Με την πεποίθηση ότι υπάρχουν βαμπίρ, ο καθηγητής Abronsius (Jack MacGowran) έχει αφιερωθεί στην εξόντωση αυτού του τρομακτικού είδους. Συνοδευόμενος από τον πιστό βοηθό του, τον νεαρό Alfred (Roman Polanski) , ο εκκεντρικός επιστήμονας ταξιδεύει στην Τρανσυλβανία και καταλήγει σε ένα μικρό χωριό που φαίνεται να είναι μια φωλιά βαμπίρ. Στην ταβέρνα, σκελίδες σκόρδου κοσμούν τους τοίχους και οι θαμώνες  δεν τολμούν να απαντήσουν στις ερωτήσεις του καθώς φαίνονται τρομοκρατημένοι από κάποια παραφυσική δύναμη. Σύντομα, η πανέμορφη κόρη του πανδοχέα,  Sarah (Sharon Tate), απάγεται από βαμπίρ. Ο Abronsius και ο Alfred αρχίζουν να την αναζητούν. Kατορθώνουν να εισδύσουν στον πύργο του Κόμη Von Krolock (Ferdy Mayne) . Προς έκπληξή τους, ο Κόμης φαίνεται ένας εξαιρετικά γοητευτικός οικοδεσπότης, που εύκολα πείθει τον καθηγητή να του δείξει  την πλούσια βιβλιοθήκη του. Όσο για τον ομοφυλόφιλο γιο του Κόμη, Herbert( Iain Quarrier), προσπαθεί να αποπλανήσει τον Alfred που αντιστέκεται σθεναρά, εν μέρει επειδή δεν έχει τέτοια κλίση, αλλά κυρίως επειδή επιθυμεί απεγνωσμένα τη Sarah. Μετά από πολλές κωμικοτραγικές περιπέτειες ο καθηγητής και ο μαθητευόμενος βοηθός του  θα καταφέρουν να γλυτώσουν απο τη στρατιά των βαμπίρ. Η μήπως  όχι;


Ο Πολωνός Roman Polanski έχτισε μία από τις πιο έξυπνες, ανησυχητικές και σκοτεινές φιλμογραφίες στην ιστορία του κινηματογράφου, σχεδόν πάντα με θεματικό πυρήνα το «Κακό» : συγκεκριμένο ή αφηρημένο , ανθρώπινο ή σατανικό, ρεαλιστικό ή ψυχολογικό. H «Νύχτα των βρυκολάκων» υπήρξε η δεύτερη ταινία σε μια χαλαρή τετραλογία τρόμου που έκανε ο Polanski κατά τη διάρκεια της πιο εμπνευσμένης φάσης της καριέρας του – από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Ο κύκλος ξεκίνησε με το «Repulsion» (1965) και έκλεισε με τα ανατριχιαστικά ψυχολογικά θρίλερ «Rosemary’s Baby» (1968) και «The Tenant» (1976). Ο Polanski  περιέγραψε τη «Νύχτα των βρυκολάκων» ως «μια παραμυθένια κωμωδία για τα βαμπίρ» και ξεχωρίζει από τις άλλες τρεις ταινίες, όχι μόνο επειδή είναι κωμωδία , αλλά επειδή διαδραματίζεται σε ένα φανταστικό γοτθικό τοπίο και όχι στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον.

Η φωτογραφία του Douglas Slocombe είναι εκθαμβωτική, η μουσική του Krzysztof Komeda υπέροχη, οι εξωτερικές τοποθεσίες στις Δολομιτικές Άλπεις μαγευτικές ,με αποτέλεσμα τα κάδρα να θυμίζουν ζωντανούς ζωγραφικούς πίνακες. Παρόλα αυτά κάτι δεν λειτουργεί : ο Polanski δεν έχει ισάξιο του στη δημιουργία σκοτεινής ή καταπιεστικής ατμόσφαιρας  αλλά δεν ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία του η καθαρόαιμη κωμωδία .Μοιάζει σαν να προσπαθεί να κρύψει μια αληθινά τρομακτική ταινία τρόμου  κάτω από την επικάλυψη μιας χλιαρής παρωδίας. ‘Ετσι ο θεατής συχνά μπερδεύεται από το συναίσθημα που προσπαθεί να προκαλέσει η ταινία: θέλει να τον τρομάξει ή να τον κάνει να γελάσει; Τελικά το φιλμ δεν προσφέρει ούτε αρκετό γνήσιο ρίγος ούτε αρκετό γέλιο.

1210 6

Επιπρόσθετα η ταινία υπέστη  σοβαρή αλλοίωση όταν έπεσε στα χέρια των Αμερικανών διανομέων της, οι οποίοι επέμειναν σε εκτεταμένες περικοπές , την εισαγωγή ενός άσκοπου προλόγου με καρτούν και την αλλαγή του τίτλου με το επιεικώς ατυχές «The Fearless Vampire Killers or: Pardon Me, but Your Teeth in My Neck». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα  η ταινία να  πάει άσχημα στο αμερικάνικο box office, αλλά είχε μεγαλύτερη απήχηση στην Ευρώπη, με την αρχική της -μη τροποποιημένη- μορφή.

Οι ταινίες του Polanski αφορούν σχεδόν πάντα τη ματαιότητα της αρετής. Οι ήρωές του είναι συχνά αθώα θύματα ή καλοπροαίρετοι απροσάρμοστοι που φαίνονται αδύναμοι απέναντι στις  δυνάμεις του Σκότους, με την τελική ήττα τους να είναι αναπότρεπτη .  Αυτή η απαισιόδοξη αντίληψη- για την απόλυτη υπεροχή του ”Κακού”-  είναι ένα θέμα που διατρέχει το μεγαλύτερο μέρος του έργου του Polanski και ίσως πηγάζει από τις τραυματικές εμπειρίες του ως παιδί (επέζησε από τα γκέτο στην ναζιστική Πολωνία , αλλά η μητέρα του πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης). Ωστόσο και στην ενήλικη ζωή του ενεπλάκη σε τραγικά γεγονότα, άλλοτε ως θύμα και άλλοτε ως θύτης. Αν το έργο ενός καλλιτέχνη είναι μια αντανάκλαση των βιωμάτων του , τι άλλο θα μπορούσαμε να περιμένουμε από τον δημιουργό των «The tenant», «The Pianist» και ««Rosemary’s Baby»; Και τελικά υπάρχει όριο μεταξύ Τέχνης και ζωής;

Γιώργος Ξανθάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα fermouart.gr