Αν θέλετε να δείτε ένα θαυμάσιο δείγμα της περιόδου που το Χόλιγουντ μπορούσε να φτιάξει ταινίες δοσμένες με δύναμη, ειλικρίνεια, αυθεντικότητα και αληθινή έμπνευση, μαζί με μια έντιμη, αντικειμενική, καθόλου ευχάριστη εικόνα της Μέκας του κινηματογράφου, η ταινία του Νίκολας Ρέι, «Σ’ ένα έρημο τόπο» (ή «Διψασμένος για ηδονή» όπως τιτλοφορήθηκε όταν πρωτοπροβλήθηκε στην Ελλάδα στη δεκαετία του ‘50) και η οποία επαναπροβάλλεται μετά από περισσότερα από 50 χρόνια, είναι μια από τις πιο αριστουργηματικές.

Μια ιστορία στην πραγματικότητα έρωτα, για τις σχέσεις του ζευγαριού αλλά και τη ζωή και το θάνατο, και την αναζήτηση κάθαρσης, μια ιστορία ταυτόχρονα βουτηγμένη στην ατμόσφαιρα του φιλμ νουάρ, με ήρωα τον Ντίξον Στιλ (Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ), έναν αλκοολικό σεναριογράφο που κατηγορείται άδικα για το φόνο της Μίλντρεντ, μιας γυναίκας που είχε καλέσει στο σπίτι του για να του αφηγηθεί την υπόθεση για το σενάριο που είχε αναλάβει να γράψει. Κατηγορία από την οποία τον απαλλάσσει η μαρτυρία μιας γειτόνισσας, της Λόρελ Γκρέι (Γκλόρια Γκράχαμ), φιλόδοξης ηθοποιού, που έτυχε να δει το θύμα να φεύγει μόνη από το διαμέρισμα του Ντίξον. Μιας ελκυστικής, μοναχικής σαν κι αυτόν, γειτόνισσας, με την οποία, ο Ντίξον θ’ αρχίσει μια δυνατή σχέση αληθινού, αν και εφήμερου όπως θα αποδειχτεί, έρωτα.

Άνθρωπος μοναχικός, κλεισμένος στον εαυτό του, σ’ ένα στάδιο της ζωής του όπου δείχνει να έχει χάσει την έμπνευση, απογοητευμένος και οξύθυμος (σε διάφορες σκηνές τον βλέπουμε να τσακώνεται με το παραμικρό βίαια με διάφορους τύπους που συναντά στην πορεία του), στοιχείο που κάνει την Λόρελ να αρχίζει να τον φοβάται και να διερωτάται μήπως τελικά είχε κάποια σχέση με τη δολοφονία της γυναίκας, ο Ντίξον καταφέρνει για ένα διάστημα, χάρη στον έρωτά του για την Λόρελ, να ξεπεράσει τη μοναξιά και τα προσωπικά του άγχη, σε μερικές δοσμένες με λυρισμό, σκηνές που ο Ρέι τοποθετεί με σιγουριά και γνώση στο «μοναχικό τόπο» του τίτλου, με άλλα λόγια το Χόλιγουντ, ένα κόσμο που το μόνο του ενδιαφέρον ήταν και παραμένει το χρήμα και η εξουσία, σε βάρος της έμπνευσης και της δημιουργίας, και που ο ίδιος ο Ρέι γνώριζε πολύ καλά, με αποτέλεσμα να το περιγράφει με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα.

Αν η αστυνομική πλοκή είναι η αφορμή, το κύριο θέμα της ταινίας είναι ο έρωτας, ένας έρωτας όμως που οι δυο πρωταγωνιστές του, άνθρωποι απελπισμένοι, με ψυχικά τραύματα, δεν κατορθώνουν να τον απολαύσουν. «Γεννήθηκα όταν με φίλησε, πέθανα όταν με εγκατέλειψε, έζησα μερικές βδομάδες ενόσω εκείνη με αγαπούσε», είναι μια από τις ατάκες του σεναρίου που γράφει ο Ντίξον και που ζητά από τη Λόρελ να την επαναλάβει. Ατάκα αναφορά και στην υπό διάλυση σχέση τους. Γιατί ακριβώς οι υποψίες, οι αμφιβολίες, οι φόβοι, το κλείσιμο στον εαυτό τους, είναι αυτά που τους εμποδίζουν να προχωρήσουν και να αλλάξουν πορεία. Η μαύρη ατμόσφαιρα του φιλμ νουάρ, δοσμένη με ένα εκπληκτικό εικαστικό στιλ και θαυμάσιο ρυθμό από τον Ρέι, που με τόση φροντίδα και πραγματική αγάπη καταγράφει η κάμερα του Μπερνέτ Γκάφι, κυριαρχεί και στις σχέσεις και τις ψυχές τόσο του Ντίξον όσο και της Λόρελ.

Σχέσεις πολύπλοκες, μπερδεμένες, με αδιέξοδα και ενοχές, που σίγουρα έχουν και κάτι το αυτοβιογραφικό με την αληθινή ζωή του σκηνοθέτη – η σχέση του Ρέι με την τότε πρωταγωνίστρια και γυναίκα του, Γκλόρια Γκράχαμ, οδήγησε, στην περίοδο αυτή, στο χωρισμό τους. Σχέσεις που αναπτύσσουν με τρόπο εκπληκτικό το ζευγάρι Μπόγκαρτ-Γκράχαμ, με τους δυο να δίνουν από τις καλύτερες – αν όχι την καλύτερη – ερμηνείες τους: με ένα Μπόγκαρτ, με ελαττώματα, και προβλήματα, ένα είδος loser (όπως τον Μπόγκαρτ στο «Θησαυρό της Σιέρα Μάντρε»), πρόσωπο συγγενικό με άλλους ήρωες των ταινιών του Ρέι («Ο νόμος της μοίρας», «Επαναστάτης χωρίς αιτία», «Bigger Than Life, «Party Girl»), με την Γκράχαμ να δίνει την ευαισθησία και το πάθος που συναντάμε στις καλύτερες ταινίες της (φτάνει να τη θυμηθούμε στο άλλο κλασικό φιλμ νουάρ, The Big Heat του Φριτς Λανγκ).

Νίνος Φενέκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr