Περίεργο πράγμα. Όσο βρίσκεσαι μέσα στην αίθουσα – σχεδόν – τη διασκεδάζεις. Κι όταν βγαίνεις έξω, κουβαλάς κάτι από την ταινία μέσα σου. Κάτι που «αναπνέει» στη σκέψη σου, σαν να ‘ναι δικό σου! Εκεί, αρχίζεις να μονολογείς…

Δύο ιστορίες, δύο μπάτσοι. Πρώτος, ο υπ’ αριθμόν 223, «θρηνεί» το χωρισμό του με τη Μέι (τον εγκατέλειψε την 1η Απριλίου…), καταναλώνοντας απίστευτες ποσότητες ανανά σε κονσέρβα, με ημερομηνία λήξης την 1η του Μάη (η ημερομηνία των γενεθλίων του). Ένα βράδυ καταλήγει σ’ ένα bar, αποφασισμένος να ερωτευτεί την πρώτη γυναίκα που θα δει να μπαίνει! Δηλαδή, μια μυστηριώδη Κινέζα που φορά ξανθιά περούκα, καπαρντίνα και γυαλιά ηλίου (τα τελευταία για την περίπτωση βροχής ή ηλιοφάνειας, αντίστοιχα…).

Δεύτερος, ο υπ’ αριθμόν 663, όπως και ο 223, συχνάζει στο Midnight Express, μια καντίνα όπου η αγαπημένη του θα στείλει το αποχαιρετιστήριο γράμμα της, μαζί με το κλειδί του διαμερίσματός του. Παραλήπτης, όμως, γίνεται στα κλεφτά η Φέι, η νεαρή σερβιτόρα που έχει ερωτευτεί τον 663 και προσπαθεί ν’ αλλάξει τη ζωή του, κάνοντας (αρχικά) άνω-κάτω το διαμέρισμά του!

Κατά έναν παράδοξο τρόπο, λοιπόν, το «Chungking Express» αποτελείται από δύο ερωτικές ιστορίες. Παράδοξο, γιατί στο σινεμά είχαμε ξεχάσει να βλέπουμε τον έρωτα σαν μία τόσο στιλάτη επίδειξη ακροβασίας μεταξύ ρομαντικής μελαγχολίας και χιούμορ. Με ήρωες μονότονα πραγματικούς, που γίνονται «εκκεντρικοί» μέσα από τα σημάδια του έρωτα. Τέσσερις χαρακτήρες που μοιράζονται την «πένθιμη» ανησυχία της ημερομηνίας λήξης και την ανικανότητα να παρατηρήσουν τις αλλαγές που φέρνει αυτό το συναίσθημα στη ζωή τους, σε δύο αντίστοιχες περιπτώσεις «ζευγαρώματος». Οι εμπειρίες τους ξεχωριστές, οι νευρώσεις τους, όμως, παράλληλες.

Θα συναντηθούν; Μοιραία. Πόσο θ’ αντέξουν μαζί; Αυτό θα χρειαστεί να το ανακαλύψετε μόνοι σας. Ταυτόχρονα, θα ανακαλύψετε τον Γουόνγκ Καρ Γουάι και την πιο φρέσκια σκηνοθετική ματιά που είδαμε τα τελευταία χρόνια, με αισθητική και άποψη λόγου, τοποθετημένα στα ‘90s και χωρίς ταμπέλες εθνικού σινεμά. Το Χονγκ Κονγκ χρησιμοποιείται σαν ένας τυχαίος χώρος δράσης, για ήρωες οι οποίοι ζουν με κοινούς πλανητικούς ρυθμούς, πράγμα που βοηθά την ταύτιση του κάθε θεατή μαζί τους. Κυρίαρχο στοιχείο της ταινίας, η εμμονή στο voice-over. Οι ήρωες «μονολογούν» σκεπτόμενοι ή πιάνουν ακόμα και κουβέντα σε άψυχους «χαρακτήρες» (όπως ο 663, στο σαπούνι που… λιώνει και στη μόνιμα «δακρυσμένη» πετσέτα που στάζει!) με αυτοσαρκαστική διάθεση, αρκετή για να κάνει από μόνη της τη θέαση του «Chungking Express» διασκεδαστική. Το παιχνίδι της αφήγησης λειτουργεί με το υποσυνείδητό μας και μετά το τέλος της ταινίας, ίσως γιατί σήμερα κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί το γεγονός ότι, έστω και από αμηχανία, μονολογεί με τον εαυτό του ή ανοίγει νοητό διάλογο με τη «φωνή» των εμπιστευτικών του σκέψεων…

Αυτή η σύγχρονη ψύχωση των μοναχικών στιγμών μας, μέσα από την ταινία, προσφέρει μία ερεθιστική απόλαυση που έχει την τύχη να συνοδεύεται από εντυπωσιακές εικόνες κι έναν φρενήρη ρυθμό, στοιχεία τα οποία συνδυάζονται ιδανικά με τα πρωτότυπα jump cut της πρώτης ιστορίας. Δυναμική δουλειά με την κάμερα (σχεδόν πάντα στο χέρι), σενάριο γεμάτο ατάκες που αξίζει να συγκρατήσετε, ερμηνείες με αφελή άνεση (η πρωτοεμφανιζόμενη – τραγουδίστρια στην πραγματικότητα – Φέι Γουόνγκ θα σας αφήσει «τραύματα»…), pop αισθητική και «γκονταρική» ελευθερία, συνθέτουν αυτό το μοντέρνο «έπος» για τους μοναχικούς ήρωες της καθημερινότητας, που ο χρόνος βαραίνει με συναισθήματα και αναμνήσεις. Σίγουρα, μία από τις πιο απροσδόκητες κινηματογραφικές εκπλήξεις της χρονιάς κι ένας σκηνοθέτης που θα προσέχουμε στο μέλλον.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Το άνωθεν κείμενο είναι η κριτική που έγραψα για το περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ (τεύχος 67) το 1996, όταν το φιλμ διανεμήθηκε για πρώτη φορά στους ελληνικούς κινηματογράφους. Αν και τρίτη ταινία στη φιλμογραφία του, το «Chungking Express» ήταν η πρώτη του Γουόνγκ Καρ Γουάι που είδαμε στη χώρα μας, με σχετική καθυστέρηση, μάλιστα. Υπάρχει εξήγηση. Το καλοκαίρι του 1994, το φιλμ έκανε πρεμιέρα στο Χονγκ Κονγκ και την υπόλοιπη χρονιά ταξίδευε σε διεθνή φεστιβάλ. Η διανομή του στον υπόλοιπο πλανήτη ξεκίνησε από τη Γαλλία, το 1995, αλλά πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις την επόμενη χρονιά, όταν ο Κουέντιν Ταραντίνο (με τις ευλογίες της Miramax) φρόντισε να φτάσει και στις αμερικανικές κινηματογραφικές αίθουσες (μαζί με το «Sonatine» του Τακέσι Κιτάνο). Στα τέλη του Απρίλη του ’96, το ελληνικό κοινό… σνόμπαρε! Ήταν πολύ μοντέρνο για τη «μούχλα» του «art-house» κυκλώματος και τα απομεινάρια των «σινεφίλ» θεατών που βαριαναστενάζαν με «κουλτούρα» σε Αλκυονίδα, Studio, Έλλη και Άστυ μέχρι και τα ‘80s…

Το φιλμ διανεμήθηκε σε επανέκδοση στις 3 Ιουνίου του 2021, από την εταιρεία CINOBO.

Ηλίας Φραγκούλης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr