Περιμένοντας τον Γκοντό
"Τι στον διάβολο είναι η αφασία;"

Αυτή είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο γεννημένος τα Χριστούγεννα του 1957 Γάλλος ηθοποιός και σεναριογράφος Emmanuel Courcol. Η προηγούμενη ταινία που σκηνοθέτησε ήταν το Cessez-le-feu (2016), που προβλήθηκε στη χώρα μας τον Μάρτιο του 2017 στο πλαίσιο του φεστιβάλ Γαλλόφωνου Φεστιβάλ. Το Ένας θρίαμβος ήταν να προβληθεί στο φεστιβάλ των Καννών του 2020, το οποίο εντέλει ακυρώθηκε λόγω της πανδημίας. Από εκεί και πέρα, κέρδισε το Βραβείο Κοινού στο φεστιβάλ της Ανγκουλέμ, προβλήθηκε ως Gala Screening στο φεστιβάλ Ζυρίχης και ως Επίσημη Ταινία Λήξης του φεστιβάλ του Τορίνο ενώ αργότερα κέρδισε το Βραβείο Καλύτερης Ευρωπαϊκής Κωμωδίας της χρονιάς από την European Film Academy. Η ταινία άρχισε να προβάλλεται στη Γαλλία από την 1η του Σεπτέμβρη και μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου την είδαν στους κινηματογράφους περί τις 220 χιλιάδες θεατές.

Ένας Θρίαμβος (Un Triomphe) Poster Πόστερ Wallpaper
Το σενάριο της ταινίας βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. To 1985, ο Σουηδός ηθοποιός και σκηνοθέτης Jan Jönson ανέβασε μαζί με κρατούμενους στη φυλακή υψίστης ασφαλείας στην Κούμλα, το έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Samuel Beckett με μεγάλη επιτυχία. Στην δημόσια πρεμιέρα της παράστασης, που ήταν να λάβει χώρα στο Γκέτεμποργκ, οι κρατούμενοι απέδρασαν, γεγονός που ενθουσίασε τον ίδιο τον Beckett όταν το έμαθε! Μεγάλο τμήμα των γυρισμάτων τούτης της ταινίας έγιναν στο κέντρο κράτησης του Meaux-Chauconin-Neufmontiers, μια φυλακή 900 κρατουμένων, που για πρώτη φορά έδωσε την άδεια σε κινηματογραφικό συνεργείο να την χρησιμοποιήσει ως φυσικό ντεκόρ.

Η υπόθεση: Ο Ετιέν είναι ηθοποιός. Η σπουδαιότερη στιγμή της καριέρας του ήταν όταν πρωταγωνίστησε μαζί με τον φίλο του, τον Στεφάν, στο ανέβασμα του «Περιμένοντας τον Γκοντό». Οι ημέρες της (μικρής) δόξας του, όμως, φαίνεται να έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Διαζευγμένος, με μια ενήλικη κόρη με την οποία δεν τα πάει και πολύ καλά, βλέπει τον Στεφάν να προοδεύει (ετοιμάζεται να ανεβάσει μια παράσταση του «Βυσσινόκηπου») και τη δική του καριέρα να βαλτώνει. Οπότε, κάνει διάφορες μικροδουλειές για να τα βγάλει πέρα. Μια από αυτές είναι να αναλάβει υπεύθυνος ενός θεατρικού εργαστηρίου σε μια φυλακή έξω από τη Λιόν. Αρχικά, με τους κρατούμενους που δέχονται να συμμετάσχουν στο εργαστήρι, ανεβάζει μύθους, όπως εκείνος της χελώνας και του λαγού. 
 
Μετά από λίγο, όμως, αποφασίζει να δοκιμάσει κάτι πιο τολμηρό: να ανεβάσει το δύσκολο από κάθε άποψη «Περιμένοντας τον Γκοντό». Η παράσταση ανεβαίνει στη φυλακή κι έχει επιτυχία. Όταν του επιτραπεί να πάρει την ομάδα των κρατούμενων σε περιοδεία του έργου σε κανονικά θέατρα έξω από τη φυλακή, ο Ετιέν επιτέλους αισθάνεται ότι αυτή μπορεί να είναι η μεγάλη του ευκαιρία να πραγματοποιήσει το όνειρο του στη σκηνή - και στη ζωή. Είναι όμως αυτό το όνειρο κοινό και για τους κρατούμενους – ηθοποιούς του;

Η άποψή μας: «Ναι, είναι παράλογη η ζωή. Αλλά προτιμώ την παράλογη ζωή έξω παρά την μη παράλογη λογική εδώ μέσα». Αυτά τα λέει ο Ζορντάν, ένας φυλακισμένος, που μετά βίας μπορεί και διαβάζει, ο οποίος όμως αν μη τι άλλο γνωρίζει τις προτεραιότητές του. Τρομερή κουβέντα είπε, σωστά; Και την είπε σε μια ταινία, που θα μπορούσε να είναι τρομερή επίσης, αλλά βολεύεται στο να είναι ευχάριστη, συγκινητική, εμπνευστική, καλόκαρδη, ό,τι πρέπει δηλαδή για το μεγάλο κοινό. Κι αυτό δεν είναι κακό. Ο Courcol παίρνει την έτσι κι αλλιώς αβανταδόρικη ιστορία του και την ντύνει με εικόνες, ακολουθώντας όλες τις κατευθυντήριες επιταγές για το πως μπορείς να φτιάξεις μια ταινία που θα αρέσει στο κοινό. Ακολουθεί όλα τα κλισέ και ο θεατής ξέρει τι θα δει – ακόμα και τις εκπλήξεις. 
 
Η μαγκιά λοιπόν είναι να μπορεί παρ' όλα αυτά η ταινία να λειτουργήσει. Και η ταινία λειτουργεί. Άψογα. Γιατί, πέρα από το ψυχαγωγικό κομμάτι, κάνει την προσπάθειά της να εμβαθύνει στο ζήτημα του «περιμένοντας». Ναι, είναι πολύ εύστοχη η παρατήρηση ότι κανείς δεν γνωρίζει καλύτερα το θέμα της μάταιης αναμονής από τους φυλακισμένους – οπότε, ποιοι καλύτεροι να αποδώσουν το μπεκετικό αριστούργημα από τους φυλακισμένους, που το βιώνουν με όλο τους το είναι; Ναι, μερικές φορές η απάντηση βρίσκεται ακριβώς μπροστά στα μάτια σου. 
 
Από τη στιγμή που κάποιος φυλακίζεται, μετράει ημέρες για την αποφυλάκισή του. Περιμένει την ημέρα που θα αποκτήσει ξανά την ελευθερία του. Γιατί, όταν είσαι ελεύθερος, ακόμα και ο αέρας μυρίζει διαφορετικά – ίσως να έχει και γεύση. Έτσι λειτουργούμε οι άνθρωποι. Ως βασική προτεραιότητα βάζουμε πάντα αυτό που μας λείπει. Ο άρρωστος θέλει τη γιατριά του. Ο πεινασμένος θέλει να φάει. Ο φυλακισμένος θέλει την ελευθερία του. Κι αν αργεί πολύ ακόμα η μέρα της αποφυλάκισής του, πώς μπορεί να βρει κάτι που να τον απελευθερώνει; Ακόμα και μέσα στη φυλακή; Ναι, σωστά: η Τέχνη. Η Τέχνη απελευθερώνει – όχι η εργασία, αυτά είναι μαλακίες των ναζήδιων. Εδώ, υπάρχουν στιγμές που παρακολουθείς μια ταινία, ακούς ένα τραγούδι, βλέπεις έναν πίνακα και νιώθεις να πετάς. Πόσο μάλλον να μπεις στην διαδικασία και να παράξεις τέχνη, έτσι; 
 
Και ιδίως αν η Τέχνη είναι κάτι τόσο μακριά από τις καταβολές σου, τις προσλαμβάνουσές σου, το περιβάλλον σου: εκεί να δεις ελευθερία. Τώρα, μπορεί η ελευθερία που σου παρέχει η Τέχνη να είναι ισάξια με την ελευθερία «εκεί έξω»; Χμ, ποιος ξέρει. Οι κρατούμενοι της ταινίας και του περιστατικού που την ενέπνευσαν, πάντως, έδωσαν τη δική τους απάντηση. Κάτι μεταξύ του «Ο κύκλος των χαμένων ποιητών» (σε ότι αφορά την ιδέα ενός δασκάλου που αλλάζει ριζικά τις ζωές των μαθητών του» και του «Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει» (σε ότι αφορά την ιδέα του ανεβάσματος ενός θεατρικού έργου από κρατουμένους) τούτη η ταινία δεν πρόκειται να σας αλλάξει τη ζωή – εξάλλου, πολύ δύσκολα μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο, ε; Αλλά για τις κάτι λιγότερο από δύο ώρες της διάρκειάς της σου παρέχει την ψευδαίσθηση πως η ζωή μπορεί να είναι και ωραία. 
 
Πως αυτοί οι φυλακισμένοι (που παρουσιάζονται με στρογγυλεμένες τις γωνίες τους – δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό από το κοινό να επευφημεί και να υποστηρίζει κατά συρροήν δολοφόνους, παιδεραστές κτλ – εξ ου και δεν μαθαίνουμε ποτέ για ποιον λόγο βρίσκονται στη φυλακή) μέσα στη φυλακή, μέσω της Τέχνης, μπορούν να βρουν τη λύτρωση ή κάτι που της μοιάζει. Και πως ένας δάσκαλος, που έχει να παλέψει με τους δικούς του δαίμονες, με τις δικές του ήττες, με τους δικούς του περιορισμούς, καταφέρνει να εμπνεύσει μια ομάδα από ανθρώπους «προς σωφρονισμό» και πετυχαίνει εκεί όπου το Σύστημα – εν γνώσει του – έχει αποτύχει. 
 
Ιδιαίτερη μνεία να κάνουμε για τον Kad Merad, στο ρόλο του ηθοποιού που διδάσκει – και διδάσκεται – από τους ιδιάζοντες μαθητές του: είναι εξαιρετικός καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας, και αφοπλιστικός στη σκηνή, στο θέατρο Odeon, στο Παρίσι, στον μονόλογό του. Ένας θρίαμβος!  

Θόδωρος Γιαχουστίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα moviesltd.gr