Εκείνη είναι μια 15χρονη κοπελίτσα που πάσχει από μια ανίατη αρρώστια, εκείνος, που έχει κιόλας ξεπεράσει τα 20 του χρόνια, είναι βαποράκι. Ο έρωτάς τους αρχίζει από την πρώτη στιγμή που συναντιούνται, όταν η Μίλλα (Ελάιζα Σκάνλεν) βλέπει τον Μόζες (Τόμπι Γουάλας) στην πλατφόρμα ενός τρένου. Η εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σ’ ένα ακόμη δακρύβρεχτο μελό, όπως ξέρει να τα φτιάχνει και να τα διαφημίζει τόσο ωραία το Χόλιγουντ.

Ευτυχώς όμως που η ταινία γυρίστηκε αλλού, και συγκεκριμένα στην Αυστραλία, από μια νέα σκηνοθέτρια, με εμπειρία, μέχρι πρόσφατα, μόνο στην τηλεόραση και σε μικρού μήκους ταινίες (αυτή είναι η πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία στη μεγάλη οθόνη), που είχε τον ενθουσιασμό αλλά και την έμπνευση να αντιμετωπίσει την ιστορία της, βασισμένη στο θεατρικό έργο της Ρίτα Κάλνετζάις (η οποία δέχτηκε να γράψει και το σενάριο) με φρεσκάδα, ειλικρίνεια, ευρηματικότητα και ατόφια συγκίνηση.

BABYTEETH2

Πάει πράγματι πολύς καιρός που έχουμε να δούμε μια ταινία «τρελού έρωτα», του «l’ amour fou», που εξυμνούσαν οι σουρεαλιστές. Γιατί ο έρωτας ανάμεσα στη Μίλλα και τον Μόζες μου θύμισε αυτό τον έρωτα που συναντούσαμε παλιότερα σε ταινίες όπως το «Πίτερ ‘Ιμπετσον» του Χάθαγουεϊ, «Μονομαχία στον ήλιο» του Κινγκ Βίντορ ή «Abismos de passion» του Μπουνιουέλ (βασισμένο στο βιβλίο «Ανεμοδαρμένα ύψη» της Έμιλι Μπρόντε. Από την πρώτη κιόλας στιγμή, η παρουσία του Μόζες για την Μίλλα είναι ένα ξαφνικό και γερό χτύπημα στην καρδιά. Ένα άνοιγμα σε έναν άλλο κόσμο, σ ‘ ένα κόσμο φωτεινό, ένα κόσμο της ελπίδας. Η παρουσία του της δίνει, κυριολεκτικά φτερά, για ν’ αντιμετωπίσει διαφορετικά το θάνατο αλλά και τη λιγοστή απομένουσα ζωή της.

Παρά τους φόβους της Άννας (Έσι Ντέιβις) και του Χένρι (Μπεν Μέντελσον), της δυσλειτουργικής, όπως ανακαλύπτουμε πολύ σύντομα, οικογένειας των γονιών της, η Μίλλα θα τους πείσει τελικά όχι μόνο να αποδεχτούν τον Μόζες αλλά και να τον δεχτούν να παραμένει στο σπίτι τους – φτάνει μια δοσμένη με τρυφερότητα σκηνή των δυο νέων να συνομιλούν μεταξύ τους, για να πείσει τους γονείς της να πουν, για χάρη της ευτυχίας της κόρης τους, το ναι, αν και γι’ αυτούς η παρουσία του αρχικά οπορτουνιστή Μόζες, με τα προκλητικά, χυδαία τατουάζ, όχι απλά ανατρέπει την, τουλάχιστο φαινομενικά, τακτοποιημένη ζωή τους αλλά τους προκαλεί τη φρίκη (ιδιαίτερα στη μητέρα) και το χάος.

BABYTEETH3

Μπορεί στην αρχή, για τον Μόζες, η συνάντηση με τη Μίλλα να ήταν μια απλή ευχαρίστηση αλλά και ευκαιρία να προμηθεύεται τα ναρκωτικά που χρειαζόταν από τον ψυχίατρο πατέρα της, αλλά και γι’ αυτόν, η σχέση του παίρνει γρήγορα μια άλλη πορεία, μετατρέπεται από θαυμασμό σε ένα το ίδιο δυνατό έρωτα. Φτάνει να τους βλέπουμε στις σκηνές μαζί, δοσμένες με ένα όμορφο στιλιζάρισμα από την Μέρφι, μέσα από ένα είδος κεφαλαίων/σχολίων («Αϋπνία», «Λίγο φτιαγμένος», «Ομιλία με νεκρό», «Ναυτία», «Ειδύλλιο Α» και «Ειδύλλιο Β», και αρκετά άλλα), με την Μίλλα, συχνά φαλακρή από τη χημειοθεραπεία, να ζει σ’ ένα κόσμο ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα και να παρακολουθεί γεμάτη χαρά και ενθουσιασμό τον Μόζες να τρώει ή να είναι ξαπλωμένος δίπλα της.

Εκείνο που πέτυχε πάνω απ’ όλα η σκηνοθέτρια είναι συνδυάσει το δράμα και τον πόνο με το χιούμορ – ανάμεσα στις πολλές σκηνές αναφέρω εκείνη με τον Χένρι να πέφτει από την καρέκλα όταν προσπαθεί να βάλει μια καινούρια λάμπα στο φωτιστικό μιας έγκυου γειτόνισσας ή εκείνες προς το φινάλε, με τη Μίλλα να προσπαθεί να φωτογραφήσει τον πατέρα της στην παραλία (σκηνή, λίγο πιο πριν, τρυφερή και ποιητική όταν ο πατέρας αρχίζει να φωτογραφίζει τη Μίλλα). Κι αυτή είναι και η μεγάλη δύναμη της ταινίας: πως μέσα από τον πόνο και το θέμα της θνησιμότητας, αναδύει μια αγάπη και ένα πάθος για τη ζωή και τον ΕΡΩΤΑ. Σ’ αυτό, δεν πρέπει να ξεχάσουμε και τη σημαντική συνεισφορά και των τεσσάρων πρωταγωνιστών, ιδιαίτερα όμως του Τόμπι Γουάλας (ήδη για την ερμηνεία του αυτή κέρδισε βραβεία σε διάφορα φεστιβάλ) και της Ελάιζα Σκάνλεν, στους ρόλους του ερωτευμένου ζευγαριού.

Νίνος Φενέκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr