«Βάλτε φωτιά, κάψτε καλά»...

Το Έμα (Ema) έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο περασμένο φεστιβάλ Βενετίας, όπου συμμετείχε στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα. Σε τούτη την ταινία συνεργάζεται για τρίτη φορά με τον Gael García Bernal, μετά τα «No» και «Νερούδα». Η επόμενη ταινία του θα έχει τίτλο «The True American», με άγνωστο καστ ακόμα. Θα είναι η δεύτερη αγγλόφωνή του μετά το «Jackie» και είναι μια ταινία που μέχρι πρόσφατα ήταν να τη γυρίσει η Kathryn Bigelow, με πρωταγωνιστή τον Tom Hardy.

Η υπόθεση: Βαλπαραϊσο, ήτοι «Βάγιε Παραϊσο», δηλαδή «Κοιλάδα του Παραδείσου». Η UNESCO έχει χαρακτηρίσει αυτήν την παραθαλάσσια πόλη της Χιλής ως μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας για την ιστορική σημασία, την πολυποίκιλη αρχιτεκτονική και την φυσική ομορφιά της. Σε αυτόν τον παράδεισο ζει η Έμα. Είναι όμως... ασύμβατη με αυτόν! Η Έμα είναι μια νεαρή γυναίκα, μια χορεύτρια reggaetón. Σύντροφός της είναι ο Γκαστόν, φυσικός ηγέτης και χορογράφος μιας τοπικής, χίπστερ, ομάδας χορού.

Ο Γκαστόν είναι στείρος. Η Έμα θέλει παιδί. Υιοθετούν τον Πόλο, ένα 9χρονο αγόρι από την Κολομβία. Η Έμα του... μεταλαμπαδεύει την αγάπη της για τη φωτιά. Μια σειρά από συμβάντα, απότοκα της (γεμάτης ενθουσιασμό) πυρομανίας του Πόλο, αναγκάζουν την Έμα και τον Γκαστόν να απαρνηθούν τελικά την υιοθεσία και να επιστρέψουν τον Πόλο στις υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας. Η Έμα, όμως, μετανιώνει. Και αποφασίζει να διεκδικήσει και πάλι τον μικρό Πόλο πάση θυσία. Γαία, πυρί, μιχθήτω...

Η άποψή μας: Καμία ταινία του Larraín δεν είναι... εύκολη. Δεν είναι από τους σκηνοθέτες που σου τα δίνουν όλα στο πιάτο. Δεν προσφέρει μασημένη πνευματική τροφή. Η πιο προσβάσιμή ταινία του κατά τον γράφοντα είναι το «No», με θέμα την πρόσληψη ενός διαφημιστή από τους αντιχουντικούς προκειμένου να ηττηθεί ο δικτάτορας Πινοσέτ στο δημοψήφισμα που ο ίδιος προκάλεσε το 1988 στη Χιλή, με την επίφαση και καλά περισσότερης δημοκρατίας. Στην καλύτερή του ταινία (πάντα κατά τον γράφοντα), το «Νερούδα»... ταραντινίζει τρόπον τινά. Περιγράφει ένα ιστορικό γεγονός και ένα υπαρκτό πρόσωπο, προσθέτοντας στην αφήγηση ένα φανταστικό πρόσωπο.

Ema1

Γενικά, αυτό που διαφοροποιεί τον ιδιαίτερο αυτόν Χιλιανό σκηνοθέτη είναι τα αφηγηματικά του ρίσκα, ο ριζοσπαστισμός στο story telling, τα καινά δαιμόνια που προσθέτει. Το «Jackie» είναι επίσης μια πολύ ιδιαίτερη ταινία. Η Τζάκι Κένεντι τίθεται στο επίκεντρο μιας παλαβής μυθοπλασίας, στην οποία το πορτρέτο της δομείται και αποδομείται μέσω μίας συνέντευξης. Σε όλες τις προηγούμενες δουλειές του (τουλάχιστον, αυτές που έχω δει – τις δύο πρώτες της καριέρας του δεν τις έχω παρακολουθήσει) παρά την ισορροπία του σε τεντωμένο σχοινί, εντέλει... περνούσε απέναντι. Στην τελευταία του, όμως, το... παρατράβηξε! Είναι ό,τι πιο αβάν γκαρντ έχει σκηνοθετήσει. Θα τολμήσω μια ίσως βλάσφημη αναλογία, αλλά αν ο συμπατριώτης του (και δύο μόλις χρόνια μεγαλύτερος) Sebastián Lelio είναι ο François Truffaut του χιλιανού σινεμά, ο Larraín είναι ο Jean-Luc Godard!

Το μοντάζ της ταινίας είναι θραυσματικό, βίαιο, αγχώδες, σαν να παρακολουθείς εφιάλτη, σαν να βλέπεις μπουνιουελική ταινία μετά από κατανάλωση LSD! Δεν υπάρχει «σενάριο», δηλαδή υπάρχει αλλά όχι μια ιστορία γραμμική, με αρχή, μέση και τέλος. Το πορτρέτο μιας γυναίκας παρακολουθούμε, μιας γυναίκας που δεν μπορεί να γίνει αρεστή στο κοινό. Παραείναι δυναμική, παραείναι «σπασμένη», παραείναι... πανκ, παραείναι εκτός ορίων. Τοποθετημένη σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο αλλά φλερτάροντας μονίμως με το υπερρεαλιστικό και το ονειρικό, είναι αδύνατον για άντρες και γυναίκες να ταυτιστούν μαζί της. Ένας λόγος παραπάνω να βγάλουμε το καπέλο μας στον ερμηνευτικό άθλο που πετυχαίνει η Mariana Di Girolamo, που υποδύεται την Έμα του τίτλου. Νομίζω πως δεν πήρε καμία σκηνοθετική οδηγία από τον Larrain: η ερμηνεία της είναι εντελώς σωματική και ενστικτώδης.

Από την άλλη, ο Bernal νομίζω πως αποτυπώνει στην ερμηνεία του την αμηχανία του, που εν πολλοίς είναι και η αμηχανία του κοινού. Τι 'ναι τούτο; Οι σκηνές που μοντάρονται με τον χορό (ιδίως η ερωτική με τους πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους της Έμα) φλερτάρουν με το γκροτέσκο. Και πείτε με τρελό, αλλά με έπιασα να αναρωτιέμαι και να φωνάζω (από μέσα μου): «Guadagnino του 'Suspiria', βγες από το σώμα του Larrain»! Οι εικόνες είναι συναρπαστικές (ιδίως οι... πύρινες) αλλά η αλήθεια είναι πως άκρη δεν βγάζεις από αυτήν τη σπαζοκεφαλιά. Ταινία για τολμηρούς. Εγώ κιότεψα...

Θόδωρος Γιαχουστίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα moviesltd.gr