Στη Γαλλία του 1386, ο ιππότης Σερ Ζαν ντε Καρούζ καλεί σε μονομαχία μέχρι θανάτου τον παλιό του φίλο και συμπολεμιστή Ζακ Λε Γκρι. Ο καθένας από αυτούς έχει και μία διαφορετική εκδοχή για το τι πραγματικά συνέβη ώστε να φτάσουν σε τέτοιο (ολέθριο) σημείο αντιπαλότητας.

Εξεπλάγην τόσο με τούτο εδώ, που χρειάστηκε να ρίξω μια ματιά υπενθύμισης στη φιλμογραφία του Ρίντλεϊ Σκοτ, για να βεβαιωθώ… από πότε έχει να σκηνοθετήσει τόσο καλή ταινία. Έφτασα μέχρι τη δεκαετία του ’90 (σιγά μην έλεγα τον «Μονομάχο»)! Και δεν του είναι άγνωστο το είδος του έργου ιστορικής περιόδου, το γνωρίζουν οι πάντες αυτό. Εδώ, όμως, υπάρχει μια σοβαρή διαφορά. Στο παρελθόν, από τους «The Duellists» (1977) μέχρι σήμερα, τα σχετικά φιλμ που είχε γυρίσει επικέντρωναν στους άρρενες χαρακτήρες / πρωταγωνιστές τους, ενώ εδώ τον πρώτο ρόλο παίζει (τελικά) μια γυναίκα. Και αυτό είναι που ανατρέπει ολόκληρο το σενάριο της «Τελευταίας Μονομαχίας» (όντως, υπήρξε η τελευταία που πραγματοποιήθηκε νόμιμα στα χρονικά της Γαλλίας).

1275 2

Η εισαγωγή μας προετοιμάζει για την κορύφωση, μα διακόπτεται πάνω στο πρώτο βίαιο χτύπημα του δόρατος, για να εμφανιστεί ο τίτλος που φανερώνει την κατά Σερ Ζαν ντε Καρούζ (Ματ Ντέιμον) αλήθεια. Προφανώς, θα ακολουθήσει η οπτική της αλήθειας του Ζακ Λε Γκρι (Άνταμ Ντράιβερ). Εκ πρώτης όψεως, ο Σκοτ παίρνει το μέρος της μιας πλευράς, σχηματοποιώντας με προβλέψιμη ευκολία τα κακά του αντίπαλου μετώπου. Και η γραμμή της αφήγησης δεν είναι και τόσο πρωτότυπη, ώστε να προκαλεί ενθουσιασμό, καθώς το (πιο) κινηματογραφόφιλο κοινό θα φέρει κατά νου το «Rashomon» (1950) του Ακίρα Κουροσάουα. Εκεί, λοιπόν, που το φιλμ του Σκοτ αντιμετωπίζεται σαν ένα δράμα δύο πράξεων, αντίστοιχων των δύο μονομάχων / ηρώων, και περιμένουμε πως το μόνο που υπολείπεται είναι το ποιος είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει, κάνει την έκπληξη και μία τρίτη πράξη!

Εδώ υποθέτω πως πρέπει να τονιστεί η συμμετοχή της Νικόλ Χολοφσίνερ στο σενάριο (το οποίο συνυπογράφουν ο Ντέιμον και ο Μπεν Άφλεκ), η οποία σαφώς προσθέτει στην ταινία την γυναικεία ματιά (και αλήθεια). Διότι το ουσιαστικό πιόνι στις εξελίξεις είναι η Μαργκερίτ ντε Καρούζ (Τζόντι Κόμερ), το πλούσιο προξενιό του ιππότη, που τον ξελασπώνει από τα προσωπικά του χρέη, μα τον μπλέκει άσχημα με την επιθυμία να κρατήσουν μια πανάκριβη έκταση γης από την προίκα της, αφότου ο βασιλιάς την δωρίζει εντελώς προκλητικά και χατιρικά στον Λε Γκρι. Αυτή τους η κόντρα θα ενεργοποιήσει ένα domino από πράξεις αντιπαλότητας, διχόνοιας και μίσους μεταξύ των δύο ανδρών, με αντίκτυπο που καταλήγει στην άμοιρη Μαργκερίτ, η οποία κινδυνεύει να μετατραπεί στο μεγαλύτερο θύμα της υπόθεσης.

1275 1

Παραδόξως, η «Τελευταία Μονομαχία» είναι στην ουσία ένα φεμινιστικό (!) έργο που, όμως, διαφέρει πολύ από τα στερεότυπα της κινηματογραφικής «ντουντούκας» της εποχής μας, σε ότι αφορά σε ταινίες όπου πρωταγωνιστούν γυναίκες και θέματα αντίστοιχης προβληματικής, ή πίσω από την κάμερα βρίσκεται μία σκηνοθέτις. Ο Σκοτ δεν κάνει το λάθος να πέσει στην παγίδα τούτης της «μοδάτης» agenda και πατώντας πάνω σε μία σπουδαία γραφή ιστορίας και χαρακτήρων, τοποθετείται πάνω στο ζήτημα της γυναικείας κακοποίησης δίχως τον «φερετζέ» της «πολιτικής ορθότητας», καθώς το έργο του διαδραματίζεται σε μία ιστορική περίοδο στην οποία η βαρβαρότητα και οι βιαιοπραγίες δεν κοιτούσαν ή ξεχώριζαν τη θέση τους σε σχέση με την πάλη των δύο φύλων. Όχι απλά δεν υπολόγιζε κανείς το ρόλο της γυναίκας (που ήταν γεννημένη για να υπηρετεί τον «κατακτητή» – σύζυγό της, να του σκορπίζει απογόνους ή να εκτελεί το «χρέος» της σαν σκεύος ηδονής), μα η ανθρώπινη ζωή συνολικά δεν είχε καμία αξία.

Ολόκληρη η τελευταία πράξη, μαζί με την ωμά βίαιη απεικόνιση της πολυαναμενόμενης μονομαχίας, απογειώνουν την ταινία του Σκοτ, που λίγο πριν το φινάλε προσθέτει ακόμα μία σοβαρή παράμετρο στο σκεπτικό της: την τυφλή υποταγή στην Εκκλησία. Εκεί είναι που ο κυνισμός του φιλμ λάμπει κυριολεκτικά και αποστομώνει θριαμβευτικά, με μια φράση (που είχε ακουστεί νωρίτερα) να παίρνει σάρκα και οστά, να γίνεται η κατακλείδα και ο μέγας «σημαιοφόρος» των μηνυμάτων της «Τελευταίας Μονομαχίας»: «Η αλήθεια δεν έχει σημασία»! Τρομακτική διαπίστωση. Διαχρονικά.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Αναπάντεχα εξαιρετική δουλειά από τον 84χρονο Ρίντλεϊ Σκοτ, που προσφέρει πολύ περισσότερα από αυτά τα οποία φανταζόσουν πως θα περιέχει. Επ’ ουδενί δεν πρέπει να ιδωθεί σαν μία γεμάτη αδρεναλίνη περιπέτεια μονομάχων (καμία σχέση!), το έργο έχει περιεχόμενο, χτίζει χαρακτήρες και σασπένς, αφορά adult κοινό δίχως προτεραιότητες σε φύλο και αποτελεί μία από τις ευτυχέστερες στιγμές ψυχαγωγικού σινεμά για τούτη τη σεζόν.

Ηλίας Φραγκούλης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr