Γίνεται να συγκρίνεις έναν από τους μεγαλύτερους εν ζωή σκηνοθέτες του πλανήτη, τον Βρετανό Ρίντλεϊ Σκοτ (των επιτυχιών «Blade Runner». «Μονομάχος» κ.ο.κ.) με έναν άγνωστο Ελληνα σκηνοθέτη, τον Κώστα Χαραλάμπους, στο ενεργητικό του oποίου βρίσκονται μόλις δύο ταινίες; Και πως επιλέγεις την ταινία του δεύτερου;

Πέρα από το ότι ο Δαυίδ ήταν που νίκησε τον Γολιάθ, θεωρώ ότι οι ταινίες των παραπάνω, ο «Οίκος Gucci» (House of Gucci, ΗΠΑ/ Ιταλία, 2021) του Σκοτ και το «Λούγκερ» (Ελλάδα, 2021) του Χαραλάμπους είναι συγκρίσιμες με ένα κοινό στοιχείο στο περιεχόμενο: την ματαιοδοξία που κρύβουν στα σπλάχνα τους ο πλούτος και η εξουσία, ιδίως στα μεγάλα τζάκια αυτού του κόσμου. Δύο πανίσχυρες, πάμπλουτες οικογενειες λοιπόν, στην μια πλευρά η οικογένεια Γκούτσι που οδηγήθηκε στην παρακμή εξαιτίας των αδυναμιών των μελών της και στην άλλη η οικογένεια Αγγελιδάκη που επίσης παρήκμασε, κι αυτή εξαιτίας της υπέρτατης ματαιοδοξίας των μελών της.

Πιστεύω ειλικρινά ότι ο Χαραλάμπους χειρίζεται καλύτερα το θέμα του. Κατ’ αρχάς η ιστορία είναι πιο στιβαρή και πιο ενδιαφέρουσα: μέσα στο νοσοκομείο ένα μέλος της οικογένειας (Γιώργος Τσουρής) εξιστορεί το χρονικό των Αγγελιδάκη σε έναν λαϊκό τύπο (Ερρίκος Λίτσης – πάντα μια εγγύηση). : Αφετηρία η περίοδος της μεταπολεμικής Ελλάδας, ενώ η χώρα προσπαθούσε να αναρρώσει από το πλήγμα της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου.

1109 1

Ηταν η εποχή των χρυσών ευκαιριών ακόμα και για εκείνους που ενώ δεν είχαν τις γνώσεις ή την εμπειρία, είχαν τα κότσια και την όρεξη να ρισκάρουν για το όραμά τους. Οπότε έχουμε τον βασικό ήρωα της ταινίας (Τάσος Νούσιας) ο οποίος άδραξε την ευκαιρία και μετέτρεψε τον εαυτό του από απλό χωριάτη της Κρήτης σε μέγα και τρανό επιχειρηματία του κόσμου. Από εκεί και πέρα βέβαια, έπεσε ο ίδιος στην παγίδα της δόξας την ώρα που οι διάδοχοί του που δεν είχαν το δικό του όραμα, την δική του πίστη, την δική του πυγμή, στην ουσία έβαλαν σε λειτουργία μια ωρολογιακή βόμβα και διέλυσαν τα πάντα. Ολο αυτό το χρονικό περνά στρωτά και με σχετική οικονομία στην ταινία που όταν τελειώνει σου αφήνει την αίσθηση ότι είδες αν όχι κάτι το αξέχαστο, πάντως ολοκληρωμένο και ευπρόσωπο.

Από το πουθενά ξεκίνησε και ο Γκούτσιο Γκούτσι, ιδρυτής της αυτοκρατορίας Γκούτσι, στον οποίο η ιδέα για τις πιο διάσημες τσάντες και βαλίτσες του κόσμου ήρθε ενώ κουβαλούσε τις βαλίτσες πλουσίων ως αχθοφόρος ξενοδοχείων! Μόνο που στον «Οίκο Γκούτσι» αυτό δεν το βλέπουμε ποτέ, παρά μόνο το ακούμε. Γιατί εδώ, κέντρο βάρους της ιστορίας είναι μια «παρείσακτος», ένα ξένο σώμα στην οικογένεια Γκούτσι, η Πατρίτσια Ρετζιάνι (κουραστική μόνο και ως όψη η Lady Gaga – άσε δε που όποτε ανοίγει το στόμα της κλείνεις τ’ αυτιά σου). Κόρη επιχειρηματία με φορτηγά, η Ρετζιάνι κατάφερε (φαντάζεστε πως) να κερδίσει την καρδιά του Μαουρίτσιο Γκούτσι (Ανταμ Ντράιβερ), να μπει στην οικογένεια και να τα κάνει όλα λαμπόγυαλο προτού ο Μαουρίτσιο την διώξει με τις κλωτσιές – «υπογράφοντας» έτσι συμβόλαιο για τον θάνατό του.

Στην ουσία ο Σκοτ έστησε μια σαπουνόπερα πολυτελείας, όπου βλέπουμε μια στρατιά καρικατουρων να αλληλοτρώγονται στήνοντας ο ένας παγίδες στον άλλο φορώντας πανάκριβα κοστούμια και μιλώντας με κακόηχα «σπαστά» αγγλικά. Ο Τζάρεντ Λέτο είναι αφόρητος στον ρόλο του «βλαμμένου» Πάολο Γκούτσι, γιού του θείου του Μαουρίτσιο, του Αλντο Γκούτσι (Αλ Πατσίνο). Ευτυχώς που υπάρχουν παλιές ιταλικές (και όχι μόνο) επιτυχίες στο σάουντρακ, ευτυχώς που η αναπαράσταση της εποχής (1970 – 1990) είναι έκτακτα σκηνογραφημένη και φωτογραφημένη.

Γιατί τελικά το περίβλημα είναι το μόνο που αξίζει σε αυτή την κινηματογραφική «Δυναστεία», μια ταινία γραφική, γκροτέσκα και με άδεια ψυχή, όπως άδειες είναι και οι ψυχές των Γκούτσι από τους οποίους ο μόνος που ξεχωρίζει είναι ο Τζέρεμι Αϊρονς στον ρόλο του σνομπ Ροντόλφο Γκούτσι (γιού του Γκούτσιο, αδελφού του Αλντο και πατέρα του Μαουρίτσιο – ουφ!) ο οποίος δυστυχώς, πεθαίνει νωρίς (στην ταινία).

Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr