Κάθε μέρα, ο Αστυνομικός 223 αγοράζει μια κονσέρβα ανανά με ημερομηνία λήξης την 1η Μαΐου, συμβολίζοντας τη μέρα που θα ξεπεράσει τον χαμένο του έρωτα. Την ίδια στιγμή δεν μπορεί να πάρει την προσοχή του πάνω από μια μυστηριώδη γυναίκα με μια ξανθιά περούκα, δίχως να γνωρίζει πως διακινεί ναρκωτικά.

Ταυτόχρονα με το τσουνάμι Pulp Fiction, το Chungking Express αποκάλυψε σε ένα διεθνές κοινό έναν από τους κύριους εμπνευστές του σινεμά του Κουέντιν Ταραντίνο. Είχαν προηγηθεί το As tears go by και το Days of being wild ως πρώτα και δυναμικά δείγματα του ενδιαφέροντος του Γουόνγκ Καρ Βάι για ξεριζωμένους χαρακτήρες και σινεφιλική γνώση, ειδικά στο crime genre, υπό το πρίσμα ενός δημιουργού με εικαστικά ανήσυχο βλέμμα και έγνοια για μια διαφορετική αφήγηση.

Απογοητευμένος από την επίπονη διαδικασία των γυρισμάτων και του μοντάζ του δαπανηρού και απαιτητικού Ashes of Time, ο σκηνοθέτης από το Χονγκ Κονγκ αποφάσισε να στήσει μια ταινία-παρένθεση, μια ανάσα αναγκαία για να συνεχίσει, και κάπως εκ των ενόντων, και πυρετωδώς, προέκυψε το Chungking Express ‒ ο τίτλος αναφέρεται στην περιοχή όπου μεγάλωσε ο Γουόνγκ στα '60s, καθώς και σε μια ονομαστή καντίνα υπαίθριου φαγητού του κεντρικού Χονγκ Κονγκ.

Όπως και το Pulp Fiction, αποτελείται από παραπάνω από ένα story: τελικά, συμπεριλήφθηκαν δύο από τα τρία που υπολόγιζε ο Γουόνγκ, γιατί αισθάνθηκε πως η ιστορία της ταινίας καλύπτεται πλήρως. Δύο αστυνομικοί πρωταγωνιστούν σε δύο ξεχωριστές ενότητες, που εκτυλίσσονται διαδοχικά. Αν και δεν συναντιούνται, παρότι τα μονοπάτια τους μπλέκουν και το σταθερό στέκι τους είναι το ίδιο, ο Τόνι Λιουνγκ, «εικόνισμα» της χώρας και ηθοποιός-φετίχ του σκηνοθέτη, και ο Ιάπωνας σούπερ σταρ Τακέσι Κανεσίρο μοιράζονται τις συνέπειες ενός επώδυνου χωρισμού και μια διάχυτη ερωτική επιθυμία που συχνά φτάνει στα όρια της απελπισμένης ονειροπόλησης.

Οι γυναίκες της ζωής τους δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαμετρικά αντίθετες. Στην πρώτη ιστορία, τον Xε Κίγου έχει συνεπάρει μια έμπορος ναρκωτικών με τη μορφή μιας ανώνυμης γυναίκας που κυκλοφορεί με ξανθή περούκα και μεγάλα μαύρα γυαλιά, μοιάζει τεταμένη από την κούραση και το κρυφτό και δεν προτίθεται να διαρρήξει το μυστήριο που την περιβάλλει. Είναι η Γκρέτα Γκάρμπο της Ανατολής, αγωγός που πυροδοτεί τρυφερότητα στον Χε, παρά την ψυχρότητά της. Απ' την άλλη, ο μπάτσος με τον αριθμό 663 γίνεται ρομαντικός στόχος για τη Φέι, μια ζωηρή, ενθουσιώδη κοπέλα.

Ο Γουόνγκ αναθέτει τον ρόλο της ακαταμάχητης Σφίγγας στη θρυλική Μπριτζίτ Λιν, της ηθοποιού που έγινε διάσημη παίζοντας συχνά άνδρες ή ακόμα και τον Θεό, αποκτώντας φήμη και κύρος όσο κανείς άλλος στο Χονγκ Κονγκ, σε μια ταινία που έμελλε να είναι η τελευταία σε μια μεγάλη καριέρα, πριν αποσυρθεί οριστικά και αμετάκλητα για να κάνει οικογένεια ‒ και να βολευτεί χωρίς απειλή στο βάθρο της.

Για τη Φέι Γουόνγκ το Express ήταν το ουσιαστικό ντεμπούτο της στον κινηματογράφο, προτού γίνει η Μαντόνα της χώρας, η απόλυτη ντίβα του τραγουδιού, πάμπλουτη πλέον και πασίγνωστη για τις μεταμορφώσεις και την εκρηκτική σκηνική της παρουσία. Εδώ πείθει αβίαστα ως κοπέλα της διπλανής πόρτας, μια ενζενί βγαλμένη από άλλη εποχή. Μέσω αυτής, ο Γουόνγκ προσωποποιεί τη λατρεία του στη γαλλική nouvelle vague, πλάθοντας με τον φακό του μια δική του Βιαζέμσκι, μια οριεντάλ Σίμπεργκ, όχι πολύ μακριά από τη δυτική κουλτούρα. Την εμπιστεύεται και τον δικαιώνει.

Ενώ το σινεμά του στάζει εντοπιότητα, η επιρροή του Σκορσέζε και κυρίως του Γκοντάρ προσδίδουν αντίστοιχα σφρίγος και φρεσκάδα που τον κάνουν να ξεχωρίζει από την πλειάδα των ικανών στα είδη, αλλά πιο προσηλωμένων στο θέμα τους, συμπατριωτών του.

Πραγματεύεται τον ερωτισμό και τη μνήμη με μια αξιοσημείωτη εναλλαγή της εγγύτητας με την απόσταση στον χώρο, που ισορροπεί την τάση του να μειώνει ή να ανακατεύει την πλοκή, προτιμώντας να αφηγείται με το στυλ της πολλαπλής βινιέτας. Κρατά τη σκοτεινιά στην επιφάνεια, σε μια σχετική ελαφρότητα, και εισάγει τα περίφημα διασταυρούμενα βλέμματα στο δεύτερο μέρος, χτίζοντας (ακούσια στην αρχή;) τον δικό του μύθο του auteur των «έμμεσων εραστών», του ζευγαριού που έρχεται κοντά σε πείσμα του κινηματογραφικού χώρου που τους καθηλώνει σε ένα παθητικό, εσωτερικό μοιρολόι ‒ κάτι που θα δούμε πιο ανάγλυφα την επόμενη δεκαετία στη φιλμογραφία του.

Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα lifo.gr