Η δεύτερη ταινία του Γεωργιανού Αλεξάντρ Κομπερίτζε είναι μια χαμηλότονη, τρυφερή ιστορία με πρωταγωνιστές δύο νέους μελαγχολικούς ανθρώπους που κινούνται σε διαφορετικά σύμπαντα αλλά κάποια στιγμή οι δρόμοι τους συναντώνται. Το love story που αφηγείται ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος του «Let the summer never come again» (το προ 5ετίας, διάρκειας 202 λεπτών ντεμπούτο του Γεωργιανού δεν προβλήθηκε ποτέ στην Ελλάδα) είναι διανθισμένο με ποιητικές πινελιές και ανεπαίσθητα κωμικά σκετς που τονίζουν το παράλογο της ζωής και προσδίδουν στην ταινία μια μαγική –και άκρως σινεφιλική– λάμψη. Το γεμάτο συμβολισμούς και αινίγματα ελλειπτικό σενάριο δεν ακολουθεί τον δρόμο της πεπατημένης ερωτικής κομεντί.

1380 2

Προάγει αντισυμβατικές λύσεις με ενδιαφέροντες πειραματισμούς, ενώ και τα μυστικά του είναι καλά κρυμμένα ώσπου να έρθει το ανατρεπτικό φινάλε. Τι είναι όμως αυτό που κάνει ξεχωριστό το «Τι βλέπουμε όταν κοιτάμε τον ουρανό»; O σκηνοθέτης επιμένει στην απλότητα της αφήγησης και την καθαρότητα του βλέμματος (αυτό που δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά έχει τελικά μεγαλύτερη σημασία, σύμφωνα με τον Γεωργιανό) σε μια απόλυτη ουμανιστική δημιουργία. Η ιστορία της Λίσα και του Γκιόργκι είναι σαν μια μικρή ψηφίδα στο παζλ της γκρίζας γεωργιανής καθημερινότητας, με την ποδοσφαιρική ένταση (όλη η πόλη ζει στους ρυθμούς του Παγκόσμιου Κυπέλλου ενώ ακόμη δεν έχουν κοπάσει οι πανηγυρισμοί από τον θρίαμβο της τοπικής ομάδας Τορπέντο απέναντι στην πιο ισχυρή Ντιναμό Τιφλίδας) να κουμπώνει απρόσμενα με το πνευματώδες κομμάτι ενός έρωτα σχηματισμένου από τα πιο αγνά υλικά. Είναι σίγουρο πως η ταινία χάρη στη λυρική ομορφιά και τη ζεστασιά της θα αγγίξει τον ψαγμένο σινεφίλ αλλά δεν είμαστε και τόσο βέβαιοι ότι θα έχει την ίδια απήχηση και στο πλατύ κοινό. Η υπερβολική διάρκειά του (150 λεπτά) ίσως να κουράσει κάποιους, σε αντίθεση με εκείνους που επιδιώκουν να βιώσουν όσο πιο δυνατά γίνεται το βραδυφλεγές και αυθεντικό δράμα του Κομπερίτζε. Ειδική μνεία της Διεθνούς Κριτικής Επιτροπής στο 62ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Κωνσταντίνος Καϊμάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα athensvoice.gr