Ποιο είναι το παράλογον του πράγματος στο πασίγνωστο θεατρικό έργο του Σάμιουελ Μπέκετ, «Περιμένοντας τον Γκοντό»; Προφανώς η αναμονή κάποιου, που κανείς δεν γνωρίζει ποιος είναι αλλά ούτε πότε αλλά κι αν θα έρθει, είναι μια σειρά από παραδοξότητες που όμως, πυροδοτούν μια σειρά από ερωτήματα τα οποία οδηγούν σε ισάριθμες προσπάθειες ερμηνείας. Κι αυτό είναι το μεγαλείο της μπεκετικής έμπνευσης, η οποία οδηγεί σε ένα φινάλε το οποίο αποτελεί τον ορισμό του «μη τέλους», της αέναης αναμονής και μετά το πέσιμο της αυλαίας.

 

Βέβαια εδώ δεν κάνουμε ανάλυση του ευφυούς θεατρικού κειμένου του ιρλανδού συγγραφέα αλλά στη σχέση του με μια κινηματογραφική ταινία και ακόμη περισσότερο από ένα πραγματικό γεγονός το οποίο σχετίζεται με αυτό.

Το 1985, ο σουηδός ηθοποιός και σκηνοθέτης, Γιαν Γιόνσον, συνεργάστηκε με τις αρχές ώστε να ανεβάσει με κρατούμενους από τις φυλακές υψίστης ασφαλείας στην Κούμλα το έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό». Η προσπάθεια του Γιόνσον και των κρατουμένων συνεργατών του σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Τέτοια ώστε, μετά τη δημόσια πρεμιέρα της παράστασης, οι κρατούμενοι έδωσαν τη δική τους συνέχεια και το δικό τους φινάλε στο έργο καταφέρνοντας να αποδράσουν!

Εμπνεόμενος από το περιστατικό αυτό, ο γάλλος σκηνοθέτης Εμανουέλ Κουρκόλ, γύρισε την ταινία «Ένας θρίαμβος» (Un Triomphe), η οποία εκτός από τις διθυραμβικές κριτικές κέρδισε και 33 ευρωπαϊκά βραβεία, ανάμεσα στα οποία και εκείνο της Καλύτερης Ευρωπαϊκής Κωμωδίας από την Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου.

Ο Κουρκόλ μεταφέρει τη δράση σε μια γαλλική φυλακή. Ο δικός του Γιόνσον, είναι ο Ετιέν, ένας ηθοποιός ο οποίος συχνά είναι χωρίς δουλειά και ο οποίος είναι υπεύθυνος στο θεατρικό εργαστήρι της φυλακής. Εκεί αποφασίζει να ανεβάσει μαζί με τους κρατουμένους το έργο του Μπέκετ κάτι που κατάφερε να φέρει εις πέρας. Μετά από αυτό ζητά την άδεια να ανεβάσει το έργο εκτός φυλακής κάνοντας μια περιοδεία σε διάφορα θέατρα.

1266 3

Ποιο όμως ήταν το σκεπτικό του σκηνοθέτη, πως γύρισε την ταινία και πως συνέδεσε το κείμενο του Μπέκετ με το δικό του έργο; Νομίζω πως στο σημείωμά του ο Εμανουέλ Κουρκόλ δίνει τις δικές του απαντήσεις:

«Δεν ήθελα να κάνω μια απαισιόδοξη ταινία, ακόμα κι αν μιλάει για μια δύσκολη πραγματικότητα. Όσο υπάρχουν άνθρωποι, μια αχτίδα φωτός μπορεί πάντα να φανεί. Το έργο “Περιμένοντας τον Γκοντό” μιλάει απευθείας στα συναισθήματα των κρατουμένων. Το κενό, η απουσία, η αναμονή, η αδράνεια είναι η καθημερινότητά τους και στην πραγματική ιστορία οι κρατούμενοι είχαν συγκινηθεί βαθιά από αυτό το οικουμενικό κείμενο. Αυτά τα στοιχεία μου άρεσαν πολύ σε αυτή την ιστορία και σκέφτηκα ότι μου ταιριάζει. Ξεκίνησα κάνοντας ένα ντοκιμαντέρ για ένα αντίστοιχο πρόγραμμα που λειτουργούσε σε μια φυλακή στη Γαλλία ώστε να μάθω από πιο κοντά τους ανθρώπους και τους κανόνες μιας φυλακής.

Εκεί, στο κέντρο κράτησης του Μο-Σοκονίν γυρίσαμε και κομμάτια της ταινίας.(…) Ήταν πολύ δύσκολη διαδικασία να πηγαίνουμε για οκτώ μέρες σε μια φυλακή 900 κρατουμένων με όλους τους ηθοποιούς και τους τεχνικούς. Ήταν η πρώτη φορά που η Διεύθυνση της φυλακής έδωσε αυτή τη δυνατότητα σε μία παραγωγή. Μας υποδέχτηκαν με καλή διάθεση και η διοίκηση και το προσωπικό, και όλα πήγαν καλά. Στο τέλος, ο Καντ Μεράντ (σημ.: ο πρωταγωνιστής της ταινίας) χειροκροτήθηκε από τους κρατούμενους.

1266 1

Έψαξα μέσα στο κείμενο του Μπέκετ για να επιλέξω τα κομμάτια που θα έβγαζαν περισσότερο νόημα για τους ήρωες. Έπρεπε να είναι κατανοητά αποσπάσματα και οι φράσεις να έχουν διπλή έννοια για τους ίδιους. Όταν γυρίζαμε τις σκηνές πρόβας, πάντα άφηνα ένα κομμάτι αυτοσχεδιασμού, αφήνοντας τους ηθοποιούς ελεύθερους και μετά εγώ τα συνδύαζα. Η δυσκολία της αναπαράστασης ήταν να καταλάβουμε πώς θα μπορούσαν να παίξουν τους ρόλους. Το να ενσαρκώσουν ερασιτέχνες ηθοποιούς ήταν πολύπλοκο. Έπρεπε να κρατήσουν έναν αυθορμητισμό, μια διαφορετική προσέγγιση. Ο Ετιέν το λέει κάποια στιγμή στην ταινία: “Σκοτίστηκαν για τον Μπέκετ”, δεν νιώθουν δηλαδή αυτή την πίεση του κλασικού έργου. Ζουν τη στιγμή. Ήθελα να νιώσουμε αυτή την ξαφνική απελευθέρωση της ενέργειας του κάθε ήρωα».

Στράτος Κερσανίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα kersanidis.wordpress.com