μια καλοδεχούμενη αύρα ιλαροτραγωδίας, θέτοντας σταδιακά στο επίκεντρό της τον μοναδικό χαρακτήρα του φιλμ που έχει ουσιαστικό λόγο και έργο. Η Φλορίνα, η θεατρική ηθοποιός που επιλέγεται (λόγω ομοιότητας) ώστε να ξαναγυρίσει τις σκηνές της συναδέλφου της που «την έκανε», καταθέτει αξιέπαινη τόλμη και αποφασιστικότητα, διαχωρίζοντας με σαφήνεια τον οπορτουνισμό από τις σαφείς ηθικές της αρχές και αξίες.

Η κλιμάκωση όλων αυτών των μικρών ιστοριών έρχεται μέσω ενός εικοσάλεπτου σκηνοθετικού «tour de force», που μπλέκοντας τηλεοπτικά στιγμιότυπα από τη συγκέντρωση «ταφόπλακα» του καθεστώτος Τσαουσέσκου της 21ης Δεκεμβρίου 1989 με μυθοπλασία υπό τους ήχους του «Boléro» του Μορίς Ραβέλ, αναδύει την οσμή του ντοκουμέντου για «να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι». Σε εμένα, πάντως, περισσότερο σε φάρσα έφερε όλο αυτό, που υποβαθμίζει με τρόπο άτυχο το (πλέον) ιστορικό γεγονός της σύγχρονης Ρουμανίας, μιας και η επανάσταση φαίνεται να ξεκίνησε όχι γιατί ο στρατός σκότωνε κόσμο στην Τιμισοάρα ή επειδή ο λαός δεν είχε ψωμί να φάει, αλλά για ένα γράμμα στον… Άγιο Βασίλη! Η τελευταία μου παρατήρηση έχει να κάνει με το στυλ κινηματογράφησης: αγαπητοί Ρουμάνοι (και όχι μόνο) σκηνοθέτες, όχι άλλο κάμερα στο χέρι χάριν «ρεαλισμού»!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ανακύκλωση της συνηθισμένης ρουμάνικης θεματολογίας που σατιρίζει με μικρή επιτυχία το κομμουνιστικό παρελθόν της χώρας, ενώ το κριτικάρει εν μέσω πλήρους αποτυχίας. Αδικαιολόγητη διάρκεια, αλλά και ψήγματα γνήσιου feelgood λαϊκού θεάματος, το οποίο στουκάρει με ένα ατυχώς μεγαλόπνοο φινάλε. Το «4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Μέρες» (2007) παραμένει το (μακράν) κορυφαίο δείγμα της «νέας ρουμανικής σχολής». Ακόμα!

Νίκος Παλάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module