Τη γενοκτονία 8 περίπου χιλιάδων Βόσνιων μουσουλμάνων (αντρών και παιδιών) της Σρεμπρένιτσα, τον Ιούλιο του 1995 παρουσιάζει, μέσα από την ιστορία μιας ντόπιας γυναίκας, πρώην δασκάλας, που εργάζεται ως διερμηνέας για τις εκεί δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών, στην ταινία της, «Κβο βάντις, Άιντα», η σκηνοθέτρια Τζαρμίλα Σμπάνιτς (ταινία υποψήφια της Βοσνίας/Χερσεγκοβίνας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ).

Η Σμπάνιτς παρακολουθεί την Άϊντα στις καθημερινές της σχέσεις τόσο με τον Δανέζο υπεύθυνο των δυνάμεων των Ηνωμένων Εθνών, που εξακολουθεί να πιστεύει πως τα Ηνωμένα Έθνη θα επέμβουν στρατιωτικά για να ανακόψουν τη σέρβικη εισβολή σε μια πόλη είχε χαρακτηριστεί ω ς «ασφαλή ζώνη», όσο και με τον σύζυγο και τους δυο έφηβους γιους της, οι οποίοι, ενώ ο σέρβικος στρατός, με αρχηγό τον Στρατηγό Μλάντιτς, έχουν καταλάβει την πόλη, έχουν καταφέρει να μπουν στον προστατευμένο από τα Ηνωμένα Έθνη χώρο, βρίσκονται τώρα μαζί της στον μικρό, προστατευμένο από τον ΟΗΕ χώρο.

Η κάμερά του παρακολουθεί και καταγράφει, από κοντά, συχνά με το ρυθμό ενός θρίλερ, την αγχώδη πορεία της Άιντα, που προσπαθεί να βρει τρόπους να σταματήσει την επερχόμενη όπως φοβάται εξόντωση των πανικόβλητων κατοίκων αλλά και, όταν πια αντιλαμβάνεται πως ο ΟΗΕ δεν είναι διατεθειμένος να βοηθήσει ενεργά τους «φυλακισμένους» στο προαύλιο Βόσνιους ή τις υπόλοιπες οικογένειες, άντρες, γυναίκες και παιδιά, που περιμένουν απ’ έξω αγωνιωδώς κάποια σωτηρία, προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει τρόπο να βοηθήσει τόσο τη δική τους όσο και τους τρομοκρατημένους, εγκαταλειμμένους στο έλεος των εισβολέων, συμπολίτες της.

Αυτό δεν την εμποδίζει να τονίσει, παράλληλα, τόσο μέσα από μια σειρά φλας-μπακ, την ήρεμη, ειρηνική συμβίωση των κατοίκων της Σρεμπρένιτσα και από τις δυο πλευρές, όσο και την απρόσμενη εχθρικότητα που ο πόλεμος έχει δημιουργήσει ανάμεσα τους, έχοντας βιώσει μαζί, φιλίες στα σχολικά θρανία και παρέα στις ίδιες γειτονιές, και που τώρα βρίσκονται σε διαφορετικά στρατόπεδα. Φυλάσσοντας τις εικόνες της τελικής καταστροφής – αυτές της παράλογης, απάνθρωπης δολοφονίας εν ψυχρώ των οκτώ τόσων χιλιάδων ανδρών και έφηβων αγοριών – για το φινάλε της ταινίας. Προσθέτοντας όμως ένα είδος επιλόγου, μέσα από απλές, όμορφες, από τις οποίες όμως δεν λείπει και μια αίσθηση θλίψης, σκηνές, όπου προτάσσει την ανάγκη λησμονιάς του παρελθόντος ώστε να μπορέσει να επανέλθει η ειρηνική συμβίωση σε ένα λαό που τόσα έχει άδικα υποφέρει – μαζί και ένα είδος έμμεσου καλέσματος σε, δυστυχώς, παρόμοιες σύγχρονες καταστάσεις.

Νίνος Φενέκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr