ΣΥΝΟΨΗ: Από τη συγκινητική ιστορία ενός παιδιού μιας οικογένειας προσφύγων του Πόντου που κατάφερε να επιβιώσει και να μεγαλουργήσει χάρη στο τεράστιο ταλέντο του και κόντρα σε κάθε κοινωνική και προσωπική δυσκολία μέχρι την καταξίωση και τη μεγάλη καριέρα στο ελληνικό τραγούδι, τα πρόσωπα του θρύλου Στέλιου Καζαντζίδη ξεδιπλώνονται σε μια δραματική ταινία, αφιέρωμα σε έναν μεγάλο τραγουδιστή, που η φωνή του «μίλησε» στις καρδιές όλων των Ελλήνων.
«Είμαι, της ζωής σου ο ένας, δεν με σβήνει κανένας…». Οι στίχοι του Πυθαγόρα από το ομώνυμο θρυλικό τραγούδι παίρνουν τη θέση ενός, κάτι παραπάνω από ερωτικού, μανιφέστου με αντικείμενο του πόθου μια ολόκληρη χώρα, γυναίκα μάνα και αδελφή. Γιατί αυτό υπήρξε ο Στέλιος Καζαντζίδης: ο άντρας της Ελλάδας, της Ελλάδας της φτωχής, της βασανισμένης, της κατατρεγμένης, της περήφανης Ελλάδας του μόχθου και της ξενιτιάς. Ο ένας και μοναδικός, ο μεγάλος ψαράς μιας παραβολής για το τραγούδι ως έκφραση του προλεταριάτου, των μη προνομιούχων. Ένας άνθρωπος «μεγαλύτερος από τη ζωή» γιατί η ζωή τον έκανε από μικρό παιδί να γίνει τέτοιος, όπως δείχνει η ταινία του Γιώργου Τσεμπερόπουλου στη συγκλονιστική εισαγωγή της κάπου στη Βόρεια Ελλάδα του 1944.
Με έναυσμα μια συνέντευξη, η σεναριογράφος της Ευτυχίας Κατερίνα Μπέη σκιτσάρει το πορτραίτο ενός μύθου, το πορτραίτο ενός ανθρώπου γεμάτου αντιθέσεις, ενός ζωντανού chiaroscuro, φωτίζοντας το μαγικό ταλέντο του αλλά και αντικρίζοντας από το κατώφλι το δωμάτιο με τα σκοτάδια του, χωρίς να μπει να τα φωτίσει.
Ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος, ένας από τους μεγάλους ρομαντικούς του Ελληνικού σινεμά, βάζει στο κάδρο όλη την αγάπη του για τον άνθρωπο και τις αντιφάσεις και αδυναμίες του, φωτίζει τις μεγάλες στιγμές που καθόρισαν την καλλιτεχνική του πορεία αλλά και τους έρωτες που την επηρέασαν, με αποκορύφωμα τον ένα και μοναδικό έρωτα του καλλιτέχνη, προς τη μητέρα του. Ένα ανομολόγητο Οιδιπόδειο που γεννήθηκε στις στάχτες του εμφύλιου το οποίο η σπουδαία Αγορίτσα Οικονόμου ως κυρά Γεσθημανή χειρίζεται με αξιοθαύμαστη δωρικότητα.
Όλα είναι εδώ: Η οικογένεια, οι μεγάλες αγάπες, οι συγκρούσεις με τις δισκογραφικές εταιρείες και τον κόσμο της νύχτας. Όλα σαν ένα flash back της ιστορικής συνέντευξης που κατάφερε να πάρει ο νεαρός τότε ρεπόρτερ Γιώργος Λιάνης από τον αποτραβηγμένο για χρόνια στο καλυβάκι του στον Άγιο Κωνσταντίνο, τραγουδιστή. Εκεί που με στήριγμα τη Βάσω του, τη δεύτερη μετά τη Μαρινέλλα σύζυγό του, γαλήνευε τα μυστήρια και τις αντιφάσεις του ψαρεύοντας μόνος σε μια βάρκα.
Σημαντικό επίτευγμα της ταινίας η σκιαγράφηση της μεταμόρφωσης στο πέρασμα του χρόνου του λαϊκού πάλκου για οικογενειακά γλέντια σε «νυχτερινό κέντρο» και η συνειδητοποίηση του καλλιτέχνη ότι ο αγαπημένος του λαός δεν βρίσκεται στον κόσμο της νύχτας αλλά στο φως της μέρας, στο μεροκάματο, στην οικοδομή και το εργοστάσιο, στην ξενιτιά της Γερμανίας και της Αμερικής. Σημαντικό επίσης είναι το ότι αναδεικνύει τον Καζαντζίδη ως πρωτεργάτη των πνευματικών δικαιωμάτων σε ένα χαοτικό τοπίο όπου οι δισκογραφικές εταιρείες κέρδιζαν τη μερίδα του λέοντος από τις μαζικές πωλήσεις φτωχών καλλιτεχνών.
Και ο Χρήστος Μάστορας; Το pop idol από τις Μέλισσες; Τα κατάφερε να αποδώσει το θρυλικό τραγουδιστή; Η άποψή μας είναι ναι. Πρώτα σαν τραγουδιστής, τοποθετώντας τη φωνή του με επιτυχία κοντά στο ηχόχρωμα του μέγιστου και έπειτα σαν συνολική παρουσία, βγάζοντας τη δύναμη, τον πόνο αλλά και την ερωτική μαγκιά ενός άντρα μιας εποχής που δεν υπάρχει πια. Αποκάλυψη!
Απέναντι του η Κλέλια Ρένεση ως Καίτη Γκρέι είναι απλά σαρωτική, η Γυναίκα με γάμα κεφαλαίο, κορίτσι και ντίβα μαζί. Η ερμηνεία της σε κάνει να εύχεσαι για ένα spin off με ηρωίδα αυτή να τραγουδάει «Άναψε το τσιγάρο» και να βάζει φωτιά στις οθόνες.
Θαυμάσιο γενικά το υπόλοιπο καστ, ένα επίτευγμα του casting director Μάκη Γαζή.
Δεν ξέρω κατά πόσο θα ανταποκριθεί το σύγχρονο κοινό σε αυτό το biopic που κοιτάζει από απόσταση ασφαλείας το ίχνος μιας άλλης εποχής αλλά μπορούμε να πούμε ότι το «Υπάρχω» είναι μια σπουδαία παραγωγή (πάντα αποτελεσματικός ο Διονύσης Σαμιώτης στο τιμόνι) που αφορά εκατομμύρια ανθρώπους. Μακάρι να τους αγγίξει κιόλας.
Τάσος Ντερτιλής
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα grandmagazine.gr
