Το 1950, ο 50άρης Γουίλιαμ Λι, αμερικάνος στην πόλη του Μεξικό, περνά τις μέρες του μοναχικά, σουλατσάροντας στα σοκάκια της πόλης, μπαινοβγαίνοντας στα ίδια μπαρ, συναντώντας τα ίδια πρόσωπα, κάνοντας τις ίδιες καταχρήσεις. Ατελείωτη κατανάλωση αλκοόλ, κάθε πιθανή στιγμή της μέρας. Και τσιγάρα, πάρα πολλά τσιγάρα. Ο Λι έχει ρουτίνα αλλά στο μάτι του θεατή μοιάζει να κινείται χαοτικά. Είναι κάτι σαν μοτίβο που θα είχε μια μύγα, που ποτέ δε μπορείς να προβλέψεις με ακρίβεια πού θα σταθεί.
Εν προκειμένω όμως, ο Λι θα σταθεί όχι σε ένα μέρος, αλλά σε ένα πρόσωπο. Νέος στην πόλη, ο Γιουτζίν Άλερτον θα καθηλώσει τον Λι ο οποίος κατευθείαν θέλει να τον ξέρει, θέλει να είναι κοντά του, θέλει να ξέρει για αυτόν – και φυσικά, θέλει αυτόν.
Πάνω σε αυτή την επιθυμία που συστέλλει και διαστέλλει το χρόνο, ο Γκουαντανίνο στήνει το κάδρο του πάνω στον Λι του Ντάνιελ Κρεγκ, o οποίος με τη σειρά του στήνει το δικό του κάδρο πάνω στον Γιουτζίν του Ντρου Στάρκι – αναμφίβολα μια από τις αποκαλύψεις της χρονιάς. Ο Λι προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει τον Γιουτζίν, αρχικά σε ένα επίπεδο σεξουαλικότητας. Μερικές από τις πιο απολαυστικές σκηνές της ταινίας έρχονται νωρίς, όσο ο Λι πετάει δολώματα στις συζητήσεις του με τον Γιουτζίν μπας και εκείνος τσιμπήσει, αλλά η απορία παραμένει: «Is he queer?»
Η ταινία βασίζεται στο βιβλίο του Γουίλιαμ Μπάροουζ, του οποίου τα διάφορα αφηρημένα στοιχεία τον κάνουν δύσκολο συγγραφέα να αποτυπωθεί στη μεγάλη οθόνη. Στο “Γυμνό Γεύμα”, ο Ντέιβιντ Κρόνεμπεργκ πέτυχε διάνα εισάγοντας βιογραφικά στοιχεία μέσα στην αφήγηση, ενισχύοντας έτσι τα αφηρημένα στοιχεία και ανάγοντάς τα σε κάτι ισχυρά πολυεπίπεδο. Ο Γκουαντανίνο έχει άλλες ιδέες, με ενδιαφέρον ίσως, αλλά όχι πάντα πετυχημένες καθώς συναντά κάποια απροσπέλαστα προβλήματα.
Με ένα σενάριο από τον Τζάστιν Κουρίτσκις (του “Challengers”, του σπουδαίου περσινού φιλμ του Γκουαντανίνο) που σπάει την ιστορία σε κεφάλαια διαφορετικών τόνων αλλά και αίσθησης ταχύτητας, ο Γκουαντανίνο μοιάζει να εξερευνά ξεχωριστά κομμάτια της ψυχής στην κάθε ενότητα της ιστορίας. Το πρώτο και μεγαλύτερο ακολουθεί τον Λι σε αυτή την καθημερινότητα ρουτίνας που κάπως σα να ξεβιδώνεται όταν εμφανίζεται ο Γιουτζίν. Ξαφνικά η μοναξιά του αντικατοπτρίζεται στο πρόσωπο του αντικειμένου του πάθους του. Τα συναισθήματά του ζωντανεύουν, αποκτούν ξανά λόγο ύπαρξης, τον περικυκλώνουν – και φυσικά τον πονούν.
Η κάμερα είναι διαρκώς πάνω του στον Λι, όπως αυτός αποτυπώνεται από έναν σπουδαίο Ντάνιελ Κρεγκ, που μοιάζει διαρκώς εύθραυστος αλλά και διαρκώς αξιοπερίεργος. Ο Λι κινείται μέσα στα εμφανή σκηνικά μιας πόλης, σε ένα σύμπαν τεχνητό που είναι όμως γεμάτο από αμέτρητες λεπτομέρειες που σηματοδοτούν μια ζησμένη ζωή. Κάθε χώρος είναι γεμάτος μισοτελειωμένα ποτήρια ρούμι και μισοσβησμένα τσιγάρα, και κάθε κορμί στάζει από τον ιδρώτα, σαν αποδείξεις πως αυτοί οι άνθρωποι κάποτε υπήρξαν, σαν μια απέλπιδα προσπάθεια να αφήσουμε το στίγμα μας στο σύμπαν – μια ύπαρξη που θα χρονολογείται ενώνοντας τις τελείες, δηλαδή κάθε τι χρησιμοποιημένο και παραπεταμένο.
Η προσέγγιση του Γκουαντανίνο είναι πολύ ενδιαφέρουσα, όμως η πλαστικότητα του κόσμου δεν αναδεικνύει απόλυτα το υλικό, ενώ το μεγαλύτερο πλήγμα της ταινίας είναι η επαναληψιμότητά της. Μοιάζει στην πραγματικότητα σα να μην έχει να πει, όσα νόμιζε πως είχε.
Σε μια μεγάλη τονική μετατόπιση, είναι τα επόμενα κεφάλαια που παραδίδονται ολοκληρωτικά στον μυστικιστικό παραλογισμό, σε ένα ταξίδι που χάνει τον μπούσουλα για τα καλά καθώς ο Λι αναζητά τα καλά κρυμμένα κομμάτια του εαυτού του που μόνο ένα πολιτισμικό (και συναισθηματικό) σοκ μπορεί να φέρει στην επιφάνεια. Είναι αυτό το κομμάτι του φιλμ που παρά τις πανέμορφες εικόνες που προσφέρει, και μια άξια τελική αίσθηση κρεσέντου προς ένα πολύ δυνατό και ταιριαστά αφαιρετικό φινάλε, τελικά μας αφήνει σε μια αβεβαιότητα. Ο Γκουαντανίνο προσπαθεί, ο Κρεγκ (και οι συνθέτες Άττικους Ρος και Τρεντ Ρέζνορ, επίσης του “Challengers”) ακόμα περισσότερο, αλλά η ταινία ξεκινά και φρενάρει συνεχώς.
Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr
