«Let's (not) play master and servant»
Ε, όχι και Σταχτοπούτα ρε παιδιά!

Αυτή είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί η Ινδή Rohena Gera. Η πρώτη της ήταν το ντοκιμαντέρ «What's Love Got to Do with It?» (2013). Τούτη η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο φεστιβάλ των Καννών του 2018, όπου έλαβε μέρος στο παράλληλο τμήμα «Εβδομάδα της Κριτικής», κερδίζοντας το βραβείο Gan Foundation.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το σημείωμα της δημιουργού για την ταινία, έτσι όπως παρατίθεται στο δελτίο τύπου της εγχώριας εταιρίας διανομής: «Η Ινδία έχει ένα οικιακό εργατικό δυναμικό που φτάνει τα 40 εκατομμύρια. Πρόκειται κυρίως για γυναίκες που εργάζονται ανασφάλιστες, χωρίς δικαιώματα, σε συνθήκες που θυμίζουν σύγχρονη σκλαβιά. Δεν προστατεύονται από τον νόμο σε ό,τι αφορά τον κατώτατο μισθό ή το ωράριο, ούτε έχουν ασφάλεια υγείας, επίδομα ανεργίας ή κάποια άλλη νομική κατοχύρωση. Αυτές οι γυναίκες είναι πλήρως εξαρτώμενες από τους εργοδότες τους. Πολλοί από τους εργοδότες πληρώνουν αυτές τις γυναίκες στις 7 ή στις 10 του μήνα, για να μην μπορούν να παραιτηθούν, αφού δεν μπορούν να χάσουν αυτές τις 7 ή 10 μέρες εργασίας. Εκτός από την ακραία σωματική κούραση και τη μεγάλη οικονομική ανασφάλεια, υπόκεινται σε καθημερινές ταπεινώσεις. Τρώνε αποφάγια, κοιμούνται σε στρώματα στο πάτωμα (στην κουζίνα, στον διάδρομο ή αν είναι τυχερές σε ένα μικροσκοπικό δωμάτιο υπηρεσίας), χρησιμοποιούν διαφορετικά ποτήρια και διαφορετική τουαλέτα (καμιά φορά μία κοινή τουαλέτα που μοιράζονται με τους σοφέρ του κτιρίου). Αυτό που είναι ιδιαίτερα ενοχλητικό είναι ότι αυτό το φαινόμενο είναι αποδεκτό από τις προνομιούχες κάστες της Ινδίας. Στον πυρήνα αυτής της ακραίας αδικίας βρίσκεται η ευρέως αποδεκτή ρατσιστική προσέγγιση ανθρώπων που θεωρούνται κατώτεροι. Θυμίζει τον ρατσισμό στην Αμερική του ’50, όταν οι μαύροι θεωρούνταν θεμελιακά κατώτεροι. Στην Ινδία, δεν υπάρχει κάποιο σοβαρό κίνημα για τα δικαιώματα των οικιακών βοηθών ούτε κάποια αναγνώριση του γεγονότος ότι όλοι συμμετέχουν στην καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Κατά λάθος (;) λοιπόν, μια ταινία που με όσα συμβαίνουν ανά τον κόσμο μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, αποδεικνύεται και επίκαιρη κατά μία έννοια...

Η υπόθεση: Η Ράτνα είναι μια νεαρή, φτωχή γυναίκα, η οποία έμεινε χήρα στα 19 της καθώς ο άντρας της (από συνοικέσιο) πέθανε δύο μόλις μήνες μετά το γάμο τους. Επιστρέφει στη Μουμπάι προκειμένου να δουλέψει ξανά ως οικιακή βοηθός του συνομήλικού της, πολύ πλούσιου, Άσγουιν, ο οποίος γυρίζει στην πόλη από τις ΗΠΑ, καθώς διαλύει τον (επίσης από συνοικέσιο) αρραβώνα του, εξαιτίας... κέρατου. Με τα λεφτά που βγάζει η Ράτνα χρηματοδοτεί τις σπουδές της μικρότερης αδελφής της: δεν θέλει να έχει τη μοίρα της.
Κι όνειρό της είναι η ίδια να γίνει σχεδιάστρια μόδας και η αδελφή της να χειραφετηθεί και να αποκτήσει την ανεξαρτησία της. Το παλεύει παρά το γεγονός ότι όλα είναι εναντίον της. Κι όταν βλέπει πως ο Άσγουιν, που τα διαθέτει φαινομενικά όλα, έχει παραιτηθεί από τα δικά του όνειρα, νιώθει την ανάγκη να τον τσιγκλίσει, όσο της επιτρέπεται από τη θέση της. Ανάμεσά τους αρχίζει να αναπτύσσεται κάτι πολύ τρυφερό. Όμως, καθώς οι κόσμοι τους συγκρούονται, τα εμπόδια ανάμεσα τους μοιάζουν όλο και πιο απροσπέραστα...

sir1

Η άποψή μας: Ο ινδικός κινηματογράφος χωρίζεται στο Μπόλιγουντ και σε... όλα τα υπόλοιπα, όλοι το ξέρουν αυτό. Το Μπόλιγουντ, που πάει άνετα μια κόντρα το Χόλιγουντ, παλιότερα μπορεί να έκανε γκελ σε κάτι χώρες όπως η Ελλάδα, που ανήκουν εις την Δύση (βεβαίως, βεβαίως), αλλά είναι Ανατολίτισσες, πώς να το κάνουμε, πλέον όμως απευθύνεται στο (τεράστιο, είναι η αλήθεια) εσωτερικό κοινό. Είναι δηλαδή για εγχώρια κατανάλωση. Και μόνον (;). Παραγωγές εκτός Μπόλιγουντ γίνονται με μεγάλη δυσκολία στην Ινδία. Και ασθμαίνουν να βρουν ένα διεθνές κοινό, αφού πρώτα περάσουν από την γνωστή παρέλαση από διεθνή φεστιβάλ.

Στην Ελλάδα βλέπουμε ελάχιστες ταινίες made in India. Αν θυμάμαι καλά, τα τελευταία χρόνια έχουμε δει το The Lunchbox, που επίσης είχε ξεκινήσει τη διεθνή του πορεία από την Εβδομάδα Κριτικής των Καννών (τον Μάιο του 2013, ταινία που είδαμε στη χώρα μας το 2014) και Το δικαστήριο (Court) (με παγκόσμια πρεμιέρα στο τμήμα «Ορίζοντες» του φεστιβάλ Βενετίας το 2014 και προβολή στην Ελλάδα το 2015). Πολύ ενδιαφέρουσες ταινίες και οι δύο προαναφερθείσες. Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα η ταινία «Newton», που προβλήθηκε στο «Φόρουμ» του φεστιβάλ Βερολίνου του 2017, προβλήθηκε και στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης της ίδιας χρονιάς, αλλά εμπορικά στις αίθουσες της χώρας μας δεν παίχτηκε ποτέ. Και φτάνουμε στο Sir.

Και... σε πιάνει μια στεναχώρια. Ο κύριος λόγος είναι πως διαπραγματεύεται μιαν ιστορία, που άνετα θα στέκονταν ως μελόδραμα της «χρυσής» εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, απλά με όρους... φεστιβαλικούς. Πώς θα αντιμετωπίζατε αλήθεια μια ταινία made in Greece όπου φτωχή πλην τίμια κοπέλα από χωριό ερωτεύεται το πολύ πλούσιο αφεντικό της, έναν μοσχοαναθρεμμένο αστό, ο οποίος την ερωτεύεται επίσης, αλλά οι κοινωνικές συμβάσεις (!!!) τους εμποδίζουν να είναι μαζί; Και μάλιστα, χωρίς να προκύπτει έστω μια ξεπέτα, μια σεξουαλική επαφή που δεν μπορεί παρά να προκύψει από το πάθος ανάμεσα σε δύο ερωτευμένους νέους; Αλλά όλο αυτό με μια χαμηλότονη, φεστιβαλική (όχι απαραίτητα κουλτουριάρικη) αισθητική, έτσι;

Και – βασικό: η ρομαντζάδα να λαμβάνει χώρα σήμερα! Στο απίστευτα κυνικό και σκληρό 2020! Ε, δεν θα βάζατε τα γέλια; Δεν θα κράζατε; Δεν θα λέγατε «δεν γίνονται αυτά τα πράγματα»; Δεν θα ουρλιάζατε «μας δουλεύουν»; Δεν σας μιλάω για δαντελένιες, υπέροχες δημιουργίες, όπως πχ «Τα απομεινάρια μιας μέρας», που είναι ενταγμένες μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο, σε μια εντελώς διαφορετική εποχή, όπου και πάλι αβέρτα γαμιώσαντο, ας μην κρυβόμαστε, αλλά ρε παιδί μου, εξαιτίας προφανώς και της λογοτεχνίας και του ρομαντισμού ως κυρίαρχου κινήματος, τέτοιοι έρωτες όχι μόνον γίνονται αποδεκτοί, αλλά θεοποιούνται κιόλας, όπως τους αξίζει. Εντάξει, καταλαβαίνω πως στην Ινδία ακόμα και σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αλλά δεν μπορώ να κατεβάσω όλες μου τις άμυνες και να πειστώ.

Κι αν δεν πιστεύεις σε αυτό που βλέπεις ή αν δεν παρασύρεσαι από το σύμπαν που δημιουργεί μια ταινία, η ταινία έχασε – κι εσύ μαζί της. Πόσο πιο όμορφα έθεσε το θέμα της το Lunchbox, που αναφέραμε και πιο πάνω. Αυτό, μάλιστα. Αλλά στην περίπτωση της ταινίας που τσεκάρουμε εδώ, ο μεγάλος σκόπελος είναι ο έρωτας ανάμεσα σε μέλη από διαφορετικές κάστες. Ο οποίος, για εμένα, δεν ξεπερνιέται ποτέ. Νιώθω την ανάγκη της σκηνοθέτιδας να μας δείξει την κατάσταση στη χώρα της σήμερα, την κοινωνική ανισότητα, τη δύσκολη θέση μιας γυναίκας, τις περιορισμένες έως καθόλου ευκαιρίες που μπορεί να έχει κάποιος από χαμηλή κάστα για να κάνει κάτι που ονειρεύεται. Αλλά δυσκολεύομαι να πειστώ από την αισθηματική ιστορία. Μια χαρά τα λέει στο σκηνοθετικό της σημείωμα, η μεταφορά στο πανί, όμως, χωλαίνει.

sir4

Από εκεί και πέρα. Η ταινία είναι γυρισμένη κατά βάση μέσα στο διαμέρισμα, με ελάχιστα εξωτερικά. Θα γούσταρα περισσότερα πλάνα από την πόλη των 20 εκατομμυρίων ανθρώπων, με τους τεράστιους ουρανοξύστες. Ας είναι. Η αισθητική της ταινίας είναι ενδιαφέρουσα. Το μοντάζ την κάνει να κινείται αρμονικά, με χαμηλά ημιτόνια, χωρίς κραυγές αλλά με ψίθυρους. Οι δύο σκηνές που μπολιγουντίζουν, η μία με το μηχανάκι και η άλλη του χορού – ιδίως η σκηνή του χορού – είναι καλογυρισμένες και προσμετρώνται στα θετικά, αν και ο απόηχος Δαλιανίδη σε τσιγκλάει, λίγο ευτυχώς.

Η Tillotama Shome, που υποδύεται την Ράτνα, είναι γλυκύτατη και πολύ καλή στο ρόλο της. Ο Vivek Gomber στο ρόλο του Άσγουιν καταφέρνει να μεταδώσει τη μελαγχολία του ήρωά του. Και τη μοναξιά του. Και τη συνειδητοποίηση πως εντέλει ο μόνος άνθρωπος που δείχνει πως τον καταλαβαίνει είναι η υπηρέτριά του. Το φινάλε δίνει μια όμορφη λύση για τη δυσκολία στην οποία βρίσκονται οι δύο πρωταγωνιστές, αλλά μην περιμένετε κάποια επανάσταση ή πως «έρως ανίκατε μάχαν». Ευτυχώς, γιατί το όλον θα ήταν ακόμα πιο απίστευτο. Καλοφτιαγμένη ταινία, αλλά με βαρύ, «υπαρξιακό» πρόβλημα.

ΥΓ: Αν κατάλαβα καλά, στην Ινδία προτιμούν την φρεσκοστυμμένη... λαϊμάδα! Χυμός από δύο λάιμ, μια κουταλιά ζάχαρη, κρύο νερό και έτοιμο το δροσιστικό και ξεδιψαστικό αναψυκτικό. Θα το δοκιμάσω!

Θόδωρος Γιαχουστίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα moviesltd.gr