Οι ελληνικές ταινίες του 45ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας

peloponisos

"Pendulus" του Δημήτρη Γκότση

 (ακολουθείται η σειρά προβολής τους στο Φεστιβάλ)

5 μ.μ. παραλία

Το 45ο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας ξεκινά με μια ιστορία, στην οποία πρωταγωνιστεί ένας φορτηγατζής που ζει πάνω στους 4 τροχούς, ταξιδεύοντας -όχι για τουρισμό, αλλά για δουλειά- μερόνυχτα σε κάθε γωνιά της Ευρώπης. Η θαυμάσια ταινία του Βαλεντίν Στέισκαλ, που απολαμβάνει εξαιρετικές ερμηνείες από τους δύο ηθοποιούς του, αρχίζει με τον Νίκο (Αντώνης Τσιοτσιόπουλος) να ακούει μέσα στη νύχτα το τραγούδι “Αερόπλανο θα πάρω”. Τι λένε (περιεκτικά) οι στίχοι του; “Μάθε πως... δεν μπορείς να κάνεις βήμα... και πως δεν ψηφώ τον Χάρο κι αν μου φύγεις πως μπορώ... να 'ρθω πάλι να σε βρω”. Δεν φοβάται όντως τον Χάρο και θα μπορούσε να βρει τον Χρήστο (Κίμωνας Κουρής) ακόμα και σε μια έρημη παραλία, στο πουθενά. Τον Χρήστο που πλέον είναι παντρεμένος, με παιδί...

Ο Νίκος, με το χάραμα, δέχεται ένα τηλεφώνημα από τη μάνα του, το μόνο δεσμό αίματος που διατηρεί με τον έξω κόσμο, αλλά και τη μόνη που θυμάται πώς γεννήθηκε, τα γενέθλιά του. Ήταν σαν σήμερα κι εκείνη ανακαλεί κάθε στιγμή και η αφήγησή της ακούγεται γλυκά στ' αυτιά του -κι ας μην το παραδέχεται. “Ξέρω το τέλος” τής λέει, για να δικαιολογήσει σκωπτικά την ψεύτικη αδιαφορία του.

Θα περάσει αυτήν τη χαρούμενη (θεωρητικά) μέρα με έναν φίλο. Έναν φίλο, τον Χρήστο, με τον οποίο πώς συνδέονται; “Σειρά!” αναφωνεί ο Νίκος. Λέξη που ξεκαθαρίζει τη μία, τη φανερή, σχέση τους. Ήταν μαζί στο στρατό, έμαθαν εκεί πώς να επιβιώνουν σε καιρό πολέμου, ακόμα και πώς να πετυχαίνουν να επαναφέρουν στη ζωή τους συντρόφους τους στη μάχη. Τα εργαλεία γι' αυτήν την επιβίωση τα κουβαλά μαζί του ο Νίκος, όμως πλέον για χρήση σε καιρό ειρήνης, εδώ και τώρα.

Επιθυμεί να υλοποιήσουν -έστω τόσα χρόνια μετά- ό,τι σκαρφίστηκαν για να “παίξουν” στη διάρκεια της θητείας, το σενάριο που έφτιαξαν για να “νομιμοποιήσουν” το φιλί ανάμεσά τους ως φιλί της ζωής. Δεσμώτης τότε του φόβου του να εκδηλωθεί ερωτικά, αλλά και να ρισκάρει κατ' ουσίαν την ίδια του τη ζωή για προκάλυψη, έχει αποφασίσει πως είναι πια καιρός να τολμήσει. Απαιτείται βέβαια η συμμετοχή του Χρήστου στο όλο κόλπο, την οποία τελικά δεν θα του αρνηθεί, γιατί τα αισθήματα δεν είναι μονόπλευρα.

Επιστρέφοντας στη φράση κλειδί του φιλμ, το “Ξέρω το τέλος”, που απευθύνει πικρά στη μητέρα του, ο ήρωας ετούτης της πραγματικά όμορφης ταινίας, είναι φανερό ότι προσπαθεί να προλάβει αυτό το τέλος, το σούρουπο του βίου του, με τη σκηνοθεσία τούτης της σύντομης συνάντησης. Πνίγεται μεταφορικά από την αδυναμία να εκδηλωθεί, αυτός ο “μάτσο” άνδρας, δοκιμάζει λοιπόν επιτέλους να πνιγεί και κυριολεκτικά, μήπως και πιαστεί από μια σανίδα σωτηρίας, μήπως δηλαδή του δώσει κάποιος (αυτός που πρέπει, κατά προτίμηση) το φιλί της ζωής. Ίσως έτσι ανακαλύψει με χαρά, άλλωστε, ότι δεν θυμάται μόνο η μάνα τα γενέθλιά του...

Καναρίνι

Καναρίνια: πουλιά αιχμάλωτα, μέσα στα κλουβιά τους.

Ανθρακωρύχοι: κι αυτοί ουσιαστικά αιχμάλωτοι, της δουλειάς τους, χωμένοι στα έγκατα της γης. Ένας από δαύτους θα προσέξει ένα καναρίνι, θα συνδεθεί μαζί του, θα το αγαπήσει, καθώς και μόνο η παρουσία του αποτελεί μια διέξοδο από το ανυπόφορο περιβάλλον εργασίας. Η αγάπη προς αυτό θα του ανταποδωθεί από εκείνο, ο θάνατος του πτηνού θα σημάνει τη διάσωση της ανθρώπινης ζωής, με έναν απροσδόκητο υπερβατικό τρόπο. Είναι άραγε μια θυσία; Μπορεί να υπάρξει τέτοια από ένα πουλάκι;

Ο Μάριος Γαμπιεράκης και η Χρυσούλα Κοροβέση σκηνοθετούν αυτό το σύντομο κινούμενο σχέδιο, μικρό και καθόλου τρυφερό στο μάτι, αλλά πολύ τρυφερό στην ψυχή. Για να βοηθήσουν μάλιστα στην κατανόηση της μικρής τους ιστορίας μας πληροφορούν λίγο πριν τους τίτλους τέλους ότι (ως ιδιωματισμός) το καναρίνι ανθρακωρύχου, σημαίνει καθετί του οποίου ο θάνατος ή η δυσφορία λειτουργεί ως έγκαιρη προειδοποίηση κινδύνου.

Μια νύχτα στο νεκροταφείο

13245 2

Ο ξενιτεμένος animator Στέλιος Πολυχρονάκης σκηνοθετεί ένα (ίσως υπερβολικά) γλυκό κινούμενο σχέδιο, βγαλμένο πιθανά από προσωπικά βιώματα, αλλά όχι ξένο και στα βιώματα καθενός από εμάς τους θεατές του. Όλοι λίγο-πολύ μεγαλώσαμε κοντά σε παππούδες περισσότερο ή λιγότερο παλιομοδίτες (δηλαδή τύπους-θεριά, “Θεριακάκης” ο μακαρίτης, που τα έλεγαν στους ξένους “τσεκουράτα”, για να θυμηθούμε και το υπέροχο “Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα”, αλλά έλιωναν από αγάπη για τη σύντροφο και τα λοιπά αγαπημένα τους πρόσωπα) και σε γιαγιάδες πραγματικές “κολώνες του σπιτικού”, οι οποίες και φρόντιζαν από ένα σημείο και μετά να συνεχίσουν τη φαμίλια, χωρίς να παραλείπουν ποτέ να ανάψουν κάθε εβδομάδα το καντήλι του χαμένου τους συζύγου στα Κοιμητήρια.

Εύστοχες οι νύξεις για τις δυσκολίες της ζωής γενικά, για τις μικρές φιλικές κοινωνίες των ελληνικών χωριών, όπου “το ένα χέρι νίβει το άλλο”, αλλά και... για τους κρητικούς κακοτράχαλους δρόμους. Με έντονα γλυκόπικρες σκηνές που διαδραματίζονται στο χώρο “ένθα απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός”, ο δημιουργός αυτού του animation δεν γυρίζει θρίλερ τύπου Στίβεν Κινγκ στα νεκροταφεία. Του αρκεί ένας άγριος σκύλος, ένας σεισμός (;) και ένα σπασμένο κάδρο με τη φωτογραφία του νεκρού για να φέρει ακριβώς αυτόν τον από μηχανής... νεκρό πρόσκαιρα στη “ζωή” και να θυμίσει ότι η αγάπη όλα τα νικά, φοβερά και τρομερά.

11.20 π.μ.

Κουβαλώντας τεράστια εμπειρία από τη μακρά ενασχόλησή του με τη μικρού μήκους ταινία, ο Δημήτρης Νάκος έρχεται να συνεχίσει επιτυχημένα με το “11.20 π.μ.”. Ο χώρος όπου διαδραματίζονται όλα είναι ένα δωμάτιο, σε ένα κλασικό αστικό σπίτι. Εκεί, παρά την ύπαρξη πόρτας ασφαλείας, η αλλοδαπή οικιακή βοηθός θα βρει πανικόβλητη την κυρία που φρόντιζε μέχρι πρότινος, η οποία έχει πέσει θύμα ληστείας. Και έτσι, χωρίς να έχει σχέση με τους κλέφτες αυτούς, θα μπλέξει...

Ο Νάκος τοποθετεί την ιστορία στο σήμερα (ή -για ακρίβεια- στο σήμερα του πρώτου έτους του κορωνοϊού), με το φόβο για τη νέα αρρώστεια να έχει αφήσει χωρίς δουλειά τις περισσότερες γυναίκες που εργάζονται σε σπίτια ηλικιωμένων. Αυτός ο φόβος και η ήδη προϋπάρχουσα κοινωνική και ρατσιστική προκατάληψη, στην περίπτωσή μας και σε πολλές άλλες υπαρκτές, οδηγεί πολλές φορές σε ενέργειες που φαίνονται εξοργιστικές, απαράδεκτες, άθλιες. Είναι έτσι; Μήπως η ανέχεια έχει αλλοιώσει κι αυτή με τη σειρά της τις ηθικές αντιστάσεις, μήπως υπάρχουν σύγχρονοι Γιάννηδες Αγιάννηδες (έστω πιο καλοντυμένοι από τότε) ανάμεσά μας, τους οποίους δεν θέλουμε να βλέπουμε ή να αντιλαμβανόμαστε το πώς και γιατί έφτασαν στο σημείο να παίρνουν το καρβέλι ψωμί (ή και κάτι περισσότερο), το οποίο έχουν ανάγκη;

Με εξαιρετικούς ρόλους να υπηρετούν το σενάριό του, προσεγμένη δουλειά σε λεπτομέρειες, ένταση που προκύπτει φυσικά και όχι προσχηματικά, αλλά και την ορθή διάρκεια για να σε “κρατήσει στην τσίτα” μέχρι τέλους, ο σκηνοθέτης καταγράφει εύστοχα την πραγματικότητα στην καημένη Ελλάδα του μ.κ. (μετά κορωνοϊό) χρόνου. Ανατρέπει όσα θέλουμε να πιστεύουμε και όσα είναι προφανή, αλλά αφήνει και μια πελώρια χαραμάδα ανθρωπιάς στο φινάλε, τόσο πελώρια ώστε να φαντάζει έως και σουρεαλιστική. Αυτή είναι και η μόνη του επιλογή που σηκώνει κουβέντα, αλλά ας την υιοθετήσουμε, δεν είναι μόνο χριστιανική επιταγή η βοήθεια στον έχοντα μεγάλη ανάγκη...

Pendulus

13336 5

“Γεια, είμαι ο Χρήστος και με το φίλο μου εκεί αναρωτιόμαστε αν εσύ και η φίλη σου θα θέλατε να κάνουμε παρέα”. Περίπου έτσι παρουσιάζεται το κεντρικό πρόσωπο της εξαιρετικής μικρού μήκους ταινίας του Δημήτρη Γκόση. Αφού αποτύχει στο ρόλο του ως greek kamaki, λίγη ώρα αργότερα σε έναν τυπικό έλεγχο της αστυνομίας κάπου στο δρόμο, μαθαίνουμε ότι το καμάκι δεν ήταν ελληνικό, αλλά αλβανικό, ότι ο Χρήστος δεν είναι Χρήστος αλλά Άρμπι.

Pendulus σημαίνει ταλαντευόμενος, κρεμάμενος. Από μια κλωστή ίσως. Εδώ ο ήρωάς μας δεν είναι ένας κλασικός Βορειοηπειρώτης, που ούτως ή άλλως δυστυχώς για τους Αλβανούς είναι Έλληνας και για τους Έλληνες Αλβανός (εκτός αν για χάρη του ακούγεται ο εθνικός μας ύμνος). Είναι παιδί Αλβανών, ζει όμως στην Αθήνα από δύο ετών, μεγάλωσε παρέα με τους Έλληνες συμμαθητές του, δεν θέλει να βιώνει το ρατσισμό και τη γκετοποίηση, νιώθει στο κάτω-κάτω κι αυτός Έλληνας, παρότι το διαβατήριο γράφει “Αλβανός”.

Αν στη “Διόρθωση” του Θάνου Αναστόπουλου πηγή έμπνευσης για το φιλμ ήταν φρικτό πραγματικό περιστατικό που προκλήθηκε από την ρατσιστική “πατριωτική” βία κατά ενός Αλβανού μετά από αγώνα με την Ελλάδα, εδώ το αντίστοιχο πραγματικό περιστατικό δεν αλλάζει την εθνικότητα του θύματος (είναι πάλι Αλβανός), αλλάζει όμως τους θύτες, που είναι επίσης Αλβανοί. Αλβανοί εναντίον Αλβανού, γιατί τόλμησε να αντιταχθεί στη δική τους “μεγάλη ιδέα”, στη δική τους μεγάλη Αλβανία. Τα φυντάνια του κακού, τα βλαστάρια του, δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο μιας χώρας και ενός έθνους.

Το πολύ έξυπνο σενάριο, που υπογράφει ο ικανότατος Κώστας Γεραμπίνης, εμπλουτίζει την ιστορία και με την αντίστοιχη τάση “απόσχισης” από την εθνική κοινότητα-μειονότητα μιας κοπέλας, σερβιτόρας που “γυαλίζει στο μάτι” του πρωταγωνιστή μας. Αυτή, η Έλενα, είναι επίσης Αλβανή, αλλά -πέραν της δουλειάς της- δεν συναναστρέφεται ποτέ με Αλβανούς. Προσπαθεί επίσης να ξεφύγει με το δικό της τρόπο από την περιθωριοποίηση όπως την αντιλαμβάνεται. Ίσως ετούτη η κοινή τους τάση για φυγή από τη μία ταυτότητα και για λήψη μιας άλλης να είναι ο πρόσθετος λόγος που ωθεί τον ήρωά μας στο “κυνήγι” της, που τον έλκει πιο κοντά της. Εκείνη, όμως, μένει πιστή στη ρότα της, δεν λοξοδρομεί, δεν απαντά σε οτιδήποτε θα την έκανε να παρεκκλίνει.

Παρότι προς το φινάλε έχουμε μάλλον αντιληφθεί τι πρόκειται να συμβεί, η ταινία του Γκόση (και το σενάριο του Γεραμπίνη) μας έχει αποζημιώσει ήδη αρκετά. Μας έχει υπενθυμίσει ότι, όπως έλεγαν οι αρχαίοι υμών πρόγονοι, αν προσπαθήσεις να ξεπεράσεις τα όρια που έχουν τεθεί -από τον όποιο θεό τότε, από τους ίδιους τους ανθρώπους σήμερα- διαπράττεις ύβρι και τιμωρείσαι σκληρά. Ποια ύβρις όμως; Είναι ύβρις τελικά η αναζήτηση της δικής σου ταυτότητας, απαγορεύεται ο αυτοπροσδιορισμός σου;

Toxic Magnus

Ο αυτοπροσδιορισμός, όταν έρχεται ως αποτέλεσμα μιας ζωής που έζησες υπό τις κατευθυντήριες και το φόβο των άλλων, είναι το θέμα και της ταινίας του Νάσου Γκατζούλη. Μιας ταινίας του εθνικού διαγωνιστικού προγράμματος, η οποία είναι σε αγγλική γλώσσα και αποτελεί συμπαραγωγή Δανίας, Η.Π.Α. και Ελλάδας. Έχοντας κάνει την πρεμιέρα του στο μεγάλο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ της Κοπεγχάγης, το αυτοβιογραφικό αυτό one man show, με τον Μάγκνους Γκουντμάνσεν στον ένα και μοναδικό “ρόλο”, εξιστορεί το πώς ο συγκεκριμένος έφτασε να είναι σήμερα σύμβουλος ζωής.

Πώς; Μέσα από τα δικά του βιώματα, που είχαν ως κύρια και αβάσταχτη πηγή εμπειριών και αποφάσεων την επιβολή από τον πατέρα του ενός macho ανδρικού προτύπου. “You are a sissy”, ή επί το ελληνικότερο “είσαι αδελφούλα”, ήταν η μόνιμη επωδός του γονιού που έβλεπε το παιδί του να ακούει κλασική μουσική, να διαβάζει σοβαρή λογοτεχνία και να ζωγραφίζει. Του άλλαξε ουσιαστικά, με μορφή bullying τα πάντα, τον ώθησε σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, ωσότου ο Μάγκνους βρήκε τρόπο να γίνει ο εαυτός του. Και για ποιον λόγο; Γιατί να είναι έτοιμος άραγε να πει “όχι ρε πούστη μου, με ανακάλυψαν”;

Με γραφή υβρίδιο, χωρίς να είναι ούτε ντοκιμαντέρ ούτε και μυθοπλασία, με σκηνοθεσία που ρέπει προς ένα μοντάζ εφετζίδικο και απολαμβάνει να στήνει πλάνα που να χτυπούν έντονα στο μάτι, η ταινία του Γκατζούλη έχει ένα πολύ ιδιαίτερο κι ενδιαφέρον θέμα, αλλά δεν υπηρετείται το ίδιο εύστοχα από τις επιλογές του δημιουργού της. Είναι ένα σινεμά με περιεχόμενο, αλλά που υποκύπτει σε εντυπωσιασμούς, που δεν αρκούν για να αναδείξουν την τοξικότητα που καταγγέλλει.

Homo perfectus

Το πρόγραμμα της Τρίτης, πρώτης μέρας του εθνικού διαγωνιστικού προγράμματος, έκλεισε με τρόπο εντελώς αντίθετο από εκείνον που άρχισε. Το “5 μ.μ παραλία” άφηνε υποσχέσεις, που σε μεγάλο βαθμό τηρήθηκαν από ταινίες όπως το “11.20 π.μ.” ή το “Pendulus”. Το φινάλε όμως με το “Homo perfectus” ήταν απολύτως απογοητευτικό. Έχουν περάσει περίπου 35 χρόνια από το “Φτιάχνοντας τον τέλειο εραστή” και δεν περιποιεί τιμή στη μικρού μήκους της Άλκης Πολίτη το γεγονός ότι θυμηθήκαμε με νοσταλγία την απλά ευχάριστη (τουλάχιστον) δουλειά της Σούζαν Σάιντελμαν. Ναι, προφανώς η προηγμένη τεχνολογία δεν θα δώσει ποτέ τον τέλειο εραστή ή την τέλεια ερωμένη, δεν θα καλύψει όλη τη γκάμα της ανθρώπινης φύσης για να σχηματίσει το τέλειο ταίρι. Αλλά... με αισθητική απωθητική και σενάριο που εξαντλείται στην πρώτη ιδέα, το “Homo perfectus” είναι απορίας άξιο πώς έφτασε να συμπεριλαμβάνεται στην τελική επιλογή.

Αναμνήσεις μιας εφηβικής καταιγίδας

12787 5

Γνώριμη του Φεστιβάλ Δράμας και των θεατών του, βραβευμένη και μη (καθώς η έξοχη “Προετοιμασία” της το 2017 πρώτα κέρδισε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη και κατόπιν αυτό ανακοινώθηκε ότι της αφαιρείται διότι είχε ήδη γυρίσει το 2013 το “And No More Shall We Part”!), η πολύ καλή ηθοποιός Σοφία Γεωργοβασίλη αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι είναι και μια από τις πλέον υποσχόμενες νέες δημιουργούς μας. Πίσω από την κάμερα, με φιλμ υπέροχο στα 16 mm, οι “Αναμνήσεις μιας εφηβικής καταιγίδας” είναι υπόδειγμα γυναικείας ευαισθησίας, η οποία δεν απαιτεί κανενός είδους ποσόστωση για να φτάσει να διαγωνίζεται -θέλουμε να πιστεύουμε με καλές πιθανότητες- και στο διεθνές διαγωνιστικό του φετινού Φεστιβάλ.

Μια μάνα μεταφέρει με το αυτοκίνητο τη 15χρονη κόρη της στο σχολείο. Μονολογεί συνεχώς, ενώ η μικρή προτιμά να αφοσιώνεται στους ήχους της μουσικής που έχει στ' αυτιά της. Ένας κυκλώνας έχει καταφθάσει στη χώρα, όπως ακούγεται στις ειδήσεις στο ραδιόφωνο. Και το όνομα αυτού του καιρικού φαινομένου, σύμφωνα με τη νέα μόδα άλλωστε; Ήβη. Η θεά της νεότητας, της ζωντάνιας. Αυτής που εκφράζεται προδήλως στα γυμνασιακά-λυκειακά χρόνια.

Η καταιγίδα με τους σφοδρούς ανέμους που εξαγγέλεται δεν θα χτυπήσει ποτέ την πόρτα της μεγαλούπολης. Όμως, μια καταιγίδα εξελίξεων που αφορά στην ηρωίδα μας, στην απώλεια που βιώνει γοερά ή πνιχτά και μοιράζεται μόνο με τους αγαπημένους της που τη συνοδεύουν στον χώρο “θυσίας” της για μια πρόωρη ενηλικίωση, είναι στο κέντρο της ιστορίας μας. Μιας ιστορίας της δεκαετίας του 2020, η οποία ωστόσο θα μπορούσε να διαδραματίζεται πίσω στα eighties λ.χ., όπου μας παραπέμπει και η επιλογή του 16mm φιλμ. Τι άλλαξε άραγε από τότε; Ίσως ότι στ' αυτιά είχαμε τα walkman. Ότι επίσης οι κίνδυνοι για όποιαν τολμούσε ότι η  νεαρή Άννα έχουν μειωθεί λόγω της εξέλιξης της ιατρικής. Όμως, δεν άλλαξε σχεδόν καθόλου η αδυναμία του περιβάλλοντος, στενού οικογενειακού ή και κλειστού κοινωνικού-σχολικού να αντιληφθεί τι “παίζει” ψυχοσωματικά σε ένα νέο κορίτσι.

Η εφηβική καταιγίδα της Άννας (αποκάλυψη η Δάφνη Πιλ) θα μείνει άγνωστη σε ανθρώπους που θα έπρεπε να την έχουν βιώσει μαζί της. Σε διάστημα μιας σχολικής μέρας, σε ένα σχολικό οκτάωρο, μια (ή μάλλον περισσότερες) ζωές σημαδεύονται για πάντα, αφήνοντας μικρότερα ή μεγαλύτερα τραύματα, που μόνο ο χρόνος ίσως επουλώσει. Και η ζωή συνεχίζεται, σαν να μη συνέβη τίποτα, σαν να μπορεί και το ζαρκαδάκι-Άννα να παγώσει την εγκυμοσύνη του και να την επαναφέρει όταν επιθυμεί, όταν τον χειμώνα διαδεχτεί η άνοιξη...

Δάφνη

Η εγνωσμένης αξίας Κύπρια δημιουργός Τώνια Μισιαλή επιστρέφει μετά το θρίαμβο της μεγάλου μήκους “Παύσης”, με τη 18λεπτη “Δάφνη” της (την υποδύεται η Νιόβη Χαραλάμπους, η οποία -όπως άλλωστε και η Στέλλα Φυρογένη στην “Παύση”- είναι εξαιρετική, αποδεικνύοντας την αναντίρρητη ικανότητα της σκηνοθέτιδος να φτιάχνει εξαιρετικά γυναικεία πορταίτα). Μια γυναίκα του σήμερα είναι η πρωταγωνίστρια της ιστορίας μας, χωρισμένη με παιδί, με το οποίο δεν μπορεί να επικοινωνήσει, μπλεγμένη -όπως όλοι μας- στα γρανάζια της εποχής του κορωνοϊού και της μάσκας, με εργασία κατά βάση από το σπίτι και τον υπολογιστή της. Είναι ο ίδιος υπολογιστής που τη βοηθά και στο να ανακαλύπτει ερωτικούς συντρόφους του one night stand, με τους οποίους αδυνατεί να ανταλλάξει κουβέντα.

Το φιλμ ξεκινά και τελειώνει με τη Δάφνη λαχανιασμένη πάνω στο ποδήλατό της να σταματά μπροστά σε ένα σκυλάκι. Το ενδιάμεσο φλας μπακ λειτουργεί απόλυτα ως προς το να μας παρουσιάσει ακριβώς ποια είναι η ζωή της. Στη μισή διάρκειά του είναι κινηματογραφικά άψογο, αλλά κάπου μετά τη μέση, το μοντάζ, θέλοντας να υπερτονίσει τη συχνότητα αλλαγής ερωτικών συντρόφων και το άψυχο των συνευρέσεων της ηρωίδας, αστοχεί, ουσιαστικά διακωμωδώντας την κατάσταση.

Ακολουθεί, βεβαίως, το πιο “ζεστό” και συναισθηματικό κομμάτι της ταινίας, αυτό που επιτρέπει, για πρώτη ίσως φορά (;), στη “Δάφνη” να νιώσει τι εστί αγκαλιά,τι διαφοροποιεί το σεξ από την αυθόρμητη έκφραση αγάπης και ευχαριστίας. Εκεί θα μπορούσαν να πέσουν οι τίτλοι τέλους, αλλά η Μισιαλή μας επιφυλλάσσει μια πραγματικά δυσάρεστη έκπληξη με το φινάλε, που λύνει και την εκκρεμότητα του αρχικού πλάνου. Υπάρχουν δύο ερμηνείες επ' αυτού, αμφότερες πολύ προβληματικές: α) Η θολωμένη Δάφνη παίρνοντας φόρα, αποφασίζει ότι δεν είναι καιρός για το καλό, για την αυθεντική αγκαλιά αγάπης, που δεν έχει καμιά σχέση με τη σκέτη σεξουαλική πράξη... ας μην αφήσουμε να χαλάσει τις συνήθειές μας, τη μιζέρια μας: αυτό δεν δικαιολογείται εύκολα από όσα έχουμε ήδη δει. β) Ακριβώς επειδή χάρη στο προηγούμενο ατύχημα ένιωσε τη ζεστασιά τούτη ενός ανόθευτου και ειλικρινούς εναγκαλισμού, προσπαθεί με ένα εσκεμμένο (μικρού μεγέθους, μια που το όχημά της είναι... ποδήλατο) νέο ατύχημα να εξασφαλίσει μια καινούρια, ίσως μόνιμη τέτοια ανθρώπινη προσέγγιση. Και τούτη η επιδίωξη, του καλού διαμέσου του κακού, δεν είναι ακριβώς ό,τι εννοούσαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι με το “Ουδέν κακόν αμιγές καλού”. Και μοιάζει αφάνταστα εξεζητημένη λύση στο προσωπικό της δράμα!

Η κούρσα

13231 6

Αν η “Δάφνη” κατέληγε με την επικράτηση του κακού στην ανθρώπινη φύση, “Η κούρσα” ξεκινά με τον ορισμό του κατά τα χριστιανικά πρότυπα. Ο ταξιτζής-πρωταγωνιστής μας οδηγεί το 666 όχημα, δεν μπαίνει μέσα στην εκκλησία, έχει χρόνο μόνο για να βλέπει ποδόσφαιρο και λοιπά αντίχριστα πράγματα. Ναι, ακούγονται λίγο κωμικά όλα αυτά, γι' αυτό και στο σχετικό ρόλο απαιτείται η παρουσία ενός ηθοποιού, που να εγγυάται ότι έχει κωμική δυνατότητα. Ο Μάκης Παπαδημητρίου είναι ιδανική επιλογή, καθώς και κωμικά είναι εξαιρετικός, αλλά και τη γκάμα διαθέτει για πολύ περισσότερα.

Έτσι, στα 15' διάρκειας αυτού του πολύ τρυφερού εντέλει φιλμ, γινόμαστε μάρτυρες της επικράτησης του καλού απέναντι στο κακό, με τη βοήθεια της Έλλης, μιας γηραιάς κυρίας, την οποία παραλαμβάνει για να μεταφέρει αφού ο ήλιος έχει δύσει. Στη δύση είναι και η ζωή της, γεμάτη αναμνήσεις, κάποιες σκόρπιες εκ των οποίων του αφηγείται κατά τη διαδρομή. Κι αν ο Φρίξος (αυτό είναι το όνομά του) δεν ήξερε το μύθο του Φρίξου και της Έλλης, δεν γνώριζε από πού πήρε το όνομά του ο Ελλήσποντος, έχει όμως κάπου, στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού (φοράει άλλωστε το μπλουζάκι του κορυφαίου δίσκου των Pink Floyd) κρυμμένη την καλή του φύση. Χρειάζεται κάποια να του θυμίσει λίγο τη μάνα του. Αυτό αρκεί για να αλλάξει προτεραιότητες...

“Η κούρσα” βιάζεται κάπως να τελειώσει, με αποτέλεσμα να μη γίνεται εντελώς πειστική η νίκη του καλού Φρίξου έναντι του κακού, μια νίκη-ανάσταση σαν του Λάζαρου (Χριστοδουλόπουλου;). Με τη βοήθεια και της Έφης Παπαθεοδώρου, πάντως, αυτό το road movie προς τη θεραπεία κάθε νόσου απολαμβάνεται ιδιαίτερα ευχάριστα, χωρίς να διεκδικεί δάφνες κινηματογραφικής πρωτοτυπίας. Δεν είχε τέτοιες φιλοδοξίες εξάλλου, κατάθεση ψυχής ήταν περισσότερο!

Τελευταία πνοή

Μετά τον οπωσδήποτε πρωτότυπο και προκλητικά κυνικό “Πρώτο έρωτα” ο Χάρης Ραφτογιάννης επιστρέφει με ένα ασπρόμαυρο (ως επί το πλείστον) νουάρ των πανδημικών καιρών, σαφέστατα εντυπωσιακά στυλιζαρισμένο και με νικολαϊδικές αναφορές στους περιθωριακούς της... διπλανής πόρτας. Υπάρχει κι εδώ έρωτας, υπάρχει ακόμα απελπισία. Οι ανυπότακτοι υποτάσσονται στη χρήση της μάσκας, ενώ αναπνέουν όσο ακόμα αντέχουν και συνεχίζουν μέχρι τελευταίας πνοής την απέλπιδα δική τους αντίσταση στο καθεστώς.

Με πολύ καλές ερμηνείες από τη Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, όπως και στην προηγούμενη ταινία του, στον πρωταγωνιστικό γυναικείο ρόλο, αλλά και από τον Αλέξη Καλοφωλιά, στον αντίστοιχο ανδρικό, ο Ραφτογιάννης καταθέτει μια πρόταση οπτικά εντυπωσιακή, που κινείται και πάλι στα όρια της παρωδίας των κινηματογραφικών ειδών, όπως και στο πρόσφατο παρελθόν του. Οι ήρωές του αναζητούν μια λύση που να ξεσκεπάσει έναν κόσμο απρόσωπο, ο οποίος δεν αφήνει να εκδηλωθούν τα ανθρώπινα συναισθήματα παρά μόνο μασκαρεμένα. Όπως και στο “5 μ.μ. παραλία” απαιτείται ένα φιλί της ζωής, αν και μάλλον είναι αργά, το χρώμα από τον κόσμο έχει χαθεί και η τελευταία εικόνα το διατρανώνει, θυμίζοντας πώς ήταν κάποτε η ζωή, για μια νέα που άκουγε Dead Moon...

Χυμός πορτοκάλι

Αφήνοντας πολύ καλές εντυπώσεις και αποσπώντας βραβεία για τη “Βούτα”, ο Δημήτρης Ζάχος επιστρέφει στη Δράμα με μια ταινία για τη μεγαλούπολη του σήμερα, την Αθήνα μετά τον κορωνοϊό. Βάζει στο κέντρο του κάδρου του έναν νέο άνθρωπο, φοιτητή που βγάζει μέρος των αναγκών του μοιράζοντας φυλλάδια, αποκομίζοντας ασήμαντα ποσά ως αμοιβή.

Τον παρακολουθεί να μιλά στο τηλέφωνο με τη μητέρα του (πολύ “εύκολες” ωστόσο οι μητρικές ατάκες), να κοιτά στα μάτια το αφεντικό αλλά να αποδέχεται την κοροϊδία στην αμοιβή, να επιζητά μια σχέση χωρίς τον φερετζέ της μάσκας. Τον παρακολουθεί ακόμα να “βουτά” (για να θυμηθούμε ξανά την προηγούμενη δουλειά του Ζάχου) την κάλπικη λίρα (50άρικο) που ουσιαστικά του προσφέρεται, να  απολαμβάνει τη συμμετοχή του σ' ένα γενικότερο θέατρο. Είτε αυτό που παίζει μπροστά του η γερασμένη και μοναχική ηθοποιός (εξαιρετική η Ανδρεαδάκη) είτε του παραλόγου της ζωής γύρω του.

“Το γλυκό πουλί της νιότης” αποδεικνύεται φυσικά πρόσκαιρο, η “Αντιγόνη” και οι διδαχές των αρχαίων τραγωδών μας είναι πάντα επίκαιρες. Είναι πολύ καλές λοιπόν οι προθέσεις, όμως αυτήν τη φορά όχι και η διεκπεραίωση. Δεν πείθουν λ.χ. πράγματα στο σενάριο, παρότι φέρει την υπογραφή του πολύ αξιόλογου Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου: Γιατί επιστρέφει σταθερά τα μη μοιρασμένα φυλλάδια, με επακόλουθο να μην πληρώνεται τον κόπο του; Πόσο εύκολα σε τόσο δύσκολους καιρούς η άλλοτε θεατρίνα αφήνει διαρκώς ανοιχτή την πόρτα, όσο κι αν έχει την ανάγκη να υποκριθεί ξανά ενώπιον του όποιου κοινού;

Είναι καλοδεχούμενη κάθε απόπειρα να εξεταστούν θέματα της -ούτως ή άλλως προβληματικής- εποχής μας, από την ημιαπασχόληση ως την ατέλειωτη μοναξιά. Πιστεύουμε ότι ο Ζάχος θα επανέλθει πολύ πιο εύστοχα πάνω σ' αυτά...

Κάκτος

Ο κάκτος είναι ένα φυτό ξεχωριστής ομορφιάς. Έχει όμως αγκάθια, δεν σου επιτρέπει να τον αγγίξεις παρά μόνο να τον θαυμάσεις. Κάπως έτσι πλάθει ο Δημήτρης Ζούρας τον πρωταγωνιστή του, σε επίπεδο ανθρώπινης προσέγγισης. Είναι ένας νέος που περιφέρεται από αρσενικό σαρκίο σε αρσενικό σαρκίο, με προφανή αδυναμία να φτιάξει πραγματική σχέση. Με την παρένθεση της αλμοδοβαρικών επιρροών σκηνής με τη γεματούλα φίλη του, που είναι και η μόνη με χρώματα έντονα και -παρά την αποχαιρετιστήρια κατάληξή της- χαρωπά, η υπόλοιπη μικρού μήκους δουλειά του σκηνοθέτη διαδραματίζεται είτε σε κατάλευκο σχεδόν κλινικό περιβάλλον είτε σε πολύ σκοτεινό και οι διαδρομές του κεντρικού χαρακτήρα προς την εύρεση τελικά του έρωτα είτε σε αγοραία και χυδαία είτε σε απλά εφήμερη (διαδικτυακή;) μορφή μοιάζουν και είναι αδιέξοδες.

Οι σύντροφοι της μιας βραδιάς αποδεικνύονται αποκρουστικοί και δήθεν, στον υπέρτατο βαθμό. Η σανίδα σωτηρίας του φινάλε, με έναν από μηχανής... γείτονα, αποτελεί αισιόδοξο κλείσιμο ματιού από τον Ζούρα, παρότι μπορεί να υπάρχει και μόνο στο φαντασιακό του ήρωα, ωστόσο όλα τούτα συντελούνται σε ένα φιλμικό περιβάλλον διόλου λειτουργικό, χωρίς ποτέ να μας επιτρέπεται να αντιληφθούμε το γιατί ο ήρωάς μας έχει φτάσει σ' αυτό το σημείο αναζητήσεων, γιατί το χέρι του είναι γεμάτο από εγκοπές αυτοκτονικής πρόθεσης, προτού του χτυπήσει το κουδούνι και τον επισκεφθεί η ευτυχία (;).

Μάγμα

Με μια ταινία πολύ διαφορετική από όλες τις υπόλοιπες που είδαμε ως τώρα ξεκίνησε την Πέμπτη το Εθνικό Διαγωνιστικό Τμήμα. Στο “Μάγμα” απουσιάζει κάθε μορφή διαλόγου, είναι ένα φιλμ όπου ακούγονται αποσπασματικά δύο-τρεις λέξεις, που αποτελούν κωδικούς επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, ή κυρίως κάποιοι -όχι όμορφοι στο αυτί- ήχοι. Η σκηνοθέτις επιλέγει να δώσει βάρος στην πρώτη και κύρια αίσθηση που απαιτείται στο σινεμά, δηλαδή στην όραση, φτιάχνοντας πλάνα εντυπωσιακά και αφήνοντας στους οφθαλμούς μας να ερμηνεύσουν το πώς και γιατί της ιστορίας που αφηγείται.

Μεγάλος χορηγός των εικόνων της είναι... η Μήλος, με την αδιανόητη απόκοσμη ομορφιά του τοπίου της. Η πραταγωνίστριά της, μια επιστήμων ενός μακρινού (;) μέλλοντος, έρχεται σε επαφή -ίσως καλώντας το άναρθρα- με ένα εξωγήινο πλάσμα, ένα πλάσμα που ίσως ήρθε από τον ουρανό,  ίσως όμως και από τα έγκατα της γης. Δεν είναι άλιεν, τύπου Ρίντλεϊ Σκοτ, ούτε “E.T.” τύπου Στίβεν Σπίλμπεργκ. Δεν γεννιέται για να μας τρομοκρατήσει ούτε για να μας... εξανθρωπήσει με την καλοσύνη του. Μπορεί ωστόσο κι αυτό να παίρνει ζωή από τις πλέον μύχιες σκέψεις μας, να είναι η απεικόνιση του εαυτού μας, του άλλου μας εγώ. Κι αυτό χαροποιεί, αλλά και φοβίζει επίσης!

Η επιστημονική φαντασία είναι ένα είδος στο οποίο δεν έχουμε δει να κατατίθενται και τόσες ελληνικές προτάσεις, πόσω μάλλον σε μικρού μήκους έργο. Ήδη, επομένως, αυτή η ταινία κερδίζει την προσοχή μας, κόντρα στη μάλλον ερμητική ανάλυση των συμβάντων της. Άλλωστε, μια από τις ομορφιές της έβδομης τέχνης (και κάθε Τέχνης) είναι ότι ο θεατής ενίοτε βλέπει ό,τι εκείνος θέλει. Και στο “Μάγμα” της Λίας Τσάλτα αυτή η δυνατότητα του παρέχεται χωρίς καμία φειδώ!

Τίποτα πιο ιερό από ένα δελφίνι

Άλλη μια γυναικεία παρουσία ακολούθησε αυτήν της Λίας Τσάλτα. Αυτήν τη φορά ήταν η Ισαβέλλα Μαργάρα, που πρωτογνωρίσαμε εδώ στη Δράμα με το πολύ ιδιαίτερο “54 / Η τυφλή χελώνα και η απέραντη θάλασσα”. Τι συνδέει τις δύο ταινίες της; Η θάλασσα, η οποία δίνει τροφή για ιστορίες, σαν αυτήν που σκηνοθετεί εδώ παίζοντας τόσο με τις έννοιες της αφήγησης και κάθε μορφής (ανα)παράστασης όσο και της λαϊκής δοξασίας.

Αν στο “54” τόπος δράσης ήταν ένα ασανσέρ, όπου είχε ουσιαστικά εγκλωβιστεί η ηρωίδα με τον επικίνδυνο κατά τα φαινόμενα άγνωστο, στο “δελφίνι” όλα εκτυλίσσονται σε ένα ψαροχώρι και συγκεκριμένα σε έναν καφενέ. Απουσιάζει το στοιχείο του θρίλερ, καθώς όλα όσα βλέπουμε είναι πιο “στημένα” και θεατρογενή, υπάρχει ωστόσο “δράση” έστω κι αν αυτή προκύπτει μόνο μέσα από το φαντασιακό των ψαράδων ή -αν προτιμάτε- από τους θρύλους που συνοδεύουν κάθε ναυτικό τοπωνύμιο. Όταν υπάρχει αδιέξοδο, όταν η φύση αντιδρά στην κακοποίησή της από τον άνθρωπο, απαιτείται η επιστροφή στις αρχές και στην ηθική που μοιάζει να ξεχάστηκε, να παραδόθηκε απλά στη σφαίρα των θρύλων. Αναβιώνοντας το παρελθόν, ανατρέχοντας στην ιστορία και την παράδοση, υπάρχει η πιθανότητα για μια κάποια λύση...

Είναι προφανές το οικολογικό μήνυμα, για τη σωτηρία της φύσης και των πλασμάτων της, χάρη στην οποία θα μπορούμε να ελπίζουμε και για τη σωτηρία ημών των ανθρώπων. Είναι εξίσου προφανές ότι η σκηνοθέτις -που τυγχάνει και γιατρός-παθολόγος (!)- εδώ αναζητά με το τελικό της πλάνο διέξοδο στην ανοιχτωσιά του υγρού στοιχείου, στη μήτρα της ζωής που είναι το νερό, αλλά και κλείνει το μάτι στις απανταχού γυναίκες: όπως τα δελφίνια, πρέπει κι αυτές να τις προστατεύουμε ως “ιερές” για τη συνέχισή μας!

Το πέταγμα του πιγκουΐνου

Οι πιγκουΐνοι είναι πουλιά. Όμως δεν μπορούν να πετάξουν...

Με αυτή τη φράση ξεκινά η τρυφερή ταινία της Στέλλας Σεράφογλου. Μια κοπέλα που μπαίνει στην εφηβεία της έχει όλη την όρεξη για να καταπιεί τον κόσμο, να απολαύσει κάθε χαρά της ζωής. Όμως, στην περίπτωσή μας, δεν δύναται να το κάνει, δεν της το επιτρέπει η κατάσταση στο σπίτι της.

Βλέπει στην τηλεόραση (κι εμείς το βλέπουμε μαζί της) ένα πολύ διδακτικό ντοκιμαντέρ για τους πιγκουΐνους. Οι πιγκουΐνοι είναι αδιανόητα πιστοί στους συντρόφους τους, μένουν δια βίου κοντά τους, όπως και κοντά στα αυγά τους ή στα πιγκουϊνάκια τους. Απομακρύνονται μόνο σε συγκεκριμένες περιόδους κι αυτό συμβαίνει για να βρουν τροφή, να θρέψουν όλη τη φαμίλια.

Όμως, εδώ οι “πιγκουΐνοι”-γονείς της Έλλης δεν είναι συνεπείς ως προς αυτό. Η μητέρα βρίσκεται αλλού, αισθανόμαστε (όπως και η ηρωίδα μας) την παρουσία της μόνο δια του τηλεφώνου, μόνο μέσω της φωτογραφίας στην οθόνη του κινητού. Ο πατέρας είναι παρών, αλλά και απών, ποτέ δεν είναι βέβαιο τι ώρα θα αφιχθεί στο εξοχικό και τι ώρα θα ξαναφύγει. Μητέρα και πατέρας βρίσκονται εμφανώς σε διάσταση, ακόμα κι αν τάχα της το κρύβουν. Αυτοί οι πιγκουΐνοι χωρίζουν...

Η σκηνοθέτις ευτυχεί να έχει στο κέντρο της κάμεράς της μια πολύ ταλαντούχα πιτσιρίκα, τη Γιασεμή Λαμπρίδη, που στηρίζει εξαιρετικά το όλο φιλμ. Είναι φυσική, όχι επιτηδευμένη, δεν φαντάζουν οι κινήσεις και τα λόγια της ως προϊόν υποβολής ή αμέτρητων προβών, ακόμα κι αν είναι. Έχει κάθε λογική ανησυχία και παρόρμηση, “μεγαλώνει” μπροστά στον καθρέφτη της όταν είναι μόνη στο σπίτι, παρακούει εσκεμμένα τον μπαμπά της (όχι πειστικός ο πατρικός ρόλος του Γιώργου Γάλλου), για να του υπενθυμίσει αυτό που εκείνος σχεδόν αφελώς της λέει: “Πρέπει να σκεφτόμαστε και τους άλλους όταν κάνουμε κάτι”. Θέλει δική της την καρδιά του καρπουζιού, όπως θέλει την καρδιά των γονιών της, την προσοχή τους, την αφοσίωσή τους σ' αυτήν. Αυτήν την αφοσίωση που δείχνουν οι πιγκουΐνοι...

Όταν ακόμα και η αγαπημένη της γατούλα παρασυρθεί από το νέο περιβάλλον και την εγκαταλείψει, η μικρή Έλλη θα συνειδητοποιήσει για άλλη μια φορά πόσο μοναχικά περνά ετούτο το καλοκαίρι της ζωής της, θα στραφεί στη θάλασσα, θα κολυμπήσει πιο βαθιά και πιο επικίνδυνα από το προβλεπόμενο για την ηλικία της, όπως οφείλει πρόωρα να πράξει και στην καθημερινότητά της...

Παπαρούνες και πάπιες

Η τέταρτη ταινία του προγράμματος της Πέμπτης και τέταρτη γυναικεία σκηνοθετική δουλειά είναι  της Χρηστίνας-Καλλιρόης Γαρμπή και λέγεται “Παπαρούνες και πάπιες” . Ας ξεκινήσουμε με την πηγή έμπνευσης. Το ιταλικό παιδικό τραγουδάκι “Papaveri e papere”, που ακούμε κιόλας περίπου στο μέσο του φιλμ, γέννησε τη θεματική του “Παπαρούνες και πάπιες”. Ένα άλλο τραγούδι, το υπέροχο “Κάπου υπάρχει η αγάπη μου” του Μάνου Χατζηδάκι κατηύθυνε τη σκηνοθέτιδα για την πρώτη μικρού μήκους της, το “Τώρα που είναι άνοιξη”, με τη θάλασσα και το υγρό στοιχείο να κυριαρχούν στα πλάνα και των δύο.

Στα της υπόθεσης τώρα, σε μια εποχή πολύ κοντά στη σημερινή, το καθεστώς απαγορεύει ακόμα και την είσοδο σε θάλασσες, ποτάμια ή λίμνες, δεν μπορεί δηλαδή κανείς να κολυμπήσει χωρίς πρόστιμο, που του επιβάλλεται από το άγρυπνο μάτι των ναυαγοσωστών. Έτσι η δημιουργός του φιλμ ασκεί ουσιαστικά από το πρώτο πλάνο κριτική στη στάση του κράτους στο θέμα του κορωνοϊού, με την εισπρακτικού τύπου λογική για τους παραβάτες και τις ποινές τους.

Η συνεχής αντιδραστικότητα στις φαύλες πολιτειακές επιταγές, την οποία επιδεικνύει η πρωταγωνίστρια της ιστορίας δεν είναι ωστόσο παρά η προσπάθειά της να αντισταθεί με τον όποιο τρόπο στην αποξενωμένη ζωή της. Αποξενωμένη ακόμα και από τη μητέρα της, καθώς στο κέντρο του κάδρου έρχεται γρήγορα η έλλειψη σχέσεων μεταξύ τους, η αδυναμία οποιασδήποτε ειλικρινούς επικοινωνίας. Και από νωρίς αντιλαμβανόμαστε ότι το φιλμ είναι ένα οικογενειακό δράμα, που δεν επιλέγει τη λογική της επίκλησης του συναισθήματός μας, αλλά καταγράφει αρκετά ψυχρά (γι' αυτό και όχι πολύ φιλικά προς τον θεατή) μια εξίσου ψυχρή σχέση μάνας – κόρης.

Από τη μία η κόρη καταφεύγει στη μητρική αγκαλιά μόνο για να ζητήσει οικονομική βοήθεια (ή τουλάχιστον έτσι ισχυρίζεται), από την άλλη η μάνα τη δέχεται μόνο για να την κατακρίνει, αφού της θυμίσει ότι κάποτε αποτελούσαν μια πραγματική οικογένεια και ότι άλλα σχέδια είχε (η κόρη ή μήπως η ίδια η μητέρα;) γι' αυτήν.

Αφού επέλθει για άλλη μια φορά η σύγκρουση, ακολουθεί η επαναπροσέγγιση, πλέον από τη μεριά της μητέρας. Ξέρει πού θα τη βρει, φαντάζεται τι σκέφτεται για άλλη μια φορά να κάνει. Όμως και η κόρη αποφασίζει να ξεπεράσει πια απόλυτα τις συμβάσεις, να ελευθερωθεί από αυτές, να ξεγυμνωθεί -όχι σωματικά, αλλά ψυχικά- μπροστά στη μαμά της. Εκείνη είναι έτοιμη να πράξει το ίδιο, θα κολυμπήσει στα βαθιά της σχέσης τους ή απλώς θα βρέξει λίγο τα πόδια της;

Τσίχλα τσιγάρο

Με μια πολύ όμορφη ταινία έκλεισε η πιο γυναικεία μέρα στην ιστορία του Φεστιβάλ Δράμας, με 5/5 ταινίες να μην έχουν τη συνήθη ανδρική υπογραφή. Πρέπει να ομολογήσουμε ότι και ποικιλομορφία υπήρχε στη θεματολογία και στη γραφή, αλλά και υποσχέσεις αφήνουν ορισμένες δημιουργοί, όπως στην περίπτωσή μας η Αντζελίκα Κατσά. Έχοντας ως βοήθεια την πολύ καλή πρωταγωνίστριά της,  Άννα Μάντιτς, αλλά και μια υπέροχη μικρή να πιπιλίζει την “Τσίχλα τσιγάρο” της (Σοφία Λαμπρινού), σκηνοθετεί ένα road movie από την Ελλάδα στη Σερβία, με μάνα και κόρη στο αυτοκίνητο να αγαπιούνται, αλλά και να μην συνεννοούνται.

Ίσως να φταίει ότι το παιδάκι μιλά περισσότερο την πατρική ελληνική γλώσσα, ενώ η μαμά του προτιμά τη μητρική σέρβικη, ίσως πάλι απλά -όπως άλλωστε λέει και η ηρωίδα μας, μιλώντας στο τηλέφωνο με τη δική της μητέρα- να μην είναι καθόλου εύκολο να εξηγήσεις σε ένα παιδί τι συμβαίνει στον κόσμο των μεγάλων, γιατί και πώς μπορεί να χωρίζουν οι γονείς του.

Χωρίς να πέφτει ποτέ σε επίπεδα άσκοπου και πλεονάζοντος μελοδραματισμού, αλλά προκαλώντας το λογικό και θεμιτό συναίσθημα του θεατή, η Κατσά διηγείται πειστικά την απόδραση από έναν τόπο για έναν άλλο, την καταφυγή πίσω στα χώματα και στους ανθρώπους που μπορούν να υποστηρίξουν μια φορτισμένη -και όχι χωρίς άμεσες επιπτώσεις- απόφαση. Με ιδιαίτερα πετυχημένη μουσική επένδυση και παρότι κάποια στοιχεία στην κατασκευή (π.χ. η πλήρης απουσία άλλων ανθρώπων στο ξενοδοχείο του απολαυστικού στο σύντομο πέρασμά του μπροστά από το φακό Αντώνη Τσιοτσιόπουλου) επιδέχονται βελτίωση, αυτό που αφήνει ως γεύση η ταινία είναι όσο γλυκιά η σχέση της κόρης με τη μητέρα κι όσο πικρή η απομάκρυνσή της από τον πατέρα...

Χλώριο

Μετά από την “ημέρα της γυναίκας”, με τις 5/5 ταινίες της Πέμπτης από θηλυκά χέρια, το πρόγραμμα της Παρασκευής ξεκινά με μια ανδρική υπογραφή, αυτήν του Θάνου Ψυχογυιού. Όπως συνηθίζει ο σκηνοθέτης, το σενάριό του βασίζεται σε ένα λογοτεχνικό έργο, στο διήγημα της Ειρήνης Μαργαρίτη “Ο άνδρας και το κορίτσι”, σε “μια πολύ πιστή αλλά και ταυτόχρονα μια πολύ ελεύθερη διασκευή”, κατά δήλωση του ιδίου.

Η προσέγγιση είναι γραφής “greek weird wave”, με κινηματογράφηση προσεκτική στην τοποθέτηση του κάδρου και έντονη αποδραματοποίηση. Η κατασκευή αυτή, ωστόσο, όπως σε πολλές από τις ταινίες αυτού του σινε-ρεύματος, ξεπερνά σε μεγάλο βαθμό το όριο αποδοχής της αποστασιοποίησης και της κατάψυχρης περιγραφής.

Την Πέμπτη οι ταινίες που είδαμε δια γυναικείου χειρός είχαν ως κοινό χαρακτηριστικό ότι εντέλει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, καταδείκνυαν την αγάπη μάνας-κόρης, ακόμα κι αν η σχέση είχε περάσει από 40 κύματα. Εδώ, δυστυχώς, ο ρόλος του πατέρα και η όλη συμπεριφορά του, πέρα από το να εξυπηρετεί το στιλ του σκηνοθέτη, με πλάνα επιτηδευμένα παγερά και βλέμμα αχαρακτήριστο, είναι το ίδιο διακοσμητικός με το πολυτελές σπίτι που φιλοξενεί την ιστορία μας. Μια ιστορία αδυναμίας επικοινωνίας πατέρα-κόρης, αδυναμίας να αρθρώσουν πάνω από δυο τρεις φράσεις, με περίσσιο κόπο, στα έσχατα λεπτά του φιλμ. Κατά πόσο μπορεί να σε αγγίξει μια παρόμοιας αισθητικής δουλειά; Περί ορέξεως...

Fault

Η Κατερίνα Παπαναστασάτου σκηνοθετεί μια ταινία ενοχών, ομολογιών και τιμωριών. Μια ταινία σχέσεων ενδοοικογενειακών, η οποία διαφοροποιείται από τις υπόλοιπες που έχουμε δει ως τώρα στο Φεστιβάλ στο ότι δεν παρακολουθεί τη σχέση πατέρα ή μητέρας με παιδί, αλλά τη σχέση παππού – εγγονής.

Βασισμένο στο θεατρικό έργο του Γιάννη Τσίρου “Τα μάτια τέσσερα”, το “Λάθος” πραγματεύεται τη δυνατότητα επανόρθωσης ακριβώς αυτού, δηλαδή ενός “λάθους”. Λάθος κάνει η ηρωίδα κλέβοντας καταρχάς, κλωτσώντας το όργανο του νόμου στη συνέχεια. Λάθος κάνει η αστυνομικός, διότι εξαντλώντας τη “by the book” θέση της ως κατηγόρου, προσπαθεί μέχρι τέλους να μεγιστοποιήσει ουσιαστικά την ποινή στην κοπέλα. Λάθος κάνει, όμως, κυρίως ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Δημήτρης Καταλειφός, σε καθετί από την αρχή ως το τέλος, από την απόπειρα δωροδοκίας ως και την αποκάλυψη σ' εμάς, την παραδοχή ενώπιον του Θεού (και μόνο) του παρελθόντος και των γενεσιουργών αιτίων της συμπεριφοράς της εγγονής. Ας μη συζητήσουμε καν, φυσικά, το αν έχει διαπράξει απλά ένα... λάθος σε βάρος της μικρής, ζούμε σε μια εποχή όπου αυτά τα τραγικά βιώματα (με το γενικευμένο όρο “me too”) βγαίνουν στο φως ολοένα και περισσότερο!

Οι καλές προθέσεις της δημιουργού είναι δεδομένες, αλλά δεν επαρκούν σε επίπεδο κινηματογραφικό. Ούτε η σκηνή στο Τμήμα πείθει ιδιαίτερα ούτε και το φινάλε στο δικαστήριο, παρότι φανερώνει την ανικανότητα του (με πολλά εισαγωγικά) ήρωα να διορθώσει -όσο διορθώνεται κάτι τόσο ειδεχθές όσο αυτό που αφήνεται να εννοηθεί ότι έπραξε.

Enomena

Η Φαίδρα Βόκαλη, την οποία γνωρίζουμε όλοι εδώ και πολλά χρόνια κυρίως ως παραγωγό σε αρκετές άλλοτε απλά ενδιαφέρουσες κι άλλοτε πολύ αξιόλογες ταινίες του σύγχρονου ελληνικού σινεμά, κάθεται εδώ στην καρέκλα του σκηνοθέτη. Και, ανεξάρτητα αν έχουμε επιμέρους αντιρρήσεις για σκηνές σαν εκείνη με την εμφάνιση της “γοργόνας”- “φίλης”, η οποία μοιάζει μάλλον αχρείαστη και δεν βοηθά ούτε σε επίπεδο “ιδεολογικής στράτευσης”, φανερώνει ότι ξέρει να οργανώνει τα πιστεύω της και να τα μετασχηματίζει σε κινηματογραφική γλώσσα, να παίζει μάλιστα έξυπνα με τη φύση και τις ιδιαιτερότητες κάθε ύπαρξης που φιλοξενείται σ' αυτήν, αλλά και με τις λέξεις.

Enomena, δηλαδή ενωμένα στη γλώσσα της εποχής, τα grenglish. Ενωμένα, όπως τα χέρια των δύο κοριτσιών, που αποφασίζουν στο φινάλε αυτού του μικρού μήκους φιλμ να αφήσουν το σκοτάδι και να βγουν στο φως. Ενωμένα, όπως νωρίτερα όλα τα καλόπαιδα, που έστησαν το μεγάλο κόλπο για να κάνουν κακό στη διαφορετική συμμαθήτρια. Ενωμένα, τέλος, όπως πρέπει να είναι τα ζωντανά “μικρά ψάρια” για να επιβιώσουν από το κυνήγι των μεγάλων.

Enomena, λοιπόν, αλλά εντέλει όχι τυχαία γραμμένο σε grenglish. Enomena γιατί αν διαβάσεις αντίστροφα τη λέξη θα σχηματιστεί η Anemone, η ανεμώνη. Η ανεμώνη είναι ένα άνθος πανέμορφο, αλλά ενίοτε δηλητηριώδες αν επιχειρήσει κανείς να το γευθεί. Ετυμολογικά παραπέμπει ευθέως στον άνεμο, είναι “παιδί” του, εμφανίζεται όπου φυσά εκείνος. Αυτό τουλάχιστον ήταν που οδήγησε στη “βάφτισή” της από τους αρχαίους, ενώ οι λαϊκές δοξασίες τη συνδέουν και με την άτυχη αγάπη.

Ανεμώνες υπάρχουν και θαλάσσιες, όμως είναι μια άλλη περίπτωση, δεν πρόκειται πλέον για φυτά, αλλά για ζώα και μάλιστα σαρκοφάγα, που ξεγελούν με την ομορφιά τους και απλώνουν θανατηφόρα τα πλοκάμια τους. Η θαλάσσια ανεμώνη είναι ένα άκρως ενδιαφέρον είδος του υδρόβιου βασιλείου, καθώς παράλληλα λειτουργεί επιλεκτικά στην τροφή της, αφήνει κάποια μικρά ψαράκια ανέγγιχτα, αντιθέτως μάλιστα τα προστατεύει και ζουν ελεύθερα με τη βοήθειά της, όπως το ψάρι-κλόουν.

Όλα αυτά τα εξηγεί η μια κοπέλα (αυτή που έχει κατασταλάξει στις ερωτικές της επιλογές) στην άλλη, στο χώρο ενός ενυδρείου, σε μια κλειστή δηλαδή κοινωνία, όπως είναι και η σχολική. Μέσω αυτών και η δημιουργός του φιλμ επιχειρηματολογεί προφανώς, περί της ύπαρξης “διαφορετικότητας” και μη ομοιομορφίας στην ίδια τη φύση...

Ποια είναι η θαλάσσια ανεμώνη και ποιο το ψάρι-κλόουν στην ιστορία μας; Τροφή για περαιτέρω σκέψη, μετά την έξοδο στο φως, αλατοπίπερο στη συνταγή της Βόκαλη. Γιατί το πιπέρι έχει και καλύτερες χρήσεις από το σπρέι τύφλωσης...

Under the lake

13668 7

Ας ξεκινήσουμε με μια ερώτηση που δεν απευθύνεται μόνο στον δημιουργό του Under the lake, αλλά και σε άλλους που έχουν ταινίες εδώ στη Δράμα: για ποιο λόγο δεν υπάρχει ελληνικός τίτλος; Δεν απαγορεύει κανείς την ύπαρξη του αγγλόφωνου, αλλά σε τι θα έβλαπτε το “Κάτω από τη λίμνη”;

Είχαμε γνωρίσει τον Θανάση Τρουμπούκη από το πολύ φιλόδοξο “Sable noir” (“Μαύρη άμμος” η μετάφραση), το 2019, όπου είχε επιλέξει να θολώνει τα πλάνα του, ώστε να δυσκολευόμαστε -όπως και οι ήρωές του- να αντιληφθούμε ταχέως τι απ' όσα βλέπουμε είναι πραγματικό και τι φαντασιακό. Εδώ δεν κάνει κάτι ανάλογο, αλλά διαλέγει τα 16mm και με την έξοχη φωτογραφία του Κωνσταντίνου Κουκουλιού καταγράφει το τέλος μιας μικρής πατρίδας, ενός ορεινού χωριού που πλέον το καταπίνει μια λίμνη.

Δεν χρειάζονται πολλές εξηγήσεις γιατί συμβαίνει αυτό, ένα φράγμα είναι σχεδόν πάντα η αιτία. Ένα τοπωνύμιο στο χάρτη έσβησε για να εξυπηρετηθούν προφανώς κάποιες ανάγκες, αλλά δεν πρέπει να σβήνουν μαζί και οι μνήμες. Μνήμες, όπως εκείνη με τη γυναίκα που υφαίνει τον αργαλειό, η άλλη με τη στάνη και τον κτηνοτρόφο που φυλάει τα ζωντανά του, μια τρίτη των δύο  κυνηγών με τα σκυλιά τους στο βουνό. Το αλλοτινό λιβάδι δακρύζει, όπως θα έλεγε κι ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, καθώς τα γηρασμένα πρόσωπα ανακαλούν τις θύμησες αυτές. Θύμησες κι από την εκκλησία, με τα κεριά, που θαρρείς πως θα κάψουν ό,τι κλαδί ή δέντρο απέμεινε από την ευτυχία του τότε.

Δύσπεπτο και βαρύ, βουβό από άποψη διαλόγων, το προσεγμένο ντοκιμαντέρ του Τρουμπούκη μιλά ίσως γενικότερα για την παλιά Ελλάδα. Αυτήν που κάηκε ή πνίγηκε και δεν υπάρχει πια...

Kiddo

Δύο ζευγάρια. Το ένα χωρίζει, μαλώνει, στο χώρο του άλλου. Το άλλο μοιάζει να εκπλήσσεται, αλλά τελικά... τα φαινόμενα απατούν. Όσα θα αποκαλυφθούν είναι φαιδρά, μοιάζουν σκηνές μιας σαπουνόπερας-παρωδίας. Και πράγματι τέτοια είναι, αφού από το πρώτο πλάνο βλέπουμε κακοφτιαγμένα μακιγιάζ, ψεύτικα προσωπεία κτλ. Είναι κι αυτός ένας τρόπος για να παίξουν τα παιδιά την ιλαροτραγωδία του κόσμου των μεγάλων, με την ψευτιά στις σχέσεις ή τα βαθιά κρυμμένα μυστικά.

Όταν οι μικροί και οι μικρές ηθοποιοί ματώσουν, αφαιρώντας τις μάσκες που φορούν, όταν γίνουμε μάρτυρες του τρόπου με τον οποίο γυρίζεται ένα τέτοιο φιλμ (θα μπορούσε να είναι και μια θεατρική παράσταση), τότε υποτίθεται ότι έχουμε λάβει και το μήνυμα που μας στέλνει ο δημιουργός του. Μόνο που υπάρχει και η αισθητική, την οποία και αναζητούμε με οδύνη...

Tokakis or What's my name

Το 2017 μια ταινία μας εξέπληξε ιδιαίτερα ευχάριστα εδώ στη Δράμα. Επρόκειτο για ένα mockumentary, ένα ψευδοντοκιμαντέρ δηλαδή, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χαριτίδη. Πρωταγωνιστής ήταν ένας “φτωχός και μόνος καουμπόης”, όπως θα έλεγε ο Λούκι Λουκ ή θα τραγουδούσε στη δική του Ντόλι ο Λουκιανός Κηλαηδόνης. Ένας τύπος που πάει σε talent show για να δικαιωθεί ως ο τελευταίος των καουμπόηδων... στην Ελλάδα. Τέρμα γραφικός, αλλά όχι φτιαχτός, έχει πλάσει στο νου του έναν άλλο κόσμο, με αποτέλεσμα να διεκδικεί μεν το μερίδιό του στη δημοσιότητα, να τον εκμεταλλεύονται και να τον ξεπετάνε μετά δε...

Ο σεναριογράφος εκείνου του φιλμ, ο Θάνος Τοκάκης, φαίνεται πως έχει μια έλξη στα ψευδοντοκιμαντέρ! Έτσι, σε δική του πια σκηνοθεσία, αλλά και ερμηνεία, σε one man show δηλαδή, καταγράφει τώρα την Οδύσσεια ενός αποτυχημένου, one hit wonder όπως αποκαλούν οι Αμερικανοί όσους έκεναν μια και μόνη επιτυχία και μετά εξαφανίστηκαν, τους ταυτίζει κανείς αποκλειστικά μ' αυτήν. Αυτό συμβαίνει και με τον “Αχιλλέα” του “50-50”, ουδείς ασχολήθηκε πριν ή μετά με τον ηθοποιό, ο οποίος μπορεί να παίξει και τραγωδία... επειδή είναι πια τραγικός!

Εύστοχες ατάκες δικές του -ή φράσεις άλλων περίφημες- εκστομίζονται συχνά, απόπειρες να αναγνωριστεί ως ο Τοκάκης κι όχι ο Αχιλλέας ο καρπαζοεισπράκτορας γίνονται, αλλά το πεπρωμένο φυγείν αδύνατο. Όπου κι αν πάει η Ελλάδα (μόνο; μήπως είναι άδικος ο γεωγραφικός προσδιορισμός;) τον πληγώνει.

Δεδομένης της απουσίας του στοιχείου της έκπληξης, το οποίο μας επιφύλασσε στον “Καουμπόη” η διαφορετικότητα της ταινίας, το “Tokakis or What's my name” δεν πηδά πάνω από τον πήχυ όπως τότε, καθώς επαναλαμβάνει περίπου τη συνταγή, παραδίδοντας μάλλον ξαναζεσταμένο φαγητό.

Στο θρόνο του Ξέρξη

Αφού στο “Motorway 65” μας αφηγήθηκε μια ιστορία περίπου “Ρωμαίου και Ιουλιέτας” ή “West side story” (και πασπάλισμα” “Από την άκρη της πόλης”), με χωροχρόνο δράσης τον Ασπρόπυργο του 2020, η Εύη Καλογηροπούλου επιστρέφει φέτος καθήμενη “Στο θρόνο του Ξέρξη”. Μετά από τη συμμετοχή στο επίσημο διαγωνιστικό μικρού μήκους των Καννών τότε, τώρα είχε σειρά η προβολή στην Εβδομάδα Κριτικής, αλλά κυρίως το βραβείο του Canal+, το οποίο αποκόμισε.

Από τον Ασπρόπυργο στο Πέραμα, από τη μία υποβαθμισμένη λαϊκή συνοικία στην άλλη: η σκηνοθέτιδα διαλέγει πάλι έναν τόπο όχι χλιδάτο, καταφρονεμένο, της εργατικής τάξης. Απαγορεύεται το άγγιγμα ανθρώπου σε άνθρωπο εκεί, σε ένα όχι μακρινό μέλλον. Απαγορεύεται δηλαδή ουσιαστικά μία από τις αισθήσεις, η αφή, γιατί συχνά έχει να κάνει με την ερωτική επιθυμία ή έστω με τη στοργή. Κόσμος χωρίς επαφή του ενός με τον άλλο, κόσμος που εντάσσεται στην άποψη της δημιουργού για μια φουτουριστική δυστοπία.

“Στην εργασιακή δυστοπία των ναυπηγείων του Περάματος, η χρόνια απαγόρευση της σωματικής επαφής έχει μετατρέψει τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις σε απόκοσμες προσομοιώσεις ενός καταπνιγμένου αισθησιασμού που υπερβαίνει τα ετεροκανονικά στερεότυπα της επιθυμίας. Κάτω από την υπόνοια της ύπαρξης ενός πανταχού παρόντος, αλλά αόρατου ελεγκτικού μηχανισμού, ακολουθείται η αφήγηση του Γιώργου, του παλαιότερου εργάτη και υπεύθυνου στο ναυπηγείο, σκιαγραφώντας τις ανθρώπινες σχέσεις όπως αυτές διαμορφώνονται σε μία οργουελιανή καθημερινότητα όπου το οπτικό υποτάσσει το συγκινησιακό” γράφει το δελτίο τύπου.

Όμως, παρά τις πομπώδεις διατυπώσεις της υπόθεσης που διανέμεται, παρά το μεγάλο βραβείο ενός σημαντικού δικτύου, ο γράφων οφείλει να σημειώσει ότι πουθενά δεν εντόπισε το βασικότερο συστατικό για να μας... αγγίξει ένα φιλμ που επιθυμεί να καταγγείλει μια κοινωνία απάνθρωπη. Η καλοφτιαγμένη κατασκευή είναι άψυχη, είναι... κατασκευή. Αλλά αυτή είναι μόνο η αίσθηση ενός κριτικού, ποιος ενδιαφέρεται όταν έρχονται οι διακρίσεις;

Όχι αύριο

13515 3

Με μακρά προϋπηρεσία στο χώρο της μικρού μήκους, η Αμέρισσα Μπάστα μας προσφέρει μια από τις καλύτερες ταινίες του φετινού Φεστιβάλ. Το “Όχι αύριο” είναι μια ωδή στην ανάγκη αξιοποίησης κάθε στιγμής, του παραμικρού δευτερολέπτου. Δεν εξαιρείται κανείς από αυτό. Όλα όσα βλέπουμε διαδραματίζονται σε ένα 24ωρο, χρόνο θεωρητικά αμελητέο για έναν νεότατο άνθρωπο όπως ο ήρωάς μας. Μόνο που κάθε στιγμή μπορεί να αλλάξει μια ζωή, μόνο που η επόμενη μέρα μπορεί να είναι εξ ορισμού τελείως διαφορετική.

Ο εξαιρετικός στο ρόλο Νικολάκης Ζεγκίνογλου ενσαρκώνει κάποιον μεγαλωμένο σε περιβάλλον προβληματικό, παρότι αγάπη υπάρχει. Η μάνα είναι εκεί, αλλά δεν αρκεί, καθώς ο πατέρας έχει εγκαταλείψει τη συζυγική στέγη, αλλά και δεν έχει τη δυνατότητα να συνδράμει ούτε καν τη στοιχειώδη διατροφή. Ο μικρός αδερφός λατρεύει τον μεγάλο και θέλει να είναι μαζί του. Ωστόσο, η επιβίωση σ' έναν κόσμο όπου το χρήμα κυριαρχεί, έχει παρενέργειες. Για να το αποκτήσει κανείς, αναγκάζεται να υποπέσει σε ολισθήματα, να μπλέξει σε δουλειές ύποπτες, να πάρει βάρη που δεν του αναλογούν κανονικά και να πληρώσει για χρέη άλλων. Όπως ο πρωταγωνιστής μας, που ζει έντονα κάθε λεπτό αυτής της μίας μέρας, γιατί το αύριο, στο οποίο τον παραπέμπει η όμορφη κοπέλα που γνωρίζει, είναι καταδικασμένο, οριοθετημένο πίσω από κάγκελα.

Δυνατό αφηγηματικά, με πολύ καλές ερμηνείες και ιδανική μουσική επένδυση, το φιλμ της Μπάστα θυμίζει τη ρήση που μας δίδαξε και “Ο κύκλος των χαμένων ποιητών”: “Άδραξε τη μέρα”. Μόνο που μερικές φορές ίσως να μην είναι πια στο χέρι σου...

Λίλα

Ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς του, ο Μάκης Παπαδημητρίου αποφασίζει να περάσει για λίγο και πίσω από την κάμερα. Έτσι προκύπτει η “Λίλα”, μια ταινία για μια γυναίκα ηλικιωμένη, που βιώνει το “μαρτύριο της σταγόνας”, όπως οι περισσότερες που φτάνουν στα χρόνια της.

Η Λίλα έχει μια κόρη. Δεν τη βλέπουμε ποτέ, αλλά υπάρχει, διότι αυτή στέλνει έναν ψυχολόγο να βοηθήσει τη μητέρα της. Η ίδια προφανώς δεν μπορεί (;), αλλά εκείνος καλείται να μάθει, με πλείστη υπομονή, όσα κρύβει μέσα της η γηραιά κυρία.

Η Λίλα έχει κι έναν σύζυγο. Ή μήπως όχι; Δεν υπάρχει χειροπιαστή ένδειξη, τη βλέπουμε σε αλλεπάλληλα ενδιάμεσα πλάνα να ξυπνά, να παίρνει πρωινό, να ψωνίζει, να μαγειρεύει, να κοιμάται, αλλά άνδρας πουθενά. Α ναι: μιλά δυο-τρεις φορές έξω από μια κλειστή πόρτα σε κάποιον, ζητώντας του άδεια (;) να κάνει μια βόλτα καμιά ωρίτσα. Όμως, πού είναι αυτός ο κάποιος και γιατί δεν τον αγγίζει ποτέ, όταν το χέρι της κινείται ψάχνοντας πλάι της στο κατωσέντονο;

Πού οφείλεται αυτή η ατέλειωτη μοναξιά της τρίτης ηλικίας; Στη (φυσιολογική, κατά τα ειωθότα) εγκατάλειψη των γονιών από τα παιδιά, όταν εκείνα μεγαλώνουν, παντρεύονται κτλ.; Στην έλλειψη επικοινωνίας από ένα σημείο κι έπειτα με τον (ή την) σύζυγο; Στην αναπόληση των ευτυχισμένων στιγμών, που πέρασαν και δεν θα ξανάρθουν; Στο φόβο του τέλους που πλησιάζει;

Όποια κι αν είναι η αιτία, ο Μάκης Παπαδημητρίου προτιμά να φτιάξει ένα φιλμ χαμηλότονο, όπως και η ζωή της πρωταγωνίστριας της ιστορίας του, να μιλήσει με τρόπο που θυμίζει στο κύριο μέρος του θεατρική πράξη με δύο ηθοποιούς, παρεμβάλλοντας πάντως αποσπάσματα από την καθημερινότητα, την αβάσταχτη ρουτίνα. Δεν καινοτομεί ως σκηνοθετική γραφή, δεν ενθουσιάζει, άλλωστε δεν το επιδιώκει, τρέφει όμως αισθήματα συμπόνοιας και κατανόησης για την ηρωίδα του, που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε γυναίκα της διπλανής πόρτας. Και πείθει για την ειλικρίνεια της προσέγγισής του.

Γιάμα

Ο Ανδρέας Βακαλιός είναι από τους πλέον αξιόλογους νέους δημιουργούς, με τις δύο προηγούμενες ταινίες του να έχουν αμφότερες εντυπωσιάσει. Το “Death car” με τα σπασμένα φρένα μας κατέπληξε, ενώ με τη “Μίλα” κατόρθωσε να κινηθεί σε άλλους ρυθμούς με την ίδια επιτυχία.

Η νέα του δημιουργία, το “Γιάμα”, ωστόσο -παρότι δεν υστερεί σε σκηνοθετικό επίπεδο- μας άφησε μάλλον μετέωρους. Σε πρώτο επίπεδο, παρακολουθούμε πώς ένας παιδιάστικος ανταγωνισμός μετατρέπεται σύντομα σε επικίνδυνο παιχνίδι. Σε δεύτερο, πώς στην Ελλάδα του 2021, 200 χρόνια μετά την επανάσταση και τη μετέπειτα απελευθέρωση της χώρας, κυριαρχεί ένας ρατσισμός, που άλλοτε εκδηλώνεται με την άρνηση ένταξης του “ξένου”, άλλοτε πάλι με την απόδοση σ' αυτόν όλων των κακών. Και... σε ένα τρίτο, αυτό που χωλαίνει κύρια στην αφηγηματική του προσέγγιση, επισημαίνει ότι η ιστορία γράφεται πάντα από τους νικητές, με αποτέλεσμα να ωραιοποιούνται ή να αποκρύπτονται από την κοινή μνήμη τα πάσης λογής “γιάματα”, τα λάφυρα και η καμμένη γη...

Δεν είναι καθόλου αδιάφορη η κατάθεση αυτής της άποψης, περί μη λήθης και μη καλλωπισμού των γεγονότων, δεν λειτουργεί όμως πειστικά όταν λ.χ. από τα πρώτα πλάνα του φιλμ, το κυνήγι του μικρού Βλαντ, του Βούλγαρου “παρείσακτου” στη γειτονιά των Ελλήνων, συνοδεύεται από ήχο στρατιωτικού εμβατηρίου. Έτσι, η φιλόδοξη τούτη ιδέα πιέζει το σενάριο, η μεταφορά της άλλης όψης του 1821 (και κάθε άλλης, ιερής και μη εξέγερσης) στη σημερινή πραγματικότητα δεν ολοκληρώνεται αποδεικτικά. Μένει, όμως, πέρα από τη δεινότητα στο χειρισμό της κάμερας, που για άλλη μια φορά επιδεικνύει ο Βακαλιός, το εύστοχο ερώτημα: οφείλεται μια συγγνώμη στα άδικα θύματα μιας “εμπόλεμης” κατάστασης... και αν ναι, είναι αρκετή και αποδεκτή; Μακάρι!

Σήμερα ήθελα

Μια κοπέλα νιώθει μόνη σ' ένα πάρτι, που γίνεται στο σπίτι της. Ένα πάρτι για να γιορτάσει προφανώς. Αλλά τι; Γεμάτη θλίψη και με τις αισθήσεις νεκρωμένες, δεν μπορεί να συμμετάσχει στην ερωτική ατμόσφαιρα που την περιβάλλει. Αυτή βιώνει εκείνο το βράδυ, αλλά και το επόμενο πρωινό, όπως και πολλά επόμενα βράδια κι άλλα τόσο πρωινά πιθανόν, τη μοναξιά της, αλλά και τις κατακλυσμιαίες αναμνήσεις του πάθους που βίωσε με τον πρώην αγαπημένο της και που κάπου στο δρόμο χάθηκε για πάντα. Αυτή δεν είναι η μοίρα των περισσοτέρων ερώτων; Όμως ορισμένοι εξ αυτών, όπως ετούτος, δεν ξεχνιούνται εύκολα.

Η σκηνοθέτις και πρωταγωνίστρια της ταινίας Βασιλίνα Κατερίνη επιλέγει να μιλήσει για έναν πεθαμένο πια έρωτα, εστιάζοντας όχι στις ώρες των αφόρητων συγκρούσεων, αλλά στις στιγμές των σωματικών επαφών, της ηδονής και απόλαυσης. Αυτής που απωλέστηκε, μαζί με την αγάπη. Δεν έχουμε επομένως να κάνουμε με ένα νέο “Άφτερλωβ”, μια που ο Χάρης Φραγκούλης είναι κοινός παρονομαστής, αλλά με μια κατά τι πιο ροζ off αφήγηση, αισθητικής Άρλεκιν, χωρίς πραγματική κορύφωση μια που από το πρώτο πλάνο γνωρίζουμε την έκβαση.

The last journey

Ένα ro-ro cargo πλοίο είναι εμπορικό και μεταφέρει αυτοκίνητα, φορτηγά, λεωφορεία, μηχανές κτλ. Δηλαδή το εμπόρευμά του κινείται πάνω σε τροχούς αποκλειστικά. Ένα μεταφορικό μέσο μεταφέρει άλλα μεταφορικά μέσα. Μέσω θαλάσσης κουβαλά οχήματα της ξηράς. Όπως βεβαίως και το πλήρωμά του.

Ο Στιβ Κρικρής, μετά το απρόσμενο “The waiter”, ένα θρίλερ σε ελληνικούς weird wave ρυθμούς, στρέφει την κάμερά του και πάλι σε έναν εσωτερικό χώρο, αυτήν τη φορά, ενός καραβιού. Δείχνοντας ξεκάθαρα τη λατρεία του στο χτίσιμο σκηνών σασπένς, καταφέρνει να ξεκινήσει το “The last journey” με τρόπο πολανσκικό, καθώς ο ήρωάς του περιφέρεται λουσμένος από κρύο ιδρώτα στους διαδρόμους του “Καπετάν Χρήστου”, όπως λέγεται το πλεούμενο. Είναι μόνος του, παρατημένος, στη μέση του πουθενά. Πώς έχει συμβεί αυτό;

Όταν η πραγματικότητα έρθει να αντικαταστήσει το φανταστικό, ονειρικό και εφιαλτικό, τότε μαθαίνουμε περισσότερα και αντιλαμβανόμαστε το λόγο του έντονου φόβου του. Έχει έρθει η ώρα, 45 χρόνια αφότου μπάρκαρε για πρώτη φορά, να εγκαταλείψει αυτός (και όχι να τον εγκαταλείψουν εκείνοι) τους μόνιμους συντρόφους του. Έχει φτάσει ο χρόνος που θα ξαναβιώσει τη ζωή στη στεριά. “Το τελευταίο ταξίδι” του είναι ετούτο, ο θίασος επί σκηνής θα τον αποχαιρετήσει, το απόλυτα άγνωστο περιβάλλον που τον αναμένει πια, το χώμα, η άσφαλτος, το σπίτι, το χωριό ή η πόλη τον τρομοκρατούν.

Ο Κρικρής σκηνοθετεί με εξαιρετικές ιδέες, εκκινώντας -όπως προείπαμε- σε μορφή ταινίας αγωνίας, εντάσσοντας κατόπιν μια αφήγηση off, η οποία ντύνει με σχεδόν ντοκιμαντερίστικο μανδύα το μέσον του φιλμ και κλείνοντας με τον μοναχικό πια ήρωά του να απομακρύνεται κάτω από φώτα κίτρινα (και όχι κόκκινα, όπως έγραψε η υπέροχη πένα του Νίκου Καββαδία για τη Σαλονίκη)...

Δημοσθένης Ξιφιλίνος

Smart Search Module