Ξορκίζοντας το τέλος…
Από την γέννα του ο άνθρωπος καλείται να αντιπαρατεθεί με τον θάνατο και να διαχειριστεί το τέλος του. Πλην όμως και ευτυχώς, τα παιδιά και η νιότη φροντίζουν, τούτη η αντιπαράθεση να μετατεθεί, όσο πιο μακριά γίνεται. Μέχρι βέβαια που, κάποιο γεγονός φροντίζει, ενίοτε έως και συχνά, κατά περίπτωση, για μια παράκαιρη και βίαια αντιπαράθεση, με τον εν λόγω. Το ερώτημα είναι, γιατί η τέχνη αρέσκεται να πραγματεύεται τον θάνατο και δη την πορεία προς αυτόν από την οδό της ασθένειας.
Η μυθοπλασία γενικότερα έχει ένα αβαντάζ, λειτουργεί σαν βαλβίδα ασφαλείας απέναντι στην επώδυνη πραγματικότητα. Αφού όσο οδυνηρή κι αν είναι η μυθοπλαστική πραγματικότητα, το τέλος κάθε αφήγησης δια της γραφής, της θεατρικής αναπαράστασης ή της κινηματογραφικής μεταφοράς, είναι λυτρωτικό, καθότι είναι μυθοπλασία. Όσο κι αν μας φορτίζει συναισθηματικά, είναι κάτι που δεν συμβαίνει σε εμάς. Τούτο επιβεβαιώνεται με την πτώση της αυλαίας, το άνοιγμα των φώτων στην πλατεία, το χειροκρότημα. Αναστενάζουμε ανακουφιστικά και πηγαίνουμε στο σπίτι μας, ήσυχοι, αφού όλα συνέβησαν στο πανί, και κυρίως δεν συμβαίνει σε μας. Η τέχνη, ο σαρκασμός, η χιουμοριστική προσέγγιση του θανάτου, δίνει μια στωικότητα στη σκέψη και το συναίσθημα, είναι ένα ξόρκι του θανάτου. Βέβαια υπάρχει και η άλλη εκδοχή όπως εξαιρετικά περιέγραψε ο Σίγκφριντ Κρακάουερ.
Όχι στην περίπτωση του θανάτου, αλλά στη βίωση του ονείρου, των υπαλλήλων και κυρίως κοριτσιών που, μετά τη θέαση της φτωχής κοπέλας που, παντρεύεται τον πλούσιο, στην κινηματογραφική οθόνη, πηγαίνουν σπίτι να ονειρευτούν το ανάλογο για τις ίδιες. Εδώ δημιουργείται η ελπίδα για το άπιαστο. Η Ίγκριντ μια συγγραφέας έχει να δει χρόνια την φίλη της Μάρθα, μια δημοσιογράφο , πολεμική ανταποκρίτρια . Μόλις πληροφορείται για την μάχη που δίνει με τον καρκίνο, πηγαίνει να την επισκεφτεί. Την αρχική υπόσχεση, να την επισκέπτεται συχνά, ακολουθεί η πρόταση για συνοδεία-συνδρομή στο εγχείρημα της αυτοχειρίας-ευθανασίας. Ο Αλμοδόβαρ μας έχει δείξει πως γνωρίζει καλά την γυναικεία ιδιοσυγκρασία και δω μας δίνει δύο χαρακτήρες ολοκληρωμένους και ανεξάρτητους, με τις δικές τους ανάγκες, τις δικές τους ανασφάλειες, τις δικές τους αγωνίες. Που ωστόσο, δεν απέχουν από αυτές των περισσότερων ανθρώπων, αφού ο θάνατος, ο μόνος που εξισώνει τις ταξικές διαφορές και αποδίδει δικαιοσύνη, είναι κοινός για όλους. Η Μάρθα έχει μια «Λιαντίνεια» λογική, θέλει να νικήσει τον θάνατό με τον τρόπο της, αποφεύγοντας τον εξευτελισμό δια της ασθένειας.
Ο δρόμος, είναι η αυτοχειρία, κάτι που όπως και να έχει απαιτεί υψηλή δόση γενναιότητας. Πάντως δεν είναι η στωική προσέγγιση του θανάτου, ούτε η χριστιανική βεβαιότητα του παραδείσου. Εξάλλου η αυτοχειρία θεωρείται αμάρτημα καθοσίωσης. Ο Αλμοδόβαρ αυτή τη φορά είναι πολύ αναλυτικός, επεξηγηματικός, δεν αφήνει υπονοούμενα ή υπόρρητα και κάποια στιγμή γίνεται ελαφρώς διδακτικός. Στο αφηγηματικό στημόνι του πλέκονται διάφορα θέματα, πέρα από το κεντρικό του θανάτου και την επιλογή της ευθανασίας ή αυτοχειρίας. Μητρότητα, έρωτας, καριέρα, κλιματική αλλαγή, φιλία, μεταπολεμικό τραύμα, είναι κάποια από τα μοτίβα στο πολύχρωμο στημόνι του αργαλειού του. Οι χαρακτήρες του έχουν μιαν αυθεντικότητα, με τις ιδιαιτερότητές τους, αλλά ταυτόχρονα και με στοιχεία που χαρακτηρίζουν το σύνολο των ανθρώπων. Έχουν κομμάτια από εμάς, αλλά και κομμάτια από μιαν απόμακρη γενναιότητα. Η Ίνγκριντ είναι οπαδός του Επίκουρου, από την μια αγνοεί τον θάνατο, αποφεύγει κάθε ιδέα διαχείρισης του, από την άλλη η αιφνίδια αντιπαράθεση δια της ασθένειας της Μάρθας, την οδηγεί στο να αντιληφθεί την αναγκαιότητα της διαχείρισής του. Η συνοδεία στην αυτοχειρία-ευθανασία είναι μια εμπειρία πρωτόγνωρη και προφανώς την υποχρεώνει σε αλλαγή ρότας.
Η Μάρθα από την ανακοίνωση της ασθένειας, μέχρι την τελική επιλογή της αυτοχειρίας, εκφράζει ταυτόχρονα την ευαλωτότητα και την γενναιότητα. Η κακή σχέση με την κόρη της, οδηγούν στην αναπόφευκτη αυτοκριτική, ακολουθούν οι ενοχές και η αποδοχή του λάθους από μέρους της. Εξάλλου είναι πολύ αργά για οτιδήποτε άλλο. Στο φόντο των δύο γυναικείων χαρακτήρων έχουμε δύο άνδρες. Τον σχεδόν εμμονικό με την κλιματική αλλαγή, αλλά και αρκούντως πεσιμιστή για το μέλλον του κόσμου ακαδημαϊκό Ντάμιαν. Βέβαια ο πεσιμισμός του εδράζεται στα ρεαλιστικά δεδομένα του πολιτισμού μας και τον τρόπο ζωής που υποβάλλει.
Το ερώτημα είναι, πεσιμιστής ή πραγματιστής; Στην αντίπερα όχθη ο αστυνομικός, εκπρόσωπος του «ολιγόστροφου» πολίτη, αγκιστρωμένου στη θρησκεία και τις εμμονές της. Η ευθανασία-αυτοχειρία είναι γι’ αυτόν πούρα δολοφονία και οποιαδήποτε συνδρομή σε ένα τέτοιο εγχείρημα, συνεπάγεται συνενοχή και επισύρει τις νόμιμες συνέπειες. Το ερώτημα εκ νέου σαφές, ευθανασία και αξιοπρεπές τέλος ή προσευχή και προσδοκία θεϊκής συμπόνιας ; Σε κάθε περίπτωση, με φιλοσοφική συνδρομή βλ. Επίκουρο, Στωικούς, Βουδισμό, Χριστιανισμό κλπ. ή απλά την αποδοχή της κοινής μοίρας κάθε όντος που γεννιέται, ο θάνατος δεν κουλαντρίζεται, παρά μόνο από τρελούς ή πολύ γενναίους. Η ερμηνευτική συνδρομή των Τίλντα Σουίτον, Τζούλιαν Μουρ, Τζον Τορτούρο, Αλεσάντρο Νίβολα εξαιρετική, προεξάρχουσα η Τίλντα Σουίτον. Με χρυσό λιοντάρι στην Βενετία.
Γιάννης Γκακίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα kemes.wordpress
