Μετά από ένα τραυματικό γεγονός η Έμα, μια νεαρή γυναίκα που ζει κυριολεκτικά μέσα στον χορό, προσπαθεί να κάνει νέο ξεκίνημα στη ζωή της.

Το πρώτο πλάνο με το φλεγόμενο φανάρι σε μια άδεια πόλη και την ηρωίδα να αποχωρεί από τον τόπο του «εγκλήματος» φορώντας στον ώμο της το αποδεικτικό στοιχείο της παράνομης πράξης – ένα φλογοβόλο– μας εισάγει σε ακόμη μία ταινία κοινωνικού προβληματισμού όπου το προσωπικό και το γενικό μπερδεύονται κάπως ακαθόριστα, αν όχι επικίνδυνα.

Είναι ο ίδιος ο κόσμος που φλέγεται ή μήπως η αντίδραση της Έμα έρχεται να κάψει μια σειρά από αδικίες αλλά και άστοχες επιλογές που την έχουν περιθωριοποιήσει; Οι απαντήσεις έρχονται αργά, σαδιστικά αλλά και με θαυμάσια αφηγηματική τεχνική από τον Λορέιν. Στο επόμενο πλάνο η ηρωίδα έχει έναν έντονο διάλογο με την κοινωνική λειτουργό που της τα χώνει κανονικά. Εδώ μαθαίνουμε ότι η Έμα και ο «ηλίθιος άντρας» της έδωσαν το παιδί τους, ένα 10χρονο αγόρι ονόματι Πόλο για υιοθεσία. Η απάθεια της Έμα απέναντι στην επίθεση της λειτουργού μαρτυρά την ενοχή της. Η συνέχεια γίνεται ακόμη πιο σκληρή.

Σε παράλληλη αφήγηση με τα χορευτικά μιας φλεγόμενης Γης (η Έμα είναι η βασική χορεύτρια του χορογράφου συζύγου της Γκαστόν που υποδύεται ο Μπερνάλ) μαθαίνουμε τα επεισόδια που προηγήθηκαν του χωρισμού μεταξύ Πόλο και ζευγαριού, οι οποίοι δεν είναι οι φυσικοί γονείς του καθώς τον είχαν υιοθετήσει: το κάψιμο του προσώπου της αδελφής της Έμα από τον Πόλο, οι αλληλοκατηγορίες του ζευγαριού για το μεγάλωμα του αγοριού, η παραδοχή ότι δεν έπρεπε να τον υιοθετήσουν, οι ευθύνες της καταστροφής, το δράμα μιας ολόκληρης ζωής. Όλη η ιστορία παρουσιάζεται παράλληλα με τα χορευτικά reggaeton που δίνει με τις φίλες της στους δρόμους ή τα μαθήματα χορού που κάνει σε παιδιά η Έμα.

ema

Αυτές οι σκηνές, που είναι και οι πιο δυνατές από σκηνοθετικής άποψης, μας οδηγούν από τον ποιητικό ρεαλισμό στην ωμή καταγραφή της καθημερινότητας. Ο χορός ως διαδικασία κάθαρσης, ως φάρμακο επούλωσης των εσωτερικών πληγών, ως όπλο επανάστασης αλλά και ερωτισμού, ως μέσο για να μπορέσει ο καλλιτέχνης να κατανοήσει την γκρίζα πραγματικότητα και να τη νικήσει.

Όμως ο σκηνοθέτης δεν αρκείται μόνο σε αυτό: σε κάθε σεκάνς χρησιμοποιεί ένα δυνατό διάλογο μεταξύ Γκαστόν - Έμα ενώ στις πλέον καθοριστικές σεκάνς του δράματος κάποιο τρίτο πρόσωπο (της λειτουργού, κάποιας φίλης, ενός εραστή) είναι εκείνο που δίνει την οπτική μιας ψυχαναλυτικής φεμινιστικής δημιουργίας με πολιτικό χαρακτήρα. Στη σέξι, παραισθησιογόνα και άκρως πολιτική «Έμα» τα θέματα που ανοίγει ο χιλιανός δημιουργός των «No», «Neruda» και «Jackie» είναι… άπειρα –από την ευθύνη του μεγαλώματος ενός παιδιού μέχρι τη γυναικεία χειραφέτηση κι από την καλλιτεχνική εκκεντρικότητα έως την ακτιβιστική δράση– και πετυχαίνει να μη χάσει ούτε στιγμή τον έλεγχό τους.

Το επίτευγμα του είναι μοναδικό αλλά η μεγαλύτερη τύχη του είναι η παρουσία της Μαριάνα ντι Τζιρόλαμο στον ρόλο της «Έμα». Η Χιλιανή (τηλεοπτική κυρίως σταρ) δίνει μια συγκλονιστική παγωμένη ερμηνεία η οποία κάνει την κάμερα να λιώνει από πυρετό κάθε φορά που την κοιτά στα μάτια.

Κωνσταντίνος Καϊμάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα athensvoice.gr