Εδώ οι Μαριάμ Μογκαντάμ και Μπεχτάς Σαναΐχα, βάζουν πλέον στο προσκήνιο την κινηματογραφική “μηχανή” δημιουργικότητάς τους και χρησιμοποιούν το Δράμα μόνο ως καθοριστικό κινητήριο γρανάζι αξιοσημείωτης εναλλαγής.
Κάνουν κάτι απόλυτα ταιριαστό και μελετημένο, να μοιάζει τόσο απλό, μα ταυτοχρόνως να είναι πανέτοιμο για πνευματική τροφή ενσυναισθητικής χαρμολύπης! Όπως ακριβώς πανέτοιμο ήταν το ψημένο γλυκό ή ακόμη η ίδια η θαυμαστή νοικοκυροσύνη και αγάπη της ηρωίδας Μαχίν, συναντώντας αντιφατικά έναν επίλογο άδικης, ιδιωτικής Οδύνης.
Το συγκεκριμένο έργο καταδεικνύει, τι σημαίνει καλοζυγισμένο Καλλιτεχνικό και Ψυχαγωγικό Σινεμά! Με καλλιτεχνικό σθένος και υπευθυνότητα, με κινηματογραφική συνέπεια και σφραγίδα, που ανταποκρίνονται από κοινού σε μια διατυπωμένη προσωπική έκφραση.
Ανάλυση
Απαραίτητη Εισαγωγή…
Μετά το 65ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (κατά το οποίο η ταινία προβλήθηκε στα τέλη του 2024 στην Ελλάδα) έρχεται δικαίως τώρα το αξιοπρόσεκτο έργο αυτό και με διανομή στις Αίθουσες. Ναι μεν κατά την ενδιάμεση διάρκεια της σεζόν που διανύουμε, τουλάχιστον για όσους προσμετρούν συνήθως πιο πολύ το κινηματογραφικό διάστημα “σεζόν” Σεπτεμβρίου-Ιουνίου. Αλλά περνώντας πλέον ξεκάθαρα στη σφαίρα του επόμενου κινηματογραφικού έτους 2025, τουλάχιστον για εκείνους τους Σινεφίλ επί ελληνικού εδάφους που υπολογίζουν μόνο την επίσημη κυκλοφορία των ταινιών, αυστηρώς ανά ανεξάρτητο κινηματογραφικό έτος.
Πάντως, η κριτική στην Ελλάδα εναρμονίζεται καλύτερα στη δεύτερη περίπτωση. Όπως και να έχει όμως, η ταινία “Το Αγαπημένο μου Γλυκό” (2024) ξαναέρχεται λοιπόν στο προσκήνιο για τους Σινεφίλ στην Ελλάδα. Το συγκεκριμένο έργο καταδεικνύει, τι σημαίνει καλοζυγισμένο Καλλιτεχνικό και Ψυχαγωγικό Σινεμά! Επιπλέον, αποτελεί έναν από τους σημαντικούς λόγους για τους οποίους οφείλουμε να έχουμε περισσότερη εμπιστοσύνη στη δημιουργικότητα των σκηνοθετών από διάφορες, κινηματογραφικά υποσχόμενες, γωνιές του πλανήτη. Και όχι φυσικά, να επαναπαυόμαστε στις διασημότητες από φανταχτερές σινεματικές χώρες.
Καθότι για ακόμη μια φορά αποδεικνύεται περίτρανα, ότι όσον αφορά το οξυγόνο καλλιτεχνικής έκφρασης στην Έβδομη Τέχνη δεν έχει καμία σχέση η κοινωνικό-πολιτικό-ιστορική συνθήκη στην οποία βρίσκεται μια χώρα, αλλά αντιθέτως το πώς σκέφτονται καλλιτεχνικά ορισμένες καθοριστικές Ατομικότητες μέσα σε αυτήν. Διότι ο ιδιαίτερος τρόπος σκέψης ορισμένων δημιουργών είναι ικανός να υπερβεί ακόμη και καθεστωτικές συνθήκες. Πώς γίνεται κάτι τέτοιο; Μα με καλλιτεχνικό σθένος και υπευθυνότητα, με κινηματογραφική συνέπεια και σφραγίδα, που ανταποκρίνονται από κοινού σε μια διατυπωμένη προσωπική έκφραση.
Προσωποποιημένη απόδειξη όλων των παραπάνω καλλιτεχνικών και κινηματογραφικών στοιχείων αποτελούν η Μαριάμ Μογκαντάμ και ο Μπεχτάς Σαναΐχα, σκηνοθετώντας μαζί ταινίες που υποστηρίζουν τα Ανθρώπινα Δικαιώματα! Μολονότι το κινηματογραφικό και συντροφικό αυτό ζεύγος αντιμετωπίζει κάθε μέρα το απάνθρωπο ιρανικό καθεστώς του Σήμερα. Η αποφασιστικότητά τους όμως παρουσιάζεται θαυμαστή! Και ξεπερνά τους παρανοϊκούς φραγμούς του ιρανικού καθεστώτος, αγγίζοντας παράλληλα την ευαισθησία κάθε πολίτη του Κόσμου, μακριά από τα περίκλειστα σύνορα της πατριαρχικής-ισλαμικής επιβολής.
Οι πρωταγωνιστές τους πάντως ανέδειξαν την Ψυχή του σκηνοθετικού ζεύγους, κρατώντας τη φωτογραφία του (καθότι στη Μαριάμ και τον Μπεχτάς δεν επιτρεπόταν να φύγουν από το Ιράν) στη βράβευση της ταινίας μέσα από το 74ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου στο 2024.
Γενικώς...
Φυσικά, το μελετημένο σεναριακό και σκηνοθετικό δίδυμο των Μαριάμ Μογκαντάμ και Μπεχτάς Σαναΐχα δεν το μάθαμε τώρα μόλις. Αλλά τους γνωρίζαμε ήδη από την αξιοπρόσεκτη προηγηθείσα ταινία Μεγάλου Μήκους “Η Μπαλάντα της Λευκής Αγελάδας” (2020). Αυτή προβλήθηκε στην Ελλάδα μέσα στο έτος 2022. Εκεί μπορέσαμε να δούμε, ότι το σύγχρονο ιρανικό Σινεμά ορισμένων δημιουργών, όπως των συγκεκριμένων, παρουσιάζει εμφανή μελέτη σε πανίσχυρα στοιχεία Τραγωδίας (όπως, Ύβρις, Άτη, Τίσις).
Αλλά και πιο σπάνια μυθολογικά στοιχεία, ακολουθώντας πιστά και εύστοχα τις διδακτικές συνδέσεις στο Δράμα (όπως οι Λιτές). Αξίζει να αναζητήσετε πιο αναλυτικά το Σινεμά τους και σε εκείνη την ταινία. Μπορείτε να διαβάσετε την ανάλογη Eretiki κριτική της μελετημένης τους ταινίας “Η Μπαλάντα της Λευκής Αγελάδας.” Η χηρεία των γυναικών εντοπίζεται μεν σαν γεγονός και στις δύο ταινίες, μέσα από τις αντίστοιχες κεντρικές ηρωίδες, αλλά αυτό συμβαίνει με εντελώς αλλιώτικο τρόπο αιτίας και χωροχρονικής ζήσης.
Συγκριτικά με τούτες τις δύο ταινίες λοιπόν, παρατηρούμε κάποιες σημαντικές διαφορές στον τρόπο σκέψης των εν λόγω δημιουργών. Κυρίως όμως, ότι οι Μογκαντάμ και Σαναΐχα δεν επαναλαμβάνονται. Και μάλιστα εξελίσσονται, ανάλογα με το ύφος των εκάστοτε ταινιών τους. Διότι στην τωρινή ταινία “Το Αγαπημένο μου Γλυκό” (2024), πέραν του αλλιώτικου σεναρίου, εξετάζοντας τον πυρήνα έκφρασης του όλου έργου δεν εντοπίζουμε εκείνη την καθολική πρόσβαση στο Δράμα από τους δημιουργούς Μογκαντάμ και Σαναΐχα, όπως είχαν κάνει στο “Η Μπαλάντα της Λευκής Αγελάδας.” Όχι. Καμία σχέση. Εδώ οι Μογκαντάμ και Σαναΐχα, επί της ουσίας, κάνουν τώρα το ακριβώς αντίθετο στον τρόπο κεντρικής κινηματογραφικής σκέψης τους.
Δηλαδή, βάζουν πλέον στο προσκήνιο την κινηματογραφική “μηχανή” δημιουργικότητάς τους και χρησιμοποιούν το Δράμα μόνο ως καθοριστικό κινητήριο γρανάζι αξιοσημείωτης εναλλαγής. Της τελευταίας εναλλαγής, που καταρρίπτει την κλιμάκωση της ευτυχίας. Ουσιαστικά, ατύπως μέσα από τέσσερις καίριες εναλλαγές υφολογικού περιεχομένου εν συνόλω, καταφέρνουν να ψυχαγωγήσουν ντελικάτα, αλλά και να προβληματίσουν καλλιτεχνικά ακόμη πιο έντονα τον θεατή. Οι τρεις πρώτες εναλλαγές χρησιμοποιούν ήπιες μεταβάσεις, μα έχοντας αντιδραστικό και λυτρωτικό ύφος απέναντι στην ιρανική καθεστωτική καθημερινότητα. Ενώ η τέταρτη και τελευταία εναλλαγή παραδίδεται στην απόλυτη Τραγωδία. Ως σημείο μηδέν μπορεί να θεωρηθεί η μοναξιά και μοναχικότητα της συνταξιούχου νοσοκόμας και χήρας, κεντρικής ηρωίδας Μαχίν. Ενώ έπειτα, ξεκινούν οι τέσσερις εναλλαγές.
Πιο συγκεκριμένα: Α) Αρχικώς το μοτίβο της κωμικότητας μετατρέπεται σε κοινωνιολογική αφύπνιση, όσον αφορά τη φιμωμένη θέση των γυναικών στο Ιράν, όταν η ηλικιωμένη χήρα ηρωίδα, Μαχίν, υπερασπίζεται νεαρά κορίτσια από αντιδημοκρατική μορφή αστυνόμευσης. Β) Έπειτα, η εξέλιξη προσθέτει την αιφνιδιαστική ρομαντική πλευρά της ζωής, κατά την ιδιωτική, γεμάτη ζεστασιά γνωριμία της χήρας πρωταγωνίστριας Μαχίν με τον συνομήλικο ταξιτζή Φαραμάρζ. Γ) Κατόπιν, επανέρχεται η κωμικότητα με το αλλιώτικο ντους του αυθόρμητου ζεύγους. Από κοινωνικό-ρομαντικό μοτίβο σε αιφνιδιαστικά αμήχανο σκηνικό και τελικά σε κωμικό. Δ) Η απόλυτη ανατροπή σοκάρει τον συναισθηματικό κόσμο της Μαχίν και του θεατή, φέρνοντας στο προσκήνιο απότομα, απρόβλεπτα και κατάματα την Τραγωδία. Και την πικρία της τραγικής ειρωνείας...
Σαφώς όλα αυτά, πέραν των σεναριακών εναλλαγών, πραγματοποιούνται όλο και πιο αισθαντικά με καθοριστικές σκηνοθετικές πινελιές. Αυτές οι σκηνοθετικές πινελιές μέσα στο γενικό υφολογικό περιεχόμενο ανεξαρτητοποιούν με ενσυναισθητική υπογραφή την κάθε ορατή και επιτυχημένη εναλλαγή ειδικού μοτίβου. Για αυτό το λόγο άλλωστε, ασχολούμαστε τώρα με τούτη την οργανωμένη, γοητευτική ταινία. Πράγματι, η εναρμονισμένη σεναριακή και σκηνοθετική έκφραση των Μογκαντάμ και Σαναΐχα μπορεί να εμπνεύσει εκτός από θεατές και πολλούς δημιουργούς. Καθότι η Μογκαντάμ και ο Σαναΐχα κάνουν κάτι απόλυτα ταιριαστό και μελετημένο, να μοιάζει τόσο απλό, μα ταυτοχρόνως να είναι πανέτοιμο για πνευματική τροφή ενσυναισθητικής χαρμολύπης!
Όπως ακριβώς πανέτοιμο ήταν το ψημένο γλυκό ή ακόμη η ίδια η θαυμαστή νοικοκυροσύνη και αγάπη της ηρωίδας Μαχίν, συναντώντας αντιφατικά έναν επίλογο άδικης, ιδιωτικής Οδύνης. Η αισθαντικότητα καθώς και τα συγκρατημένα καθήκοντα της σκηνοθεσίας, οι δεμένες ιδέες του σεναρίου, το έξυπνο μοντάζ, η ποιοτική διεύθυνση φωτογραφίας, η ενδιαφέρουσα σκηνογραφία και οι όμορφες ερμηνείες προσδίδουν ένα πολύ καλό κινηματογραφικό αποτέλεσμα! Η ερμηνεύτρια Λίλι Φαρχαντπούρ (Μαχίν) κερδίζει αμέσως τη συμπάθεια του θεατή, με σταθερά άνετη απόδοση στην ελευθερωμένη τρυφερότητα της πρωταγωνίστριας. Ενώ μαζί της κάνει ωραίο ερμηνευτικό δίδυμο ο Εσμαΐλ Μεχραμπί (Φαραμάρζ), παρουσιάζοντας έναν ψυχολογικά καταλαγιασμένο και ηθικά κατασταλαγμένο άνθρωπο.
Η Μαριάμ Μογκαντάμ μπορεί να μην εκτελεί χρέη Υποκριτικής εδώ (βλ. “Η Μπαλάντα της Λευκής Αγελάδας”), αλλά η κινηματογραφική πολυπραγμοσύνη της είναι πάλι εμφανής. Σενάριο, σκηνοθεσία, κοστούμια, μέρη σκηνογραφίας. Αλλά και ο Μπεχτάς Σαναΐχα δεν πάει πίσω. Σενάριο, σκηνοθεσία και μέρη μοντάζ. Βεβαίως, η αισθαντικότητα και τα συγκρατημένα καθήκοντα της συνυπάρχουσας εύστοχης σκηνοθεσίας είναι το πραγματικό πλεονέκτημα τούτης της ταινίας.
Συμπερασματικά
Στην ουσία, η εύστοχη συνυπάρχουσα σκηνοθεσία πραγματοποιεί αρχικά ένα παιχνίδι αυτοσυγκράτησης με ακίνητη κάμερα, ενώ αργότερα επιλέγει την οριοθετημένη κίνησή της, μόλις συμβαίνουν διαδραστικές εναλλαγές. Αυτό το κεντρικό κινηματογραφικό οργανόγραμμα έχει ως αποτέλεσμα ο θεατής να εισέρχεται αισθαντικά μέσα στο σύμπαν της ηλικιωμένης, μοναχικής ηρωίδας Μαχίν. Ένα σύμπαν που θεωρητικά θα του έμοιαζε ανιαρό. Αλλά εδώ αντιθέτως παρουσιάζει τρυφερότητα, ενδιαφέρον για το παρελθόν της Μαχίν, μα και επιθυμία αναζήτησης της τωρινής προσωπικότητάς της, όσον αφορά το τι διεκδικεί εκείνη τώρα. Και φυσικά, στο μελλοντικό διάστημα που της έχει απομείνει στη ζωή.
Η καθημερινότητα με το μουσικό ξυπνητήρι της πρωταγωνίστριας Μαχίν (η οποία αργεί να σηκωθεί τα πρωινά, διότι κοιμάται αργά κάθε βράδυ παρακολουθώντας σαπουνόπερες) βάζει τον θεατή μέσα στη μοναξιά και την παραίτηση εκείνης. Για την ακρίβεια, πρόκειται για έναν συνδυασμό μοναξιάς, παραίτησης και μοναχικότητας. Η μοναχικότητα της ηρωίδας Μαχίν (άμεσο μοντάζ με ψώνια για μαγειρική, αυλή σπιτιού την ημέρα) κερδίζει την προσοχή του θεατή.
Το φιλικό περιβάλλον με τις εξίσου μοναχικές φιλενάδες της (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) και η ρεαλιστική διακωμώδηση με τα παράπονά τους από την ελλιπή ζωή που εκείνες έζησαν, λειτουργεί πειστικά για κάθε παγκόσμιο θεατή. Πολλές συνδέσεις γίνονται τότε στο μοντάζ αυτό, κατά τη συνομιλία των συγκεκριμένων προσώπων. Ωστόσο η κάμερα γενικώς παραμένει ακίνητη, αντιπροσωπεύοντας αυτή τη στασιμότητα της ζωής της Μαχίν. Ενώ σημαντικότερες στιγμές κινητοποίησης της κάμερας παρουσιάζουν μετέπειτα η υπεράσπιση κοριτσιών στο πάρκο και ο ρομαντικός χορός των Μαχίν και Φαραμάρζ. Και κάτι ακόμα, που λόγω κρισιμότητας στην πλοκή δεν μπορώ να σας το αποκαλύψω...
Η κίνηση και κινητοποίηση της Μαχίν θα φέρει και την αντίστοιχη, αξιοσημείωτη κίνηση και κινητοποίηση στην κάμερα, για πρώτη φορά. Καθόλου τυχαία, διότι τότε η Μαχίν επεμβαίνει αποφασιστικά απέναντι στην “αστυνομία ηθικής” του ιρανικού καθεστώτος. Η Μαχίν υπερασπίζεται νεαρά κορίτσια, τα οποία ετοιμάζεται να συλλάβει ένας ρομποτικά αποφασισμένος αστυφύλακας, πλήρως υποταγμένος στην πατριαρχική-θεοκρατική-ισλαμική αντίληψη. Τα κορίτσια απλώς έχουν βαμμένα ροζ μαλλιά ή κάποια πιο ελεύθερα μαλλιά φυσικού χρώματος, έξω από το “χιτζάμπ” τους.
Το πηγαίο θάρρος της Μαχίν (την οποία έσπρωξε και απείλησε ο αστυνομικός) έχει ως αποτέλεσμα να σωθεί τελικά μία κοπέλα από τα νύχια αυτής της παρανοϊκής αστυνόμευσης. Τότε η κινητοποίηση σκηνοθεσίας και ηρωίδας επικυρώνει την αλλαγή μαζί με το υφολογικό περιεχόμενο της ταινίας, το οποίο μεταπηδά σε Φεμινιστική Συνειδητοποίηση, Κοινωνική Διαμαρτυρία και τελικά Υπεράσπιση για την κρισιμότητα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η πρώτη ανατροπή υφολογικού περιεχομένου, από κωμικό μοτίβο σε κοινωνιολογικό, σηματοδοτεί και την πιθανότητα επόμενων απρόβλεπτων, μα όχι απαραίτητα ίδιων ανατροπών.
Εδώ λοιπόν σταθήκαμε πράγματι κάπως περισσότερο, μα δικαίως. Καθότι παρατηρούμε και την καλλιτεχνική Τόλμη των δημιουργών Μογκαντάμ και Σαναΐχα, όπου μέσα από την ανθρωπιστική αντίδραση της εβδομηντάρας μυθοπλαστικής ηρωίδας τους, ευτυχώς, οι ίδιοι καταδικάζουν την καταπιεστική και απαράδεκτη ενδυμασία “χιτζάμπ” των Γυναικών (που επιβάλλεται δια νόμου στο Ιράν)! Ενώ δυστυχώς άλλοι Ιρανοί δημιουργοί τελευταία κάνουν τα στραβά μάτια. Όπως ο κάποτε καλός σκηνοθέτης Ασγκάρ Φαρχαντί. Δυστυχώς, στην τελευταία ταινία του “Ένας Ήρωας” (2021), υπάρχουν στιχομυθίες καλλιτεχνικού συμβιβασμού, όπως: “Μα τι ωραίο, το καινούργιο σου τσαντόρ...” Τροφή για σκέψη...
Πίσω πάλι στην ταινία “Το Αγαπημένο μου Γλυκό.” Η ζεστή ατμόσφαιρα με πλάνα εναλλαγής μέσα στο ταξί, κατά τις κουβέντες της Μαχίν με τον Φαραμάρζ, ξεκινά να αφομοιώνει μια πιο γαλήνια διάθεση στην ψυχοσύνθεση του θεατή. Η Μαχίν ύστερα ετοιμάζει το σπίτι, διώχνοντας τα σεντόνια “φάντασμα” από τα έπιπλα. Λεκτικά η κουβέντα των Φαραμάρζ και Μαχίν, τόσο στο ταξί του πρώτου, όσο και στο σαλόνι της δεύτερης, ξετυλίγει σημαντικές αλήθειες για την πορεία της παρελθοντικής μοναξιάς τους. Ο Φαραμάρζ παραδέχεται, ότι ένας άντρας δεν μπορεί να ξέρει, εάν αρέσει σε μια γυναίκα ή όχι. Και πως χρειάζεται τότε το “πράσινο” φως.
Ακόμη, σημαντική παραδοχή ενηλικίωσης στις στιχομυθίες του σεναρίου είναι, ότι ο Φαραμάρζ γνωρίζει, πως πολλοί άντρες δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία, να μάθουν πώς είναι να τους αγαπήσει Πραγματικά μια γυναίκα. Και η Μαχίν του λέει: “Τώρα, εσύ όμως Ξέρεις…” Αυτή τη ζεστασιά και τρυφερότητα του ανέλπιστου και αυθόρμητου έρωτα, που βρήκε σεναριακά ζωή μέσα σε μία μόλις ημέρα, την ακολουθεί επάξια η αύρα της σκηνοθεσίας. Μάλιστα, κατά τον χορό των Μαχίν και Φαραμάρζ η κάμερα στο χέρι ακολουθεί ιδανικά το ρομαντισμό και το κέφι του αυθόρμητου ζευγαριού…
Η βραδιά των Μαχίν και Φαραμάρζ εξελίσσεται τόσο όμορφα, που σε κάνει να ανατριχιάσεις, με ανάμικτα συναισθήματα. Σαν να βρίσκεσαι μαζί τους σε ένα ξένοιαστο, αλλά ταυτοχρόνως και αργοπορημένο όνειρο, που ωστόσο εκπληρώθηκε. Και κάπου εκεί αρχίζεις να φοβάσαι, ότι κάτι δεν θα πάει καλά. Τότε ακριβώς, οι σεναριογράφοι σκοπίμως διαλύουν την ψυχή του θεατή και της Μαχίν. Η ανατροπή (την οποία δεν θα σας αποκαλύψω, γιατί την έχει απαραιτήτως ανάγκη η εν λόγω ταινία) μετατρέπει το ρομαντικό και κωμικό περιβάλλον του έργου σε πραγματιστική Τραγωδία.
Μια Τραγωδία αφοπλιστικού Επιλόγου, βάσει του οποίου η τελευταία σταγόνα στο ποτήρι της ευτυχίας για το υποσχόμενο ζεύγος ήταν πικρή και μοιραία. Συνεπώς, ενδιαφέρουσα, μελετημένη και αξιοπρόσεκτη η ταινία “Το Αγαπημένο μου Γλυκό.” Και εντελώς αλλιώτικη από το προηγηθέν έργο “Η Μπαλάντα της Λευκής Αγελάδας.” Είναι όμως άραγε συνολικά καλύτερη από εκείνο; Όχι, αλλά αυτό δεν σημαίνει και μη εξέλιξη των δημιουργών. Αντιθέτως, το έργο “Το Αγαπημένο μου Γλυκό” προσυπογράφει την ευφάνταστη συνέχιση των Μογκαντάμ και Σαναΐχα, με εξίσου μελετημένο κινηματογραφικό αποτύπωμα. Μαζί με αδιάκοπες Φεμινιστικές και Δημοκρατικές ανάσες, απέναντι στο ίδιο τυραννικό καθεστώς...Ελπίζω πραγματικά, στη μακροχρόνια συνέχιση του γενναίου Σινεμά τους!!
Σκεπτικό…
Σκαλιά & Φωτισμοί
Η σκηνοθεσία και το μοντάζ κάνουν όμορφη αφήγηση, δικαιολογώντας τι σημαίνει Εγκεφαλική Εικόνα, την οποία μόνο το Σινεμά μπορεί να προσφέρει. Τα σκαλιά της ημέρας, τα οποία κατεβαίνει η Μαχίν περιμένοντας τον Φαραμάρζ στην εταιρεία ταξί, θα συνδεθούν μονταζιακά με τα ίδια σκαλιά της νύχτας, από τα οποία ύστερα κατεβαίνει ο Φαραμάρζ μετά τη βάρδιά του.
Στην πρώτη περίπτωση, η θέαση γίνεται από την ουδέτερη ματιά του θεατή. Στη δεύτερη περίπτωση, η θέαση πραγματοποιείται από το απέναντι πεζοδρόμιο, υποδηλώνοντας την ιδιωτική ματιά της Μαχίν. Οι συναθροισμένες θεάσεις πιστοποιούν, ότι κυρίαρχη κεντρική ηρωίδα του έργου θα παραμείνει η Μαχίν!
Όταν η τολμηρή Μαχίν ξεκινά εκεί κοντά στο πεζοδρόμιο τις θαρραλέες κουβέντες του φλερτ, ίσως να μην είναι τυχαία η λεπτομέρεια εκλάμψεων που πραγματοποιούνται στιγμιαία επάνω στα πρόσωπα των δύο κεντρικών ηρώων, από τα φώτα ενός αμαξιού. Δηλαδή, σαν τη ζεστασιά πρώτης έκφρασης του αμοιβαίου έρωτα, μέσω κάποιας εύνοιας.
Πιο Αναλυτικά…
Πλάνο Απόκρυψης
Η θέαση με τα μαλλιά σαν λουλούδι και το φόρεμα λουλουδιών της ηρωίδας. Πλάτη στην κάμερα. Κρυμμένη έκφραση, κρυμμένα συναισθήματα. Τραγική ειρωνεία, σκοτεινή συγκάλυψη, κοινωνικός μονόδρομος, ατυχία. Το αφανές τραγικό πρόσωπο!
Οι άνθρωποι δεν είναι ούτε λουλούδια, ούτε φυτά, ούτε και δέντρα. Τα τελευταία, από ένα σημείο μεγαλώνουν αργά και συνολικά παρουσιάζουν βιολογική διάρκεια πολύ παραπάνω από εκείνη μιας ζωής, εν συγκρίσει με τον Έρωτα και τον Άνθρωπο.
Οι Κέδροι συνιστούν σημαντικό σύμβολο πολιτισμού για πολλές χώρες της Μέσης Ανατολής. Ομοίως και για το Ιράν. Το ιρανικό καθεστώς εκβιάζει, ελέγχει ή φιμώνει τις ερωτικές γνωριμίες, κάνοντας Ζωή και Θάνατο να μοιάζουν...Όμως για την Μαχίν, έστω και μοιραία, ο κήπος της παραμένει ιερός...
Γιάννης Κρουσίνσκυ
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα eretikos.gr
