Με τη σχέση ανάμεσα σ’ ένα πατέρα και τον αποξενωμένο γιο του, με φόντο την περιβαλλοντική καταστροφή, καταπιάνεται ο Τζώρτζης Γρηγοράκης στην πρώτη του ταινία «Digger» (βραβείο CICAE στο φετινό φεστιβάλ Βερολίνου), που πρωτοπροβλήθηκε στο 61ο φεστιβάλ κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Τον μεσήλικα Νικήτα (Βαγγέλης Μουρίκης) τον συναντάμε, στα πρώτα πλάνα της ταινίας, να στέκεται και να βγάζει δυνατές κραυγές στην άκρη ενός βράχου, στη δασώδη, βουνίσια περιοχή όπου ζει, καλλιεργώντας κάστανα, καρύδια και διάφορα φρούτα, και φροντίζοντας τα ζώα του (κότες, ένα άλογο και το σκύλο του). Κραυγές, όπως θα καταλάβουμε αργότερα, ενάντια στη μεγάλη εταιρία εξόρυξης που έχει κιόλας αρχίσει να καταστρέφει, για κερδοσκοπικούς λόγους, το δάσος και την περιοχή, ενώ του προσφέρει ένα σημαντικό ποσό για να τους παραχωρήσει και τη δική του γη.

1149 1

Η εταιρία εξόρυξης δεν είναι ο μόνος εχθρός του Νικήτα, όπως ανακαλύπτουμε μετά από λίγο, όταν, στην απομονωμένη στην καλύβα του στην κορφή του δάσους, καταφτάνει, ένα βράδυ, στη μοτοσυκλέτα του, ο αποξενωμένος γιος του, Γιάννης (Αργύρης Πανταζάρας), που τον πληροφορεί πως η μητέρα του (που είχε εγκαταλείψει τον Νικήτα εδώ και 20 χρόνια) έχει πεθάνει και πως ο ίδιος έχει έρθει για να απαιτήσει την κληρονομιά του – το μισό δηλαδή οικόπεδο στο οποίο ζει ο Νικήτας. Για να ξεκινήσει ένας αγώνας ανάμεσα στους δυο, με τον Νικήτα, που θέλει να κρατήσει το σπίτι και το οικόπεδό του («το κρατάω και το αγαπάω διπλά» (εννοώντας από τότε που τον εγκατέλειψε η σύζυγος), θα πει στο γιο του, ο Νικήτας, και με τον Γιάννη να προσπαθεί να τον πείσει να την πουλήσει.

Ανάμεσα στην πασαρέλα που κάνει καθημερινά με τη μηχανή του ο Γιάννης, μαζί και τις σχέσεις του με τους άλλους συνομήλικούς του στο χωριό της περιοχής (ανάμεσά τους και τη Μαρία – Σοφία Κόκκαλη – μπαργούμαν του μοναδικού κέντρου του χωριού, με την οποία αρχίζει και μια ερωτική σχέση) και τη σύγκρουσή του με τον πατέρα του (σύγκρουση που κάποια στιγμή φτάνει σε δραματικό αποκορύφωμα) με τον Νικήτα να προσπαθεί να φροντίσει την περιουσία του από τις κατολισθήσεις που με κάθε βροχή βάζουν σε κίνδυνο τη ζωή του και να σώσει το δάσος που με την παρουσία της εταιρίας εξόρυξης έχει αρχίζει να αποψιλώνεται επικίνδυνα, παρακολουθούμε και τις ατέλειωτες συγκρούσεις ανάμεσα στους κατοίκους, από τη μια, εκείνους που δέχονται την προσφορά της εταιρίας για να πουλήσουν τα κτήματά τους κι από την άλλη, εκείνους που εξακολουθούν να μάχονται για τη διάσωση του δάσους και του περιβάλλοντος – «το τελευταίο οχυρό», όπως λέει η Μαρία στον Γιάννη, που εξακολουθεί να υπερασπίζεται την πώληση του δικού τους κτήματος.

1149 5

«Σύγχρονο γουέστερν» χαρακτηρίζει ο σκηνοθέτης την ταινία του. Με τη σύγκρουση ανάμεσα στο γιο και τον πατέρα να θυμίζει αντίστοιχους πεισματάρηδες άντρες της αμερικανικής εποποιίας, όπως και τη σύγκρουση ανάμεσα στους κατοίκους του χωριού και την εταιρία εξόρυξης να θυμίζουν τους αγώνες των πιονιέρων της αμερικανικής Δύσης ενάντια στους αγελαδοτρόφους που κατέστρεφαν τους ελεύθερους ανοιχτούς ορίζοντες.

Σύγκρουση που ο Γρηγοράκης αντιπαραθέτει με τη φύση και την ομορφιά της – με τα δέντρα, τη βροχή και το κτήμα του Νικήτα, περικυκλωμένο με άγρια βλάστηση, βουτηγμένο στην ομιχλώδη ατμόσφαιρα του φθινοπώρου, όλα δοσμένα με μια φωτογραφία (του Γιώργου Καρβελά) που δίνει μια ελεγειακή, ποιητική ομορφιά στους χώρους. Και με τον, με λεπτομέρεια και πειστικότητα, αναπτυγμένο χαρακτήρα του Νικήτα, που ερμηνεύει με πάθος και δύναμη ο Βαγγέλης Μουρίκης.

Νίνος Φενέκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr