Ο απόλυτος έλεγχος που ασκεί ο Μπέργκμαν στα εκφραστικά του μέσα, η θαυμαστή αξιοποίηση φυσικού και ανθρώπινου στοιχείου,η αξεπέραστη δραματουργική του δύναμη και ο βασικά μεταφυσικός, υπαρξιακός προβληματισμός του, σε συνδυασμό με μία αφηγηματική απλότητα, είναι τα κύρια γνωρίσματα ολόκληρου του κινηματογραφικού του έργου. Και το _Φάννυ και Αλέξανδρος_  αποδεικνύει όχι μόνο τις κορυφαίες αρετές και την ακτινοβόλο δύναμη του μπεργκμανικού  κινηματογράφου, αλλά εισάγει σ’ αυτό μία νέα διάσταση, φέρνοντας μία ζωογόνα προοπτική και εξισορρόπηση στη μακρόχρονη θεματική πάλη του με τις ανησυχίες και τους φόβους που τον καταδίωκαν. Είναι μία χαρούμενη,αισιόδοξη ταινία, στην οποία το καλό θριαμβεύει επί του κακού, όπου ο σχεδόν παράφρων πουριτανισμός παραχωρεί τη θέση του στην ευτυχία.

fanny1

Από την άλλη, σε βάζει στον πειρασμό να την αντιμετωπίσεις σαν ένα αυτοβιογραφικό έργο, το οποίο, ταυτόχρονα, αποτελεί ένα είδος σύνοψης όλων των τραγικών και κωμικών θεμάτων που συναντούμε στις 42 προηγούμενες ταινίες του. Η ταινία αρχίζει το 1907, με την τελετή των Χριστουγέννων στο μεγαλοαστικό σπίτι των Έκνταλ, μιας ευκατάστατης οικογένειας θεατράνθρωπων της Ουψάλα,όπου ολόκληρο το σόι γιορτάζει. Η 8χρονη Φάνι και ο 10χρονος Αλέξανδρος είναι οι παρατηρητές της αφροσύνης των Έκνταλ,το δε αγόρι με τα μεγάλα, μαύρα,εξεταστικά μάτια, τα γεμάτα σιωπηλή αυτοπεποίθηση, αποτελεί το πρωταρχικό κανάλι για τη μετάπλαση των αναμνήσεων του σκηνοθέτη μέσα στη μυθοπλασία. Όμως, η δράση δεν διυλίζεται μέσα από την προσωπική οπτική των παιδιών, κάτι που θα επέτρεπε στον Μπέργκμαν μία πληρέστερη διείσδυση, αλλά τα παιδιά βρίσκονται σχεδόν πάντα στο επίκεντρο του δράματος. Επειδή η χαρούμενη
ατμόσφαιρα δεν διαρκεί παντοτινά,καταλύτης για τη θλιβερή μεταστροφή είναι ο θάνατος του πατέρα, που καθιστά τη μητέρα χήρα και ευάλωτη, και την οδηγεί σε γάμο μ’ έναν φανατικά πουριτανό κληρικό με λανθάνουσες σαδιστικές τάσεις. Σε αντίθεση με την τυραννική, διεστραμμένη φύση του επισκόπου, ο μικρός Αλέξανδρος έχει μία θαυμαστή φαντασία και «αντιλαμβάνεται» τις επισκέψεις του νεκρού του πατέρα.

fanny2

Η «αντιπαλότητα» των δύο χαρακτήρων επιτρέπει στον σκηνοθέτη να αντιπαραθέσει συμβολικά την ανθρώπινη ζεστασιά στη θρησκευτική μονομανία. Η εξωπραγματική, μαγική απελευθέρωση του αγοριού από την ανατριχιαστική καταπίεση θα επαναφέρει την καλοσύνη και θα μεταθέσει ξανά τη δράση στο χαρούμενο σπιτικό των Έκνταλ. Η ζωή ξαναβρίσκει τον παλιό της ρυθμό και ο κόσμος της καθημερινής ευτυχίας είναι το μόνο που μπορεί να έχει πραγματική αξία για τον άνθρωπο (μαζί με το χάρισμα της φαντασίας), φαίνεται να μας λέει ο Μπέργκμαν, ενορχηστρώνοντας 60 βασικούς ερμηνευτές, 140 χαρακτήρες και 1200 κομπάρσους σ’ ένα τέλεια οργανωμένο σύνολο. Κι ο θεατής παρακολουθεί έναν ποταμό εικόνων, όπου καμία στιγμή δεν είναι ανιαρή και καμία σκηνή περιττή: το «έπος» των Έκνταλ έχει μία θαυμαστή δραματουργική οικονομία και μία εμπεριστατωμένη αφήγηση.

fanny3

Παρά τα 63 (τότε) χρόνια του, ο σουηδός δημιουργός υπογράφει μία έξοχη νεανική ταινία, που πατάει γερά στην αξία των εικαστικών συνθέσεων και τη λειτουργικότητα των εκρηκτικών διαλόγων. Ο δε Σβεν Νίκβιστ,ο σχεδόν μόνιμος διευθυντής φωτογραφίας του, αποτυπώνει άψογα τη δράση, ανάλογα με τις απαιτήσεις του ύφους και του κλίματος της κάθε στιγμής, αναδεικνύοντας τα αισθήματα και το περιεχόμενο με καλλιγραφική δεξιοτεχνία και σπάνια ευαισθησία, που πηγάζει από την παράδοση των φλαμανδών  ζωγράφων.

Δημήτρης Κολιοδήμος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα kemes.wordpress.gr