Τούτο το κείμενο κριτικής γράφτηκε λίγο μετά την επίσημη Έναρξη του 30ού ΔΦΚ της Αθήνας “Νύχτες Πρεμιέρας.” Υπό μια εκτάκτως διαμορφωμένη ανάλυση, στη στήλη μου “Eretiki κριτική.”
Η ανάλυση, λόγω ειδικής φεστιβαλικής συνθήκης, περιελάμβανε κατηγοριοποίηση σε πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα ταινίας (όπου αυτά εντοπίζονταν).
Παράλληλα, πέραν του κριτικού λόγου υπήρχε και κινηματογραφική δημοσιογραφία, για την τότε Επετειακή Πρεμιέρα του Φεστιβάλ. Εκεί καταγραφόταν το γιορτινό κλίμα και η θετική ανταπόκριση του κοινού για την επιλεγμένη ταινία Πρεμιέρας, “Anora.”
Ωστόσο, χάριν μιας πιο άμεσης προσέγγισης των αναγνωστών στο site της Π.Ε.Κ.Κ., το παρακάτω κείμενο αποτελεί τροποποιημένο απόσπασμα της τότε δημοσίευσης, περιλαμβάνοντας μόνο την αμιγώς κριτική (και φυσικά ανεπηρέαστη) ματιά μου στην ταινία “Anora.”
Ανάλυση
Πλεονεκτήματα Ταινίας
-
Ο Σον Μπέϊκερ σε τούτη την ταινία, πάνω από όλα είναι επαγγελματίας μοντέρ! Και όχι διακεκριμένος σκηνοθέτης, ούτε φυσικά ευφάνταστος σεναριογράφος. Όχι, καμία σχέση. Ο ίδιος όμως κατορθώνει να τρυπώσει με λειτουργικό τρόπο μέσα σε μια ενδιάμεση κινηματογραφική διάσταση, δια της χρήσιμης ικανότητας του εργατικού επιμελητή-αφηγητή! Ουσιαστικά δηλαδή, η ικανότητα της ακούραστης και κάπως αφανούς επιμέλειας του Μπέϊκερ στο μοντάζ διασώζει στην πραγματικότητα μεγάλο μέρος της ταινίας, μετατρέποντάς την σε πειστικά επικοινωνιακή για το κοινό. Με αποτέλεσμα, να παρουσιάζεται μια αποδεκτή ροή κινηματογραφικής αφήγησης.
Έτσι, μολονότι η ανιαρή έως και εντελώς αδιάφορη καθημερινότητα των άψυχων περσόνων Άνι και Βάνια δεν βοηθά την ιστορία, παρόλα αυτά η οπτικοποιημένη αφήγηση ενόσω περνά στην εναλλαγή των διαδοχικών cuts με ταχύτητα αστραπής (π.χ. όταν Βάνια-Άνι διασκεδάζουν στο Βέγκας), βοηθά το κοινό να καταλάβει νοηματικά δύο κρίσιμα, συγκοινωνούντα σημεία. Α) Ότι δεν υπάρχει ούτε κατά διάνοια κεραυνοβόλος έρωτας μεταξύ των Άνι και Βάνια. Β) Ότι όλα μεταξύ τους αφορούν μια χρηματική συναλλαγή ή πιο σωστά, ένα οικονομικό συμβόλαιο με περιτύλιγμα παρορμητικής αγάπης και τίποτα παραπάνω. Αυτό συμβαίνει στον κακομαθημένο Βάνια και στην βολεμένη Άνι…Το μοντάζ επομένως, σαν σεμνός μηχανιστικός παρατηρητής, αποκαλύπτει τον ωμό, ρηχό, συμφεροντολογικό και ανώριμο χαρακτήρα κάποιων ανθρώπων στον 21ο αιώνα.
Δηλαδή σαν υπαρκτό κοινωνικό φαινόμενο σκωπτικού προβληματισμού, που ενδεχομένως να θέλει να θίξει στην εν λόγω ταινία του ο Μπέϊκερ, χρησιμοποιώντας ψήγματα κοινωνικού Ρεαλισμού στην ιστορία του τυχάρπαστου αυτού ζεύγους. Το μοντάζ αποκαλύπτει επίσης, ότι αυτή η ωμή πραγματικότητα -πουδραρισμένης χρηματικής συμφωνίας και κουκουλωμένου ανύπαρκτου έρωτα- εισέρχεται πληροφοριακά στο έργο από τα χείλη του απηυδισμένου αρχηγού ημι-μαφιόζων, Τόρος (εκείνος λέει στην Άνι: “Όλο αυτό είναι μόνο μέσα στο κεφάλι σου”). Άρα, επί της ουσίας, το μοντάζ αποκαλύπτει και τον Τόρος ως Καταλύτη του έργου! Διότι δεν είναι τελικά οι γονείς του Βάνια ο Καταλύτης, καθότι εκείνοι θέλουν μόνο να αποφύγουν το οικογενειακό “ρεζιλίκι.” Ενώ ο απεσταλμένος “υπάλληλός” τους, Τόρος, βλέπει απλώς την ωμή πραγματικότητα. Και την υποδηλώνει όχι μόνο στην Άνι, αλλά και στον θεατή! -
Οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών έδωσαν μια extra πειστικότητα στο έργο. Τόσο η κινησιολογία της Μάϊκι Μάντισον (Άνι) στις πειστικές της χορευτικές κινήσεις, όσο και του Μαρκ Άϊντελστάϊν (Βάνια) στην κωμική έκπληξή του όταν αναμένεται να πρωτοκάνει σεξ με την κοπέλα, ως πιο νέα άτομα ζωντανεύουν τον θεατή. Βεβαίως, ως καλύτερες ερμηνευτικές στιγμές παραμένουν εκείνες των Κάρεν Καραγκουλιάν (Τόρος), Βάτσε Τοβμασιάν (Γκάρνικ) και Γιούρα Μπορίσοφ (Ίγκορ). Η δε προοικονομία στην ανθρώπινη αντιφατική σχέση, μεταξύ των Ίγκορ και Άνι, εισέρχεται αρκετά γρήγορα στο μυαλό του θεατή, εξαιτίας της αποδιδόμενης ερμηνευτικής χημείας των αντίστοιχων ηθοποιών. Και όχι λόγω σεναρίου.
-
Η σεναριακά αντικρουόμενη παρουσία των Ρωσο-Αρμενίων περσόνων, με απρόβλεπτη δόση κωμικότητας, ζωντανεύει αισθητά το έργο. Εκ των πραγμάτων, το στοιχείο της έκπληξης, με τους ευπαρουσίαστα ευαισθητοποιημένους ημι-μαφιόζους, Τόρος, Γκάρνικ και Ίγκορ, αποτελεί και τη μοναδική υπαρκτή ματιά του δημιουργού Σον Μπέϊκερ μέσα στην ταινία. Ο Μπέϊκερ ήθελε να τους παρουσιάσει αυστηρούς, αποφασισμένους, μα και τρυφερούς, απέναντι στην αντιμετώπιση της αγριεμένης Άνι.
Όμως άλλοι ημι-μαφιόζοι στη θέση τους, πιθανότατα, θα φέρονταν πολύ βίαια. Ωστόσο, η ματιά του Μπέϊκερ μάς οδηγεί σε ένα δικό του ανεξάρτητο μονοπάτι, ανάμεσα σε κινηματογραφικό κόσμο και πραγματική απειροελάχιστη πιθανότητα εναπομείνασας καλοσύνης. Οι τρεις αυτοί ήρωές του διαθέτουν κάτι σπάνιο και ενδιαφέρον. Και αυτό όντως αξίζει να ειπωθεί, σαν στοιχείο καλλιτεχνικής έκφρασης!
Μειονεκτήματα Ταινίας
-
Μια κλασική παγίδα καλλιτεχνικής έκφρασης, στην ιστορία που επιθυμεί να μοιραστεί με το κοινό στη Μεγάλη Οθόνη ένας δημιουργός, διαλέγοντας σκοπίμως ρηχές περσόνες πρωταγωνιστικών ηρώων, είναι η εσφαλμένη πεποίθηση πως (δήθεν) επαρκεί η ίδια η οντότητά τους. Όχι λοιπόν. Εκεί ακριβώς οφείλει κάθε σεναριογράφος-σκηνοθέτης να αναδείξει τη δική του καλλιεργημένη οπτική, μέσα στην ασυνήθιστων χαρακτήρων και περιθωριακής χροιάς ταινία. Και να αποδώσει νέο ενδιαφέρον στο έργο με την καλλιτεχνική αυτή ματιά του, παρόλο το ρηχό και ανιαρό ψυχογράφημα με το οποίο έρχεται αντιμέτωπος. Εδώ όμως μόνο οι δεύτεροι χαρακτήρες Τόρος, Γκάρνικ και Ίγκορ τραβούν την προσοχή. Αντιθέτως, οι πρωταγωνιστικές περσόνες Άνι και Βάνια δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον. Και όχι, δεν φταίει το στριπτιτζάδικο σαν χωροχρόνος γνωριμίας.
Δείτε άλλες ταινίες, όπως το “Powder Blue” (2009) του Τίμοθι Λιν Μπούϊ, όπου ο Ρέϊ Λιότα στο ρόλο του Τζακ εισέρχεται σε στριπτιτζάδικο, για να δει την κόρη του και εκείνη αγνοεί τότε, ποιον ακριβώς έχει απέναντί της. Εκεί κόβεται η ανάσα και δουλεύει η ψυχολογική προσέγγιση στον θεατή (και είναι μόνο η μία από τις τέσσερις ημι-σπονδυλωτές ιστορίες). Αντιθέτως στο ενιαίο “Anora” (2024) του Σον Μπέϊκερ, ο θεατής θα χασμουρηθεί κάποιες φορές στον χωροχρόνο του στριπτιτζάδικου, χάνοντας την έξαψη. Διότι η πλοκή-θέαση δεν βγάζει ούτε καν σπίθες! Είτε σε επίπεδο επιφανειακών αισθήσεων, είτε πιο εγκεφαλικών συναισθημάτων. Ο Μπέϊκερ σίγουρα έχει πολλά ακόμη να μάθει, για το σημαντικό μάθημα της σεναριακής-σκηνοθετικής πυροδότησης συναισθημάτων στο Σινεφίλ κοινό... -
Επιπλέον, όταν διαθέτεις μία έντονων εκφραστικών αποδόσεων και εγκεφαλικών συναισθημάτων πρωταγωνίστρια, όπως τη γοητευτική alienated ηθοποιό Μάϊκι Μάντισον, είναι τουλάχιστον παράξενο να αδυνατείς να την αξιοποιήσεις! Σας υπενθυμίζω, ότι η ίδια ηθοποιός αρίστευσε ερμηνευτικά σε πολλά επίπεδα (π.χ. ερμηνεία νευρικής παράνοιας, επικίνδυνα εκτεταμένης ηλιθιότητας) στο “Κάποτε… Στο Χόλιγουντ” (2019) του Κουέντιν Ταραντίνο (εδώ φυσικά, μιλάμε για έναν μάστορα σεναρίου-σκηνοθεσίας). Και μάλιστα τότε, η ίδια είχε δευτερο-τριταγωνιστικό ρόλο, ως Σέϊντι, στρατολογημένο υβρίδιο του Τσαρλς Μάνσον.
Άρα λοιπόν, ο Μπέϊκερ δεν κατάφερε να αναδείξει τις πολλές ερμηνευτικές δυνατότητες της ταλαντούχας και εξελιγμένης ηθοποιού, πέντε χρόνια μετά στην καριέρα της! Παρόλο, που ο Μπέϊκερ την έχει και σε πρωταγωνιστικό ρόλο μέσα στην ταινία του. Άρα τα κρίσιμα λάθη, παρά την υποστήριξη ανθρώπινου καλλιτεχνικού παράγοντα, εδώ δεν κρύβονται. Και αυτό έχει να κάνει ξεκάθαρα με ανεπιτυχή προσέγγιση τόσο σεναριογράφου όσο και σκηνοθέτη. -
Δυστυχώς, δεν υπάρχει τίποτα το πρωτότυπο στην αξιοποίηση της σκηνοθεσίας. Εδώ τα πλάνα του Μπέϊκερ μπαίνουν εντελώς τυπικά μέσα στον κόσμο της υπερπολυτέλειας του Βάνια ή της πανεύκολης γαμήλιας ανταπόκρισης της στριπτιζέζ (ε...ενίοτε και κάτι ακόμη...) Άνι. Δίχως να καθρεπτίσουν στο 90% του έργου μια καλλιτεχνική διαμαρτυρία ή αλλιώτικη οπτική. Τα πλάνα του Μπέϊκερ εδώ είναι ξερά και άψυχα. Και η παρουσία του διευθυντή φωτογραφίας, Ντρου Ντάνιελς, δεν φαίνεται να βοηθά και πολύ την όλη αισθητική. Plus, το να εμφανιστούν σε κάποια σημεία της ταινίας στοιχεία Μελοδράματος, με απόδοση χιονόπτωσης έναντι βροχής, ειλικρινά από μόνο του δεν μου λέει κάτι...Σε εσάς;
-
Εντάξει, όταν πας σε μια γιορτινή παράσταση, έχεις όντως καλή διάθεση. Το κατανοώ. Αλλά το κάθε έργο αφορά πάντοτε, αυτό που πραγματικά είναι. Όχι κάτι παραπάνω. Δεν ήταν στα αλήθεια ποτέ τόσο πρωτότυπες και αστείες, ούτε οι ανατροπές, ούτε και οι συνομιλίες-διάλογοι. Όλα αυτά, υποστηρίχθηκαν απλώς στον βέλτιστο βαθμό από τους αξιόλογους ηθοποιούς.
-
Τελικά, οι βαρύγδουπες βραβεύσεις ταινιών επηρεάζουν κατά πολύ τη γνώμη του κοινού, αφαιρώντας και την πολύτιμη δυνατότητα της σκεπτόμενης και ψύχραιμης αμφισβήτησης. Το θέμα όμως είναι η κινηματογραφική αναγνώριση ή μη να φέρει πάντοτε μελετημένα επιχειρήματα υποστήριξης, μέσα στον πυρήνα της. Δηλαδή, στη δημιουργική σύνθεση της εκάστοτε ταινίας. Και όχι, στην προκύπτουσα εμπορική της επιτυχία! Οι δημόσιες σχέσεις και η προώθηση έργων δεν συνιστούν ποτέ παράγοντες σύνθεσης. Άραγε, ο ίδιος ο Σον Μπέϊκερ, όταν του σφίγγουν το χέρι για συγχαρητήρια, πιστεύει μέσα του ότι όντως έφτιαξε κάτι το ισάξιο για μια τόσο έντονα προβεβλημένη επιβράβευση, όπως στο φετινό Φεστιβάλ των Καννών;
Γιάννης Κρουσίνσκυ
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα eretikos.gr
