Βρισκόμαστε στη πόλη του Μεξικού στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Σαν σαρανταποδαρούσα, ο Γουίλιαμ Λι (Ντάνιελ Κρεγκ) περιφέρεται στα σοκάκια της πόλης κάθε βράδυ αναζητώντας το επόμενο θήραμα του. Μια καθημερινή ρουτίνα, συνοδευόμενη από μεγάλη δόση αλκοόλ και ηρωίνης, προσπαθώντας να κρύψει μια απέραντη μελαγχολία, γεγονός που τον οδήγησε να ζει εξόριστος, μακριά από τη συντηρητική κοινωνία της Βορείου Αμερικής. Οι δρόμοι της πόλης, διακοσμημένοι από τις μαγευτικές προσόψεις των κτιρίων της, δίνουν τον απαραίτητο χώρο αλλά και την ελευθερία να εξερευνήσουν και να ικανοποιήσουν, τόσο οι ντόπιοι, όσο κι οι επισκέπτες, τις πιο ακραίες σεξουαλικές τους επιθυμίες χωρίς κανένα περιορισμό.
Κατά τη διάρκεια της ημέρας το μπαρ Ship Ahoy, γίνεται το προσωρινό καταφύγιο για τους ξένους που θέλουν να ξεφύγουν από την έντονη, νοσταλγική αλλά και τις επιπτώσεις της σωματικής συνεύρεσης της βραδιάς που προηγήθηκε. Ένα σημείο συνάντησης όπου ο Λι μοιράζεται τις επιθυμίες και τις τύψεις του με
μερικούς συμπατριώτες του, καθώς σχεδιάζουν την επόμενη στρατηγική για μια ακόμα νυχτερινή απόλαυση. Σε μια τέτοια βραδιά όπου ο ουρανός φωτίζεται από το φως του φεγγαριού, ο Λι ανταλλάσσει ματιές με τον Γιουτζίν Άλερτον (Ντριού Στάρκι), ένα αινιγματικό νεαρό με πολύ προσεγμένη εμφάνιση.
Η επιθυμία για έναν ανεκπλήρωτο έρωτα τον κατατρώει, γεγονός που τον ωθεί να ξεκινήσει ένα μακρινό ταξίδι στη Νότια Αμερική αναζητώντας το γιάγκι, ένα ψυχεδελικό φυτό που χρησιμοποιείται από αρκετούς αυτόχθονες πληθυσμούς της περιοχής, το οποίο υποτίθεται ότι δίνει τηλεπαθητική δύναμη σε όποιον το χρησιμοποιεί. Ο Λι απευθύνει πρόσκληση στο νεαρό να τον συνοδεύσει σε αυτό το ταξίδι, προκειμένου να βρει μια μορφή στενότερης επικοινωνίας μαζί του έτσι ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να εκφράσει τα συναισθήματα του που τον καταπιέζουν. Ο νεαρός δέχεται την πρόταση ξεκινώντας ένα άγνωστο ταξίδι που θα αλλάξει τη ζωή τους για πάντα.
Για αρκετά χρόνια ο Λούκα Γκουαντανίνο ήθελε να μεταφέρει στην οθόνη το ομώνυμο μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα Γουίλιαμ Σ, Μπάροουζ, κάτι που κατάφερε μετά την ολοκλήρωση της ταινίας Challengers (Οι αντίπαλοι). Τότε παρουσιάστηκε η ευκαιρία και με τη συμβολή του σεναριογράφου Τζάστιν Κούριτσκες, με τον οποίο είχε συνεργαστεί και με την παραγωγή για τον κόσμο του τένις, το υλοποίησε.
Στο Queer, ο κύριος χαρακτήρας λειτουργεί σαν υποκατάστατο του Μπάροουζ, ο οποίος έζησε στο Μεξικό στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και ανέπτυξε εθισμό στα οπιοειδή και του οποίου και οι αισθηματικές αναπαραστάσεις είναι μια αντανάκλαση της δικής του σεξουαλικής αναζήτησης. Συνδυάζοντας στοιχεία του Call Me By Your Name με της Suspiria, ο Ιταλός σκηνοθέτης κατασκευάζει μια άκρως ατμοσφαιρική ιστορία, λουσμένη στα έντονα φώτα και τον ιδρώτα των κορμιών, όπου τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας εξαφανίζονται. Μια συγκλονιστική και προκλητική οδύσσεια που εξερευνά την ανθρώπινη φύση και την προσπάθεια να αγαπήσεις και να αγαπηθείς.
Ο Ντάνιελ Κρεγκ δίνει μια ριψοκίνδυνη ερμηνεία που είναι μια πλήρης στροφή από τα προηγούμενα έργα του ως μυστικός πράκτορας Τζέιμς Μποντ ή ιδιωτικός ερευνητής Μπενουά Μπλάνκ. Ο Βρετανός ηθοποιός, μας βυθίζει στη μελαγχολία και προσπαθεί να βάλει σε τάξη τα κομμάτια της ζωής του για
να βρει τελικά εκείνη την ευτυχία που του έχουν στερήσει. Μας οδηγεί συνεχώς σ’ ένα μονοπάτι που γίνεται όλο και πιο θολό, όπου οι εφιάλτες και οι αυταπάτες είναι τόσο αληθινές όσο και τα βάσανα που κουβαλά μέσα του. Είναι καθηλωτικός ως άνθρωπος που χρησιμοποιεί αλκοόλ και ηρωίνη για να ξεφύγει από την αίσθηση ότι δεν μπορεί ποτέ να έχει μια ευτυχισμένη ζωή.
Ένας ρόλος που μας φέρνει πίσω στο 1998 στα πρώτα του βήματα στη μεγάλη οθόνη στη ταινία Love is the Devil: Study for a Portrait of Francis Bacon (Αγάπη είναι ο διάβολος) όταν συμπρωταγωνιστούσε στη βιογραφία του Βρετανού ζωγράφου Φράνσις Μπέικον, ενσαρκώνοντας τον εραστή του Τζορτζ Ντράιερ, ένα μικροαπατεώνα, εθισμένο στα ναρκωτικά.
Ο Ντρου Στάρκι από την άλλη, προσφέρει μια ώριμη ερμηνεία, με το αδιαπέραστο βλέμμα του μας μεταφέρει την συναισθηματική αβεβαιότητα του Άλερτον αποτυπώνοντας την εσωτερική πάλη του νεαρού ήρωα, ο οποίος δηλώνει ’’δεν είμαι queer είμαι αποσαρκωμένος’’. Βρίσκεται συνεχώς σε μια διάσταση που προκαλείται από τον φόβο της αποδοχής της αληθινής του σεξουαλικότητας. Ο Τζέισον Σβάρτσμαν και ο Λέσλι Μάνβιλ συμπληρώνουν το βασικό καστ με σύντομους αλλά απολαυστικούς και εξαιρετικά αξέχαστους δεύτερους ρόλους.
Σημαντικό ρόλο επίσης παίζει και η μουσική επιλογή της ταινίας, αντί να γεμίζει με μελοδραματικούς ρυθμούς του μπολερό και της τοπικής μουσικής, χρησιμοποιεί μια καταπληκτική συλλογή αναχρονιστικών τραγουδιών των δεκαετιών ’80 και ’90, ντύνοντας το με τραγούδια των Nirvana, Prince και New Order σε συνδυασμό με μια κυκλοθυμική παρτιτούρα των Trent Reznor και Atticus Ross.
Τελικά ο Γκουαντανίνο φτιάχνει μια σαγηνευτική και προκλητική ιστορία, μια ιστορία που μελετά τα άγνωστα της αγάπης καθώς η ταινία είναι μια τραγωδία για τη δυστυχία του να έχεις ζήσει μια κρυφή ζωή κάτω από την κοινωνική καταπίεση. Μιας αγάπης που δεν μπορεί να υπάρξει σ’ έναν κόσμο που είναι υπεύθυνος για την καταστροφή του.
Ανδρέας Κουταλάς
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα popitandmovieon.gr
