Τι επίδραση μπορεί να έχει ένα θεατρικό του Μπέκετ, ερμηνευμένο από κρατούμενους; Αυτό επιχειρεί να διερευνήσει ο 63χρονος Γάλλος ηθοποιός, σεναριογράφος και σκηνοθέτης Εμμανουέλ Κουρκόλ, στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του «Ένας Θρίαμβος». Συν-σεναριογράφος στο «Welcome» (2009), του Φιλίπ Λιορέ, όπου θίγεται η μεταναστευτική πολιτική της Γαλλίας, ο Κουρκόλ εμπνέεται εδώ από μια αληθινή ιστορία στη Σουηδία, στα μέσα του ’80 και παρουσιάζει τι συνέβη σε μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα κρατούμενων, που αποφάσισε να ανεβάσει το «Περιμένοντας τον Γκοντό», του Μπέκετ. Πέρα από τη θεατρική επιτυχία της παράστασης, με την οποία οι κρατούμενοι-ηθοποιοί έκαναν και περιοδεία, το συγκεκριμένο θεατρικό είχε τέτοια επιρροή στην καταπιεσμένη ψυχολογία τους, που τίποτα μετά από αυτό δεν θα μπορούσε να μείνει ίδιο.

Άνεργος ηθοποιός, ο 55χρονος μεσόκοπος Ετιέν (Καντ Μεράντ) βιοπορίζεται πότε ως ειδικός που εμψυχώνει υπαλλήλους τεχνοκρατικών εταιριών, στο στυλ των ετοιμοπόλεμων ιθαγενών μαορί, πότε ως θεατρικός δάσκαλος σε φυλακισμένους. Στις φυλακές της Λυόν, αρχικά απογοητεύεται από το χαμηλό ερασιτεχνικό επίπεδο του υποτιθέμενου θιάσου, τον χαβαλέ και το σκληρό χιούμορ τους. Προσπαθώντας φιλότιμα να τους εκπαιδεύσει και να τους μεταμορφώσει σε ηθοποιούς, τους μαθαίνει να αναπνέουν σωστά, να μιλάνε δυνατά και να μετατρέπουν το κορμί τους σε ηχείο, προβάροντας εκφράσεις, βρυχηθμούς ζώων και γλωσσοδέτες, ενώ παράλληλα δένεται μαζί τους. Η φράση «η ζωή είναι έξω, εδώ ζούμε μια παρένθεση» και το παράπονό τους ότι στη φυλακή περιμένουν διαρκώς για τα πάντα του δίνει τη φαεινή ιδέα να ανεβάσουν το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ. Κινεί γη και ουρανό για να εξασφαλίσει θεατρική αίθουσα για τις πρόβες και να πείσει τη Διευθύντρια να τους παράσχει ειδικές άδειες. Ο Ετιέν ανεβάζει τον πήχη από την παιδικότητα των μύθων του Αισώπου, που ερμήνευαν προηγουμένως, στο δυσκολονόητο, βαρύ υπαρξισμό του Μπέκετ. Το στοίχημα είναι μεγάλο, καθώς έχουν στη διάθεσή τους μονάχα έξι μήνες, πριν την παράσταση. Αγχωμένος αλλά αισιόδοξος, ο Ετιέν καταλήγει στην τελική ομάδα με τον ξερακιανό Μουσά με τη χαρακτηριστική αφρικανική προφορά, τον αραβικής καταγωγής Καμέλ με το πονηρό βλέμμα, τον εύσωμο Πατρίκ, τον ψηλό Αλέξ και τον υπερκινητικό Ζορντάν. Όλοι μαζί ρίχνονται με τα μούτρα σ’ αυτή την περιπέτεια, που καταλήγει σε μια τεράστια επιτυχία, με απρόβλεπτες όμως συνέπειες.

Ο 57χρονος Γαλλοαλγερινός κωμικός Καντ Μεράντ ερμηνεύει εξαιρετικά τον ξοφλημένο πενηνταπεντάρη ηθοποιό Ετιέν, πρωταγωνιστικό χαρακτήρα-κλειδί, που αφουγκράζεται τη σύνδεση μεταξύ Γκοντό του Μπέκετ και αιώνιας αναμονής των φυλακισμένων, ακράδαντα πεπεισμένος πως έχει συνάψει συμβόλαιο εμπιστοσύνης μαζί τους. Τους εξηγεί ότι «πρόκειται για μια ιστορία με χαρακτήρες κλόουν, μεταξύ τραγικού, αστείου και παράλογου, δίχως αρχή, τέλος και ηθικό δίδαγμα, γιατί το θεατρικό μιλάει για το παράλογο της ζωής, για δυο τύπους μέσα στα σκατά, όπου ο Γκοντό που περιμένουν δεν έρχεται ποτέ, αλλά αυτοί συνεχίζουν να περιμένουν, γιατί ελπίζουν σε έναν κόσμο καλύτερο και η ελπίδα είναι παράλογη». Ωστόσο, η ανατροπή της ταινίας έγκειται κυρίως στη διπλή μετάλλαξη από την ώσμωση μεταξύ κρατούμενων-ηθοποιών και του δασκάλου τους. Ο Ετιέν επαναπροσδιορίζει το συγκεκριμένο θεατρικό, υπό νέο πρίσμα, ανακαλύπτοντας νέο νόημα. Αυτή η επανα-νοηματοδότηση ενός υπαρξιακού θεατρικού, αναπροσαρμοσμένου στη συνθήκη του εγκλεισμού, με όλες τις ιδιαίτερες προσθήκες και τους αυτοσχεδιασμούς, είναι που τροφοδότησε στο τέλος τον εκρηκτικό μονόλογο του δασκάλου, που με τη σειρά του αποτέλεσε το υλικό για ένα ξεχωριστό θεατρικό, που κέρδισε το θρίαμβο του τίτλου.

Με δομή το χρονικό της προετοιμασίας μιας απαιτητικής θεατρικής παράστασης από μια χούφτα ερασιτεχνών, σε συνθήκες εγκλεισμού, η ταινία παρουσιάζει το δύσκολο και επίπονο ταξίδι αυτής της διαδικασίας. Οι πρόβες στο προαύλιο προκαλούν φθόνο και βίαιες αντιδράσεις στους συγκρατούμενους, ενώ αναδεικνύουν γνωστά αποσπάσματα του θεατρικού, όπως «το κάλεσμα προς την ανθρωπότητα σε αυτόν τον τόπο σε αυτούς τους καιρούς είμαστε εμείς, είτε μας αρέσει είτε όχι». Άλλοτε πάλι,  κάποιος από την ομάδα ξεκινάει βραδιάτικα να προβάρει τις ατάκες του μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο του κελιού του, ενώ αποκρίνονται από άλλα κελιά συγχαίροντας είτε ακόμα και συμπληρώνοντας τις ατάκες, προκαλώντας ένταση και δημιουργικό χάος, με μια φυλακή να σείεται από τις φωνές τους. Παράλληλα, καταγράφεται και η ψυχολογική διεργασία εσώτερης συνειδητοποίησης, με καθέναν να προβάλει στο ρόλο του τη δική του ζωή. Ενδεικτική είναι και η απάντηση του Ετιέν στη φοιτήτρια κόρη του, που ρωτάει αν παίζουν καλά «… δεν παίζουν σωστά, αλλά είναι αληθινοί. Μπορείς να παίζεις σωστά, αλλά να μην είναι αληθινό, όμως προτιμώ να είμαστε αληθινοί και ας είμαστε λάθος».

Το πεδίο ήχου μεταφέρει το αβάσταχτο αίσθημα εγκλεισμού, κάθε φορά που οι σιδερένιες καγκελόπορτες της φυλακής ανοιγοκλείνουν με θόρυβο στα σημεία ελέγχου. Το περιβάλλον της φυλακής αναδεικνύεται μέσα από την καταγραφή της  διαδικασίας εισόδου των επισκεπτών, από τα συχνά πλάνα που κινηματογραφούν τον Ετιέν κατά πρόσωπο, καθώς συζητάει με τη Διευθύντρια, ενώ διασχίζει τους ατέλειωτους διαδρόμους, αλλά και από σταθερά πλάνα μπρος σε κλειδαμπαρωμένα κελιά, από όπου αντηχούν τα μουγκανιτά από τις θεατρικές ασκήσεις των κρατούμενων.

Στο θεατρικό «Περιμένοντας τον Γκοντό», (1948) του Σάμιουελ Μπέκετ, που χαρακτηρίζεται ως «τραγικωμωδία σε δυο πράξεις», οι χαρακτήρες περιμένουν έναν άνθρωπο που δεν έρχεται ποτέ. Βασισμένο στην απουσία του Γκοντό, το θεατρικό κατατάσσεται στο «Θεάτρου του παραλόγου», με καταγωγή από τον ντανταϊσμό και τις πρωτοπορίες στην τέχνη, καθορίζοντας τη θεατρική γραφή μεταπολεμικά. Μακριά από ρεαλιστικούς χαρακτήρες, καταστάσεις και οτιδήποτε συνδεδεμένο με θεατρικές συμβάσεις, χρόνος, τόπος και ταυτότητα παραμένουν ασαφή και ρευστά. Διάλογοι χωρίς νόημα με επαναλήψεις, δραματουργικές ασυνέπειες και πλοκή δίχως εμφανή σημασία εκφράζουν τη λογική του παραλογισμού της ανθρώπινης συνθήκης.

Ενδεικτικό είναι, πως ένα παρόμοιο πείραμα με την υπόθεση της ταινίας «Ένας Θρίαμβος», είχε καταγραφεί λίγα χρόνια νωρίτερα στο πειραματικό ντοκιμαντέρ «Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει» (2012/αδερφοί Ταβιάνι). Εκεί, μια ομάδα κρατούμενων σε φυλακή υψίστης ασφαλείας στη Ρώμη, αποφάσισαν να ανεβάσουν το θεατρικό «Ιούλιος Καίσαρας» (1599) του Σαίξπηρ, μια αλληγορία για την επίδραση της εξουσίας. Οι αδερφοί Ταβιάνι κατέγραψαν όχι μόνο την ένταση, αλλά και τον τρόπο που το θεατρικό αυτό επηρέασε για πάντα τη ζωή τους. Η πειραματική σκηνοθετική προσέγγισή τους κατάφερε να αγγίξει τα παράλληλα πεδία κρούσης του εκρηκτικού αυτού ντοκιμαντέρ, που ξεκινώντας από την υποκριτική, αγγίζει την ψυχανάλυση

των κρατούμενων ερμηνευτών, που σχετίζονται με εγκληματική δράση στα πλαίσια μαφιόζικων συμμοριών και συνειδητοποιούνται, ανάγοντας στην πλοκή της συνομωσίας του θεατρικού, τη δική τους ιστορία και κατάσταση.

Ο Κουρκόλ ατενίζοντας τις ψυχαναλυτικές και θεραπευτικές ιδιότητες του θέατρου, προσεγγίζει το θεατρικό σύμπαν του Μπέκετ, μέσα από την αβάσταχτη διάσταση του εγκλεισμού. Βασισμένος σε μια πραγματική ιστορία, παραθέτει μέσα από ρεαλισμό με κοινωνικό πρόσωπο, πόσο το θέατρο άλλαξε για πάντα τη ζωή των κρατούμενων. Από τη μια αναδεικνύεται το θέατρο του παραλόγου του Μπέκετ, από την άλλη, πόσο ο υπαρξισμός που το διαποτίζει μπορεί να συνταράξει την εύθραυστη ψυχοσύνθεση των έγκλειστων αναμοχλεύοντας τον πόθο τους για ελευθερία.

Ενδεικτική της αίσθησης ελευθερίας που γεμίζει την ψυχή τους μετά την ενασχόλησή με το συγκεκριμένο θεατρικό αποτελεί η φράση «ο άνεμος έχει γεύση», όταν πρώτη φορά βγαίνουν έξω, λίγο πριν την πρώτη παράσταση, ενώ η θέλησή τους για ελευθερία σφραγίζεται εύστοχα στους τίτλους τέλους με το τραγούδι της Νίνα Σιμόν «I Wish I knew how it would feel to be free».

Ιφιγένεια Καλαντζή
Το κείμενο δημοσιοεύτηκε στην ιστοσελίδα edromos.gr