Μενού

Χίτσκοκ: Η κρυφή του γοητεία

apagogesΡεβέκκα

Ο Χίτσκοκ επανεμφανίζεται στις οθόνες με τον «Σιωπηλό μάρτυρα» και σύντομα θα επαναπροβληθεί και ο «Δεσμώτης του ιλίγγου». Θυμίζω πως στο περσινό καλοκαίρι είχαμε παρακολουθήσει και πάλι τα αριστουργήματά του «Ρεβέκκα»«Το χέρι που σκοτώνει»«Νοτόριους». Τον αγαπούν πάντα οι σινεφίλ, επιλέγουν τις ταινίες του τόσες  φορές, αν και τις έχουν παρακολουθήσει, κι εδώ τίθεται το θεμελιώδες ερώτημα. Σ΄ ένα θρίλερ ή νουάρ όταν δείς το τέλος υποτίθεται πως έχεις τελειώσει οριστικά μαζί του.  Συμπέρασμα πρώτο λοιπόν. Τα φιλμ του Χίτσκοκ διαθέτουν μια τέτοια διαδικασία, μια συγκεκριμένη δομή ώστε οι θεατές απολαμβάνουν ιδίως άλλα.

‘Όχι στα ριμέικ

Απόδειξη πως τα ριμέικ των ταινιών του αφήνουν αδιάφορους τους σινεφίλ όσο καλοφτιαγμένα κι αν είναι. Για παράδειγμα, αποδοκιμάστηκε απόλυτα το πρώτο ριμέικ του «Σιωπηλός μάρτυρας»(1998),που δεν είναι απλά τηλεταινία αλλά απέκλινε από όλα τα στάνταρ και την γοητεία του δασκάλου. Το νεανικό ριμέικ «Υποψίες» (2007) γνώρισε μεν καλύτερη αποδοχή αλλά ιδίως έδειξε πως ενδιαφέρει θεατές μικρής ηλικίας που δεν έχουν παρακολουθήσει το αρχικό. Ο Γκας Βαν Σαντ, με μέγιστη αξιοπιστία, κατέγραψε κάθε χιτσκοκικό πλάνο στην δική του έγχρωμη «Ψυχώ». Όλοι του το αναγνώρισαν αλλά και γύρισαν την πλάτη στη δουλειά του.

Η τεχνική πέρα από την γραφή

Είναι φανερό πως εδώ μιλάμε για χαρισματικό τρόπο με τον οποίο ο Χίτσκοκ φιλμάριζε, πέραν των όσων είχε γραμμένα στο storyboard.Αυτή φυσικά η ματιά δεν μπορεί να αντιγραφεί κι να κοπιαριστεί. Tο είδαμε πρόσφατα όταν η μονάκριβη «Ρεβεκκα» του έγινε έγχρωμο ριμέικ  το 2020. Στα κλασικά ασπρόμαυρα του ΄40 ο Χίτσκοκ κρατούσε την ταινία (διάρκειας 130 λεπτών) στα δύο τρίτα της σε αργό τέμπο ίσα ίσα για να θυμίζει ένα καλογυρισμένο κλασικό μελόδραμα. Σ΄ αυτό όμως το χρονικό διάστημα τοποθετούσε μικρολεπτομέρειες, μικρές ψηφίδες, μερικά αστραπιαία πλάνα που όλα θα είχαν την σημασία τους  προς το τέλος της ιστορίας. Εκεί μάλιστα έρχεται και ο αιφνιδιασμός. Ενώ οι σινεφίλ περιμένων μια εξέλιξη πάνω στις δραματικές και ψυχολογικές εξελίξεις, φθάνουν οι συνεχείς ανατροπές. Αιφνιδιαστικά μαθαίνουμε πράγματα που ανατρέπουν και την φιλμική τάξη αλλά και εκείνη των θεατών. Εάν το φιλμ αυτό  για 130 λεπτά κρατούσε 90 λεπτά θα βλέπαμε μεν τα ίδια αλλά με μια «βιασύνη» στο μοντάζ  που θα κατέστρεφε όλη την τελετουργία.

Το παιγνίδι των τηλεφώνων

Και φυσικά ο Χίτσκοκ γνωρίζει πώς να δημιουργεί σασπένςαπό το τίποτα, το απλό το καθημερινό και το κοινότοπο. Σε μια στιγμή στη «Ρεβέκκα»η ηρωίδα (Τζόαν Φιοντέν), επειδή θα αναχωρήσει εσπευσμένα, επιθυμεί το ταχύτερο να ειδοποιήσει τον αγαπημένο της (σερ Λόρενς Ολιβιέ) για να μην χαθούν. Τότε αρχίζει το παιγνίδι με το τηλέφωνο  και από συγκυρία κανένας δεν απαντάει. Και αφού μας φέρει ο δημιουργός σε τρομερή αναμονή λύνει το θέμα απλά και στα γρήγορα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το φινάλε. Ενώ  έχουν συμβεί σημεία και τέρατα και πιάνει και μια τρομερή πυρκαγιά στο αρχοντικό, υπάρχει η αγωνία τι συνέβη με τους ήρωες. Εδώ ο Χίτσκοκ  λασκάρει τα «σκοινιά», δεν τα τεντώνει, λύνει το πρόβλημαάμεσα.

Και επειδή ο ίδιος διατύπωσε την περίφημη ρήση «Οι ταινίες μου είναι φέτες από γλυκό», μερίδα των κριτικών τον κατέκρινε πως αδυνατεί η δεν θέλει  να ασχοληθεί με έντονα πολιτικά και κοινωνικά θέματα. Ωστόσο, αυτές οι απόψεις καταρρίπτονται σε πολλά φιλμ του («Ψυχώ»«Σαμποτάζ»«Το χέρι που σκοτώνει»«Ρεβέκκα»«Υποψίες»). Στη «Ρεβέκκα»μάλιστα τα πράγματα από την μυθοπλασία είναι ξεκάθαρα.

Σε εχθρικό περιβάλλον

Η κοπέλα, που εισέρχεται στο παραδοσιακό βρετανικό αρχοντικό, δεν ανήκει στην άρχουσα τάξη. Είναι απλή, συμμαζευμένη, αλλά γεμάτη ειλικρίνεια, τόλμη και αποφασιστικότητα. Εκεί που κρύβονται τόσα σκοτεινά και «βρώμικα» μυστικά, μέσα από την αγνότητα και την ταξική διαφοροποίηση έρχεται να φέρει το νέο, την αλήθεια, την ανανέωση, το καινοτόμο, το άλλο. Είναι ολοφάνερο πως ασκείται μια εντονότατη κριτική σε συγκεκριμένους κύκλους  γεμάτους υποκρισία, ενοχές και παραβατικότητα, που όλα κρύβονται κάτω από την ευπρέπεια και τα πανάκριβα ντεκόρ. Η νέα ήλθε για να κάνει ρήξεις και το πετυχαίνει με κάθε κόστος.

Η γυναίκα χωρίς όνομα

Παρατηρούμε μάλιστα μια εξαιρετική αντίφαση. Ενώ συνέχεια έχουμε αναφορές στο όνομα (Ρεβέκκα), δηλαδή μιας νεκρής, η νέα ζωντανή γυναίκα δεν έχει όνομα στα πλαίσια μιας κυνικής, αποανθρωπιστικής αποπροσωποίησης. Ποτέ άλλοτε ο κινηματογράφος δεν επεφύλασσε σε ηρωίδα του μα τέτοια μεταχείριση. Μ΄ αυτή την οπτική ένα τυπικό και κλασικό γοτθικό μελόδραμα όχι μόνον «αποχτά» σαφή πολιτική χροιά, αλλά εισάγει από το μακρινό 1940 άκρως νεωτερικά στοιχεία στον κινηματογράφο. Έτσι η υψηλής ποιότητας ψυχαγωγία συμβαδίζει με την άποψη και τις ταξικές δομές.

Αλέξης Δερμεντζόγλου
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα kemes.wordpress.com

Smart Search Module