ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ - Νίνος Φένεκ Μικελίδης

Ανάμεσα στο φανταστικό κινηματογράφο, την ταινία τρόμου, το φιλμ νουάρ αλλά και τη φεμινιστική προσέγγιση (μέσα από το σχόλιο πάνω στις καταπιεσμένες σεξουαλικές επιθυμίες της γυναίκας σε μια ιδιαίτερα πουριτανική κοινωνία), κινείται η θαυμάσια αυτή, εφιαλτική, βουτηγμένη στη μαύρη ατμόσφαιρα του γερμανικού εξπρεσιονισμού, ταινία του Ρόμπερτ Έγκερς. Ενός σκηνοθέτη που μέσα από τις τέσσερις μέχρι σήμερα ταινίες του, «Η μάγισσα», «Ο φάρος», «Ο άνθρωπος από το Βορρά» και τη σημερινή «Nosferatu», κατάφερε να δώσει μια, άλλη, μυστηριώδη, πρωτότυπη, εικαστικά πάντα εκπληκτική, πλευρά σε θέματα όπως η Ιστορία, η μυθολογία, ή μαύρη μαγεία, η τρέλα, ο γοτθικός τρόμος και ο ατέλειωτος κύκλος της ωμότητας με ρίζες στο παρελθόν μας.

Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει πως η νέα του αυτή ταινία αρχίζει με ένα πλάνο στο σκοτάδι, με την ηρωίδα, Έλεν Χάτερ (μια εντυπωσιακή, δοσμένη με δύναμη και πάθος, ερμηνεία από την Λίλι-Ρόουζ Ντεπ), να το διαπερνά, σ’ αναζήτηση του φωτός που, όσο περίεργο κι αν μας φαίνεται, βρίσκεται στο «πνεύμα ανακούφισης και παρηγοριάς» που εκπροσωπεί η τρομερή, αξεδιάλυτη όπως θα δούμε σε ολόκληρη σχεδόν (με εξαίρεση της σκηνή προς το φινάλε) την ταινία, μορφή του απέθαντου κόμη Ορλόκ (εξαίρετος στο ρόλο του τρομερού αν και γερασμένου βρικόλακα, ο Μπιλ Σκάρσγκαρντ), ο οποίος, νυχτερινή οπτασία, εμφανίζεται ανάμεσα στις κουρτίνες, μ’ ένα γερασμένο πρόσωπο που δύσκολα ξεχωρίζουμε (κάπου-κάπου βλέπουμε μόνο τα μάτια του) και που μόνο τον ακούμε μέσα από μια διαλυμένη, υπόκωφη, με περίεργες σλάβικες λέξεις, φωνή. «Να με ονειρεύεσαι. Να ονειρεύεσαι μόνο εμένα», αρχιζει να της υποβάλλει αργότερα μέσα από τους εφιάλτες της.

Ολόκληρη η ταινία, από το πρώτο ως το, πάντα συναρπαστικό, δοσμένο στο μεγαλύτερο μέρος του σε μαυρόασπρα πλάνα, 132ο λεπτό της, είναι μια διαδρομή από το σκοτάδι στο φως, από το σκοτάδι των καταπιεσμένων σεξουαλικών πόθων μιας γυναίκας που δεν θέλει, ή φοβάται, πιεσμένη από μια συντηρητική κοινωνία, να τους ακολουθήσει αλλά τους αναζητά και τους καλεί, στα εφιαλτικά, αν και ευπρόσδεκτα, όνειρά της, όνειρα πιο ζωντανά, από την καθημερινή, προδιαγεγραμμένη, χωρίς εκπλήξεις ή ανατροπές ζωή της, που της προσφέρει ο καλά οργανωμένος, στραμμένος σε μια ζωή επαγγελματικής επιτυχίας, σύζυγός της, Τόμας Χάτερ (Νίκολας Χουλτ), σύζυγος που σίγουρα την αγαπά αλλά δεν της προσφέρει την γεμάτη λαγνεία απόλαυση που δείχνει να διψά τόσο επίμονα.

Ο Έγκερς επανεφευρίσκει την ιστορία του Νοσφεράτου, αντλώντας τόσο από την ομότιτλη κλασική ταινία του γερμανικού εξπρεσιονισμού του Μούρναου (ταινία που, όπως παραδέχεται ο ίδιος, τον είχε επηρεάσει όταν την είδε σε παιδική ακόμη ηλικία), όσο και από το εμβληματικό μυθιστόρημα «Δράκουλας» του Μπραμ Στόουκερ, για να δώσει τη δική του άποψη πάνω στο γοτθικό αυτό έργο τρόμου. Στο επίκεντρο, για τον Έγκερς, δεν είναι ούτε ο άχαρος υπαλληλίσκος Τόμας ούτε ο κόμης Ορλόκ, αλλά η Έλεν, την οποία επέλεξε να τοποθετήσει στο κέντρο του εφιαλτικού αυτού δράματος, καταγράφοντας τη βασανιστική διαδρομή της, μέσα από σκηνές που τονίζουν την όλη εφιαλτική, φανταστική ατμόσφαιρα, σκηνές διανθισμένες με ένα μαύρο χιούμορ, με τη μαυρόασπρη φωτογραφία του Γιάριν Μπλάσκε (η ταινία γυρίστηκε σε φιλμ των 35 m.m.) και την υποβλητική μουσική του Ρόμπιν Κάρολιν να συμβάλλουν στη δημιουργία της απαιτούμενης ατμόσφαιρας. Σκηνές συχνά ανατριχιαστικές. άψογα στημένες, βουτηγμένες σε μια με ποιητική ατμόσφαιρα, σκηνές που χαράσσονται στη μνήμη του θεατή – αναφέρω ενδεικτικά εκείνη της δεισιδαιμονικής τελετουργίας των Ρομά, προάγγελος των πολλών κακών που θα αντιμετωπίσει ο Τόμας, εκείνη του ταξιδιού του Τόμας στα Καρπάθια, με την χωρίς οδηγό άμαξα να τον παραλαμβάνει μέσα από ένα σκοτεινό, στοιχειωμένο δάσος, και να τον οδηγεί στο μισοερειπωμένο, αποπνικτικό αρχοντικό του βρικόλακα στις χιονισμένες Άλπεις, ή εκείνες με τα χιλιάδες ποντίκια να βγαίνουν από το «νεκρό» πλοίο και να ξεχύνονται στους δρόμους σκορπώντας την πανώλη στην πόλη του Βίσμποργκ, όπου καταφθάνει ο Ορλόκ (σκηνές που φέρνουν στο νου την ταινία του Μούρναου), ή ακόμη εκείνη του φινάλε (προσοχή ακολουθεί spoiler!) με την Έλεν να αφήνεται στους μέχρι τότε ένοχους πόθους της φτάνοντας σε πλήρη οργασμό, που θα την οδηγήσει σε διπλή θυσία και απελευθέρωση: της αποδοχής των αμαρτωλών, λάγνων αλλά ποθητών, σεξουαλικών ορέξεων της καθώς και τη σωτηρία του συζύγου της (μαζί και της κοινωνίας που την καταπίεζε).

Μια διαδρομή στην οποία ρόλο παίζουν – αλλά και τονίζουν και σχολιάζουν έμμεσα – τα διάφορα πρόσωπα γύρω της: ο σύζυγος Τόμας, με τη δική του, ελεγχόμενη αγάπη, έτοιμος να κάνει το παν για να επιστρέψει κοντά της και να τη βοηθήσει να ξεπεράσει τις επιληπτικές της κρίσεις, μέσα όμως από τα αποδεκτά από την πουριτανική κοινωνία μέτρα, το με περίεργο χιούμορ αφεντικό του, που αναγκάζει τον Τόμας να κάνει το επικίνδυνο ταξίδια στα Καρπάθια, τη φιλική, με μικρά παιδιά, οικογένειά του εφοπλιστή Χάρτινγκ (με μοναδικό στόχο της πίστης συζύγου να αποκτήσει και άλλα παιδιά), με τα ανήλικα παιδιά τους να ζουν ακόμη τη δική τους αθωότητα (η σκηνή στην οποία τα βλέπουμε ασφαλή και απομονωμένα, είναι και η μοναδική γυρισμένη σε πλούσια χρώματα που τονίζουν την αθωότητα τους), ο συντηρητικός γιατρός Βίλχελμ, που για να βοηθήσει την Έλεν στρέφεται σε καταπιεστικά, κάθε άλλο παρά αποτελεσματικά, ιατρικά μέσα, σε αντίθεση με τον ριζοσπαστικό για την εποχή του καθηγητή Άλμπιν Έμπερχαρτ (μια πολύ καλή, δοσμένη με χιούμορ και ξεχωριστή ζωντάνια, ερμηνεία από τον Γουίλεμ Νταφόε), ο οποίος, πέρα από τις επιστημονικές απόψεις, παραδέχεται και την παρουσία του απόλυτου κακού, που εκπροσωπεί ο Νοσφεράτου – παραδοχή που τον οδηγεί σε ρήξη με την ιατρική κοινότητα.

Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr

Smart Search Module