ΟΛΑ ΟΣΑ ΦΑΝΤΑΖΟΜΑΣΤΕ ΩΣ ΦΩΣ - Θοδωρής Δημητρόπουλος

 

Τρεις γυναίκες στο Μουμπάι προσπαθούν να κρατήσουν το συναίσθημα ζωντανό για τις ζωές τους και τις σχέσεις τους, που απειλούνται να σιγοσβήσουν μέσα σε ένα καταπιεστικό, μουντό περιβάλλον. Η νοσοκόμα Πράμπα συγχύζεται όταν λαμβάνει ένα δώρο από τον απομακρυσμένο της σύζυγο, που βρίσκεται σε άλλη ήπειρο. Η νεότερη συγκάτοικός της, Άνου, θέλει απλώς να βρει ένα μέρος μες στην πυκνοκατοικημένη πόλη όπου να μπορεί να αγγίξει το αγόρι της, σα να μη τους κοιτά (και να μην τους ελέγχει) κανείς. Η νοσοκόμα Πάρβατι απειλείται με έξωση από το μόνο σπίτι που έχει γνωρίσει εδώ και δεκαετίες σε αυτή την πόλη – επειδή η «ανάπτυξη» δε νοιάζεται ούτε για τα άτομα, ούτε για τις προσωπικές τους ιστορίες.

Μυθοπλαστικό ντεμπούτο για την ινδή Παγιάλ Καπάντια, που πριν 3 χρόνια μας είχε δώσει το ανατριχιαστικό ντοκιμαντερίστικο essay film “A Night of Knowing Nothing”, για μια σχέση την οποία μας αφηγείται η χαμένη αλληλογραφία ανάμεσα σε δύο άτομα, μέσα από την οποία μαθαίνουμε για τις δραστικές κοινωνικοπολιτικές αλλαγές που συντελέστηκαν γύρω τους την ίδια περίοδο. Με όμοιο τρόπο, το “Όλα Όσα Φανταζόμαστε Ως Φως” εξερευνά κοινωνικοπολιτικές συνθήκες μέσα από προσωπικές δυναμικές, με τον πιο λυρικό τρόπο.

Το φιλμ, που τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες, είναι ένα ποίημα, φτιαγμένο από τα πιο απλά υλικά. Η αίσθηση της απόστασης και της επιθυμίας, συντετριμμένες μέσα σε έναν αστικό ιστό φτιαγμένο για να καταστρέφει ανθρώπους και όνειρα. Η Καπάντια καταλαβαίνει πως το σινεμά είναι το θρόισμα του αέρα· αφήνει το φως και τους ήχους της πόλης και τα βλέμματα να σμιλέψουν τις ηρωίδες της στην διάρκεια ενός θαυμάσιου πρώτου μέρους. Εκεί όπου τα πάντα είναι καταπιεσμένα, και η επαναστατική πράξη είναι ένα πηγαίο γέλιο ή το κράτημα ενός χεριού μέσα σε ένα πλήθος κόσμου, με την κάμερα πάντα σε απόσταση.

Ίσως η πιο επίμονη εικόνα της ταινίας είναι δυο γυναίκες, στη διάρκεια μιας νύχτας όπου ο εξευγενισμός μοιάζει να κοιμάται, να πετούν πέτρες στην ταμπέλα ενός από αυτά τα αδηφάγα κατασκευαστικά πρότζεκτ του gentrification – και το γέλιο τους καθώς τρέχουν μακριά.

Η Καπάντια βρίσκει χρόνο και χώρο για να κινηματογραφήσει το Μουμπάι ως ένα ενδιάμεσο αέναο μέρος, ως ένα τόπο συνάντησης ανθρώπων που μιλάνε διαφορετικές γλώσσες κι έχουν διαφορετικές επιθυμίες, αλλά καταπιέζονται όλοι από το ίδιο ακραίο σύστημα κάστας. Στον τερματικό σταθμό του καπιταλισμού, δυο γυναίκες προσπαθούν απλά να νιώσουν ένα άγγιγμα χωρίς η σκληρή συστημική κατασκευή γύρω τους να θελήσει να τις ισοπεδώσει. (Ένα μοτίβο που κυριαρχεί και στο εκπληκτικό της ντοκιμαντέρ, με μια και πάλι έντονα πολιτικοποιημένη ματιά γύρω από τον ρομαντικό σκελετό.)

Στο δεύτερο μέρος της ταινίας οι τρεις γυναίκες ταξιδεύουν σε ένα παραλιακό μέρος, όπου οι επιθυμίες αρχίζουν πλέον να εκδηλώνονται. Η Καπάντια κινηματογραφεί αυτή την απελευθέρωση δίχως ποτέ να σπάει τόνο σε σχέση με το υπόλοιπο φιλμ. Τα πάντα είναι ακόμα τρυφερά, πληγωμένα, διστακτικά. Όμως η διακριτική έστω μετατόπιση είναι εκεί: Οι δύο γυναίκες μοιράζονται περισσότερο χρόνο (στο πρώτο μέρος είναι σαν η πόλη να τις κρατά μακριά, κι ας μένουν μαζί), οι ξεθωριασμένοι μπλε τόνοι του πρώτου μέρους δίνουν τη θέση τους σε ανοιχτά χρώματα του ήλιου και της πέτρας, κι ακόμα και το τζαζ μοτίβο που διατρέχει την ταινία αλλάζει σε κάτι που ακούγεται λιγότερο διερευνητικό, και περισσότερο σίγουρο.

Με επιρροές από άλλους auteurs ενός σινεμά για τη θέση του ανθρώπου μέσα σε στοιχειωμένη και επιβλητική φύση (Απιτσατπόνγκ, Αλίτσε Ρορβάχερ, Μιγκέλ Γκόμες), η Καπάντια πλέκει ένα λεπτοκεντημένο αριστούργημα πάνω στην απόσταση, στην επιθυμία και τον εγκλωβισμό της στη μοντέρνα αστική καταπίεση του καπιταλισμού. Χρησιμοποιεί τη μουσική, τα βλέμματα, τις αποχρώσεις του φωτός, τους ήχους, τη θάλασσα – όλα αυτά που κανείς ποτέ δε θα μπορέσει να πάρει από εμάς.

Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr

Smart Search Module