Μενού

Ο Παλαμάς, η κόρη μου η σοσιαλίστρια, το στριπτίζ της Μάρως Κοντού

18

Ιστορίες απαγορεύσεων στον ελληνικό κινηματογράφο συγκέντρωσε ο δημοσιογράφος - συγγραφέας Άγγελος Πολύδωρος
στο βιβλίο του «Λογοκρισία και ελληνικός κινηματογράφος»

Αν και τα βιβλία σχετικά με τη λογοκρισία στην Ελλάδα που έχουν ως σήμερα γραφεί δεν είναι λίγα, αυτό που δίνει ιδιαίτερο χρώμα στο τελευταίο μέχρι σήμερα, «Λογοκρισία και ελληνικός κινηματογράφος» του Άγγελου Πολύδωρου (εκδόσεις Αμαρυσία), είναι ο περιορισμός του στην 7η Τέχνη και η λιτότητα ώστε να γίνεται ευκολοδιάβαστο παραμένοντας εύχρηστο. Επιθυμία εξάλλου του συγγραφέα, του οποίου το λεξικό «Χλαμύδα» έχει κυκλοφορήσει από τις ίδιες εκδόσεις (2011 - 2021) ήταν να δώσει το κλίμα διαφορετικών εποχών στη χώρα μας μέσα από χρήσιμες, «πικάντικες» αλλά και άγνωστες πληροφορίες εστιάζοντας περισσότερο «στη δίωξη των απόψεων και των ιδεών» και λιγότερο στα θέματα σεξ. Γιατί εύκολα μπορεί κανείς να φανταστεί ότι μια ταινία όπως οι «Μέρες του ‘36» του Θόδωρου Αγγελόπουλου που γυρίστηκε κατά τη διάρκεια της χούντας των συνταγματαρχών, κινδύνεψε σοβαρά από τη δαγκάνα της λογοκρισίας, πόσοι όμως γνωρίζουν ότι το ίδιο συνέβη με την κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια», που αρχικώς όχι μόνον απαγορεύθηκε αλλά στη συνέχεια με απόφασή της η Πρωτοβάθμια Επιτροπή Ελέγχου Κινηματογράφου έκρινε ότι «πρέπει να διατηρηθεί η απαγόρευση της προβολής της»; Και πόσοι θυμούνται (ή γνωρίζουν) ότι ο κορυφαίος ποιητής μας Κωστής Παλαμάς, για ένα φεγγάρι, αρθρογραφούσε για τα «υπέρ» και τα «κατά» του κινηματογράφου;

ΕΡ: Πως θα χαρακτηρίζατε την διαδικασία έρευνας για την συλλογή στοιχείων για την δημιουργία αυτού του βιβλίου και πόση διάρκεια είχε αυτή η διαδικασία από την στιγμή που ξεκινήσατε μέχρι την στιγμή που παραδώσατε την δουλειά σας;

ΑΠ: Θα έλεγα, όχι ιδιαίτερα επώδυνη, επειδή βασίστηκε κυρίως σε αποκόμματα εφημερίδων και περιοδικών και σε αποσπάσματα πρακτικών που είχα στο αρχείο μου. Επίσης πολλά στοιχεία άντλησα από τα βιβλία της βιβλιοθήκης μου και τέλος να μη ξεχνάμε και το ίντερνετ. Οι πηγές μου αναφέρονται όλες στο τέλος του βιβλίου. Τη «Λογοκρισία» την είχα στο μυαλό μου πριν το 2019 και όταν ολοκληρώθηκε η επανέκδοση του πρώτου μου βιβλίου, στα τέλη του 2021, αφοσιώθηκα σ’ αυτήν μέχρι το καλοκαίρι του 2022.

ΕΡ: Οι σελίδες στο «Λογοκρισία και ελληνικός κινηματογράφος» είναι μόλις 100, που σημαίνει ότι μάλλον θελήσατε να δώσετε μια συνοπτική «εικόνα» του τι σημαίνει λογοκρισία και σινεμά στην χώρα μας. Αν αυτό ισχύει, τι αποφύγατε να συμπεριλάβετε;

ΑΠ: Το βιβλίο, πραγματικά αποτελεί μια συνολική και συνοπτική καταγραφή, τόσο της ιστορίας της λογοκρισίας όσο και του ελληνικού κινηματογράφου και της μεταξύ τους σχέσης, καθώς και του νομικού πλαισίου που ίσχυε κάθε φορά. Θεωρώ ότι στο σύνολό του, προσφέρει στον αναγνώστη μια πλήρη «εικόνα».

Αυτό που απέφυγα να αναπτύξω, ήταν ο έλεγχος των ταινιών με αποκλειστικό θέμα το σεξ, οι οποίες παρουσίασαν έξαρση τη δεκαετία του ‘60. Υπάρχει στο βιβλίο ένα μικρό κεφάλαιο για τις «τσόντες» της εποχής εκείνης και επίσης περιλαμβάνονται οι ταινίες που διώχθηκαν για το «γυμνό» τους, ακόμα και τις δεκαετίες ’80 και ‘90. Αλλά η ουσία του βιβλίου, είναι ο έλεγχος και η δίωξη των απόψεων και των ιδεών. Κάτι που είχε ξεκινήσει πολύ πριν τον κινηματογράφο. Όλοι ξέρουμε ότι μετά τη Γαλλική Επανάσταση, εκδόθηκε η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που ως κεντρική ιδέα περιλαμβάνεται μέχρι σήμερα σε όλα τα συντάγματα των δημοκρατικών χωρών. Σύμφωνα με αυτή, «η μετάδοση των σκέψεων και των φρονημάτων είναι εκ των πολυτιμότερων δικαιωμάτων του ανθρώπου και κάθε πολίτης μπορεί να ομιλεί, να γράφει και δημοσιεύει ελεύθερα τις σκέψεις του», και πάνω σ’ αυτή την αρχή κινείται το πνεύμα του βιβλίου.

ΕΡ: Ξαναδιαβάζοντας σήμερα, πιο αποστασιοποιημένα το βιβλίο θεωρείτε ότι λείπουν στοιχεία που δεν θα έπρεπε να λείπουν;

ΑΠ: Όταν το διάβασα τυπωμένο και λαβαίνοντας υπόψη, ότι σε γενικές γραμμές στην Ελλάδα, το βασικότερο κίνητρο των επιτροπών ελέγχου περιστρεφόταν γύρω από το τρίπτυχο «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια», με το οποίο οι λογοκριτές προστάτευαν πολιτικές ιδεολογίες, θρησκευτικές πεποιθήσεις και οικογενειακές αξίες, θεωρώ ότι είναι πλήρες, χωρίς να αμφισβητώ ότι ο μελλοντικός ερευνητής μπορεί να επεκταθεί στη λογοκρισία και νέων μορφών προσβολής των ηθών, που εμφανίστηκαν χάρη στην επικρατούσα «πολιτική ορθότητα», όπως αναφέρω σε ένα από τα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου.

ΕΡ: Με την χρήση παραδειγμάτων, εντοπίστε σημεία που σας εντυπωσίασαν πολύ σκαλίζοντας το παρελθόν της λογοκρισίας σε σχέση με την 7η τέχνη στην Ελλάδα;

ΑΠ: Εντυπωσιάστηκα, πρώτα όταν ανακάλυψα ότι το 1915 ο ποιητής Κωστής Παλαμάς, αρθρογραφούσε σε εφημερίδα για τα «υπέρ» και τα «κατά» του κινηματογράφου και επίσης όταν βρήκα ότι ο Κ. Γαρδίκας καθηγητής Εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου, αρθρογραφούσε για τους «μείζονες κινδύνους» της σκοτεινής αίθουσας εις βάρος της ψυχικής και σωματικής υγείας των νεαρών θεατών. Ύστερα, όταν διάβαζα στα αποκόμματα των εφημερίδων, τι είχε τραβήξει ο Αλέκος Αλεξανδράκης με την ταινία του «Συνοικία το όνειρο» (1961), που αποτύπωνε τη φτώχεια μιας συνοικίας κοντά στο κέντρο της Αθήνας με ανθρωπιά, αγάπη και αξιοπρέπεια. Κατόπιν, με την περιπέτεια του Ν. Κατσουρίδη για την ταινία του «Θανάση πάρε τ’ όπλο σου», (1971) που δεν τον βοηθούσε ο στρατός με λίγα όπλα για τις ανάγκες της ταινίας, όταν προηγουμένως διέθετε λόχους ολόκληρους και οπλισμό στον Τζέιμς Πάρις για «εθνικές υπερπαραγωγές». Και τέλος, με τις περιπέτειες του Θ. Αγγελόπουλου, που ο θεωρητικός της χούντας Γ. Γεωργαλάς τον προειδοποίησε για το φιλμ «Μέρες του 36» (1972) ότι «είμαστε πάρα πολύ δυνατοί, δεν φοβόμαστε τίποτα, κάνετε ό,τι θέλετε» και αργότερα για το «Θίασο» (1975), που η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή δεν του έδινε έγκριση για την επίσημη εκπροσώπηση της Ελλάδας στο Φεστιβάλ Καννών, επειδή «προσέβαλε τον στρατάρχη Παπάγο».

ΕΡ: Ποια λογοκρισία ήταν τελικά η πιο «δημοφιλής» στην Ελλάδα; Στα σεξουαλικά, στα πολιτικά ή στα θρησκευτικά ζητήματα;

ΑΠ: Σε πολύ μεγάλο βαθμό ήταν η λογοκρισία σε ζητήματα πολιτικής, εσωτερικής και εξωτερικής. Στο βιβλίο, αναλύονται περιπτώσεις απαγόρευσης ταινιών ή μεμονωμένων σκηνών, επειδή πρωταγωνιστούσαν ηθοποιοί που ήταν «φακελωμένοι ως αριστεροί», ή ακουγόταν μουσική του Θεοδωράκη, ή αναφέρονταν λέξεις όπως «ελευθερία», «δημοκρατία», «πορεία ειρήνης» κλπ., ή θίγονταν οι χώρες των συμμάχων της Ελλάδας.

Σε μικρότερο βαθμό απασχολούσαν τους κριτές τα θρησκευτικά ζητήματα. Σπάνιες ήταν οι ταινίες που έθιγαν την ορθόδοξη πίστη και τους ιερείς. Στην «Εταιρεία Θαυμάτων» (1963), που σατιρίζονται οι θρησκόληπτοι, αφαιρέθηκαν σκηνές «που προσέβαλαν τους Άγγλους και τους ιερείς», ενώ στο «Δεσποινίς διευθυντής» (1967) η φράση «Το αγόρι από εδώ δεν πίνει, είναι του Κατηχητικού», που έλεγε η Τζένη Καρέζη, αντικαταστάθηκε από τη φράση «Το αγόρι από εδώ δεν πίνει, είναι  του σεμιναρίου», επειδή θεωρείτο ότι έθιγε την Εκκλησία.

Όσο για το σεξ και το γυμνό, αυτό εξαρτιόταν από τα ήθη και τη νοοτροπία της εποχής. Αλλιώς αντιμετωπιζόταν τη δεκαετία του ‘30 η ταινία «Δάφνις και Χλόη» (1931) που είχε κριθεί «ακατάλληλος δια δεσποινίδας και παιδιά» και αλλιώς τη δεκαετία του ’60 που από την κωμωδία «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» (1968) κόπηκε το στριπτίζ της Μάρως Κοντού. Και τέλος, αλλιώς αντιμετωπίσθηκε την δεκαετία του ’90, η ταινία της Φρίντας Λιάπα «Τα χρόνια της μεγάλης ζέστης» (1992), όπου για την παρουσία ενός μωρού σε μια ερωτική σκηνή ενός ζεύγους (θεωρήθηκε ότι το μωρό ήταν παρόν στο γύρισμα ενώ είχε «τοποθετηθεί» με μοντάζ), επακολούθησε «εθνικός διχασμός» μεταξύ υπουργείου, επιτροπών, κριτικών και τύπου.

Η συνέντευξη δόθηκε στο Γιάννη Ζουμπουλάκη
και δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα aggelospolidoros.blogspot.com

 

Smart Search Module