COMPLETE UNKNOWN, A - Γιάννης Ραουζαίος

Η ταινία A Complete Unknown ξεκινά από τις πρώτες στιγμές της καριέρας του Bob Dylan, όταν η φωνή του άρχισε να αντηχεί σαν ένας ψίθυρος αλλαγής στον κόσμο.

Η εποχή της δεκαετίας του ’60, με τις κοινωνικές αναταράξεις και την ανάδυση της αντικουλτούρας, προσέφερε το ιδανικό υπόβαθρο για έναν καλλιτέχνη που δεν ήθελε να τραγουδήσει μόνο τραγούδια αλλά να αφηγηθεί ιστορίες για έναν κόσμο που αλλάζει. Η σκηνοθεσία του James Mangold καταφέρνει να αποδώσει την ατμόσφαιρα μιας εποχής γεμάτης συγκρούσεις, ελπίδες και προκλήσεις.

Η εικόνα του Dylan να φθάνει με ωτοστόπ στην Νέα Υόρκη για να συναντήσει το ίνδαλμα του το Γούντι Γκάθρι και η γνωριμία του τόσο με εκείνον, στο νοσοκομείο όπου θα περνούσε τα τελευταία έτη της ζωής του, όσο και με τον Πητ Σήγκερ-υποδειγματικά ερμηνευμένο από τον Έντουαρντ Νόρτον!- καθώς και λίγο μετά ο ίδιος να κρατά την κιθάρα του σε μικρά καφέ της Νέας Υόρκης, πριν γίνει το σύμβολο μιας γενιάς, αποτελεί τον πυρήνα του πρώτου κεφαλαίου της ταινίας. Η μουσική του μετατράπηκε σε εργαλείο διαμαρτυρίας και κοινωνικού σχολιασμού, μια γέφυρα που ενώνει το προσωπικό με το συλλογικό. Οι πρώτες του συνθέσεις, όπως το Blowin’ in the Wind, αναδύονται από την οθόνη όχι απλώς ως τραγούδια, αλλά ως μανιφέστα μιας γενιάς που διψούσε για αλλαγή. 

Η ΑΝΤΙΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΚΑΙ Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Η δεκαετία του ’60 χαρακτηρίζεται από την ανάδυση μιας αντικουλτούρας που αμφισβητούσε τα παραδοσιακά πρότυπα και τις κοινωνικές δομές. Ο Dylan γίνεται η φωνή αυτής της επανάστασης, συνδέοντας την ποίηση, τη μουσική και τη διαμαρτυρία σε έναν αρμονικό συνδυασμό. Στην ταινία, αυτή η πορεία παρουσιάζεται μέσα από στιγμές-ορόσημα, όπως οι εμφανίσεις του σε σημαντικά φεστιβάλ και οι αντιπαραθέσεις με τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης της εποχής.

Η μουσική επένδυση, με τραγούδια όπως το The Times They Are a-Changin’, λειτουργεί ως αφηγητής της ιστορίας, ενώ η παρουσίαση του Dylan σε σκηνές διαμαρτυρίας και πολιτικής δράσης ενισχύει τη σύνδεση της τέχνης του με το κοινωνικό γίγνεσθαι. Η ταινία αναδεικνύει το θάρρος του να μιλήσει για ζητήματα φυλετικής ισότητας, ειρήνης και ατομικής ελευθερίας, προσδίδοντας διαχρονικότητα στο έργο του. 

ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ

Μέσα στην επανάσταση, ο Dylan παραμένει ένας ρομαντικός χαρακτήρας, παγιδευμένος ανάμεσα στις προσωπικές του σχέσεις και την καλλιτεχνική του φιλοδοξία. Η ταινία δίνει έμφαση σε  συντρόφους του όπως η Sylvie Rousso( Elle Fanning) , ευαίσθητη και άμεση και ταλαντούχα  αλλά πολύ διαφορετική  από την  εντός της υπόγειας μου  σκηνής – και μεγάλο έρωτα του -Joan Baez η οποία υποδύεται την πιο καθοριστική ερωτική  φιγούρα στη ζωή του. Η χημεία ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές Timothee Chalamet( Bob Dylan ) και  Monica Barbaro( Joan Baez) αποτυπώνεται με λεπτότητα, αναδεικνύοντας την ένταση, την έλξη και τις διαφωνίες που χαρακτήρισαν τη συνεργασία τους.

Οι κοινές τους εμφανίσεις, όπως στο Newport Folk Festival, παρουσιάζονται μέσα από τον φακό της οικειότητας, ενώ η ρήξη τους αποδίδεται ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της διαφορετικής τους θεώρησης για την τέχνη και την πολιτική. Tαυτόχρονα όμως αυτή η ρήξη γίνεται η έκφραση της τελικής μοναχικοτητας αλλά και της απόλυτης επιλογής του Dylan ως ελεύθερης και χωρίς την ένταξη σε καμία κανονικό ποίηση και προβλέψιμο τη τα ύπαρξης. Εδώ, η ταινία ακροβατεί ανάμεσα στο ρομαντικό και το τραγικό, προσφέροντας μια βαθιά ανθρώπινη διάσταση στον χαρακτήρα του Dylan αλλά και την διάσταση της διαρκούς εοιζηρησης από εκείνου του Υψηλού. Απόλυτα όμως και στα πάνω και στα κάτω του χαρακτήρα προσδιορισμενου στην επαφή του με αυτό από τον ίδιο. 

Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ

Μια από τις πιο εμβληματικές στιγμές της καριέρας του Dylan, η στροφή προς τον ηλεκτρικό ήχο στο Newport το 1965, αποτελεί σημείο καμπής τόσο για τον ίδιο όσο και για τη μουσική σκηνή της εποχής. Η ταινία αποτυπώνει αυτή τη μετάβαση ως πράξη καλλιτεχνικής τόλμης, που προκάλεσε τόσο θαυμασμό όσο και αντιδράσεις.

Η ερμηνεία του Chalamet σε αυτή τη σκηνή είναι συγκλονιστική, αποδίδοντας τον Dylan ως έναν καλλιτέχνη που διχάζεται ανάμεσα στην ανάγκη να παραμείνει πιστός στο κοινό του και στη δέσμευσή του να εξελιχθεί. Οι αντιδράσεις του κοινού, άλλοτε ενθουσιώδεις και άλλοτε αρνητικές, αντικατοπτρίζουν τη σύγκρουση ανάμεσα στο παλιό και το νέο, που χαρακτήριζε την ίδια την εποχή.

ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

Το A Complete Unknown δεν είναι απλώς μια βιογραφική ταινία ούτε καν μια ροκ τέτοια! Είναι μια φαινομενολογική εξερεύνηση της ύπαρξης του Bob Dylan, που εστιάζει στις αντιφάσεις, τις αναζητήσεις και τις επιλογές του. Κάθε σκηνή της ταινίας αποτελεί έναν στοχασμό πάνω στην έννοια της ταυτότητας, της αυθεντικότητας και της ελευθερίας.

Η σκηνοθεσία του Mangold χρησιμοποιεί την εικόνα και τη μουσική ως εργαλεία για να αποκαλύψει τις βαθύτερες πτυχές του χαρακτήρα του Dylan. Οι σιωπές, οι στιγμές ενδοσκόπησης και οι στίχοι των τραγουδιών του λειτουργούν ως καθρέφτης των συναισθημάτων του, επιτρέποντας στον θεατή να βιώσει την πορεία του με έναν σχεδόν διαισθητικό τρόπο.

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ DYLAN

Το τελευταίο μέρος της ταινίας αφιερώνεται στην επίδραση του Dylan στον κόσμο. Η μουσική του έγινε οικουμενική, ξεπερνώντας τα όρια του χρόνου και του χώρου, και συνεχίζει να εμπνέει νέες γενιές καλλιτεχνών και ακροατών.

Η ταινία καταφέρνει να αποδώσει αυτή την κληρονομιά με σεβασμό και δέος, κλείνοντας με μια συγκινητική σκηνή που υπενθυμίζει στον θεατή ότι ο Dylan δεν ήταν ποτέ απλώς ένας μουσικός. Ήταν (και παραμένει) ένας ποιητής, ένας φιλόσοφος και ένας καλλιτέχνης που τόλμησε να κοιτάξει τον κόσμο κατάματα και να τραγουδήσει την αλήθεια του.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το A Complete Unknown είναι μια πολυδιάστατη δημιουργία. Πέρα από μια ταινία για έναν μεγάλο δημιουργό είναι και ένα ταξίδι στον χρόνο, μια εσωτερική αναζήτηση και μια ωδή στην τέχνη του Bob Dylan. Με τη σκηνοθετική μαεστρία του James Mangold και την καθηλωτική ερμηνεία του Timothée Chalamet, η ταινία αποδεικνύει ότι η ιστορία του Dylan είναι τόσο διαχρονική όσο και η μουσική του.

Αυτό που μένει στο τέλος δεν είναι μόνο οι στίχοι και οι νότες, αλλά η αίσθηση ότι η τέχνη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο αλλά και τον εαυτό μας  – και ο Dylan υπήρξε το ζωντανό παράδειγμα αυτής της αλήθειας.

Γιάννης Ραουζαίος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα myfilm.gr

Smart Search Module