Λουκίνο Βισκόντι: οι αισθήσεις τρέμουν

Λουκίνο Βισκόντι: οι αισθήσεις τρέμουν

1334

Κάθε μου ταινία, κρύβει μιαν άλλη, την πραγματική μου ταινία, που δε γύρισα ποτέ, αυτήν για τους Βισκόντι του χθες και του σήμερα.

Ο Βισκόντι κατέχει μια ξεχωριστή θέση στο παγκόσμιο σινεμά. Είναι ο αριστοκρατικότερος από τους μαρξιστές, ο οπερετικότερος από τους ρεαλιστές, και ο εθνικότερος των διεθνιστών. Αν και θεωρείται προπάτορας του νεορεαλισμού, η αγάπη του για τα θεάματα και η εμμονή του στο ιστορικό υπόβαθρο των ταινιών του, τον φέρνουν κοντύτερα στον Έριχ Φον Στρόχαϊμ και τον Όρσον Ουέλς, παρά στον Ροσελίνι και τον Ντε Σίκα. Η επιδραστικότητά του εξαπλώνεται σε ευρύ φάσμα νεότερων δημιουργών, από τον Μπερτολούτσι και τον Φασμπίντερ ως τον Κόπολα και τον Σκορσέζε.

Γόνος αριστοκρατικής ιταλικής οικογενείας, ο κόμης δον Λουκίνο Βισκόντι ντι Μοντρόνε, γεννήθηκε στο Μιλάνο το 1906 και γαλουχήθηκε με την όπερα, το θέατρο και τη λογοτεχνία. Ως ανήσυχο νιάτο, τόσκασε αρκετές φορές απ’ το σπίτι, αλλά και απ’ το κολέγιο. Προπολεμικά βρέθηκε στο Παρίσι, τριαντάρης πια, να ρουφάει ακόρεστα επιρροές από την κουλτούρα και τον πολιτικό αναβρασμό στους κύκλους των διανοούμενων. Είδε πολύ ρωσικό και γαλλικό σινεμά. Η συνάφειά του με τον Ζαν Ρενουάρ τον οδήγησε στην απόφαση να γίνει σκηνοθέτης του κινηματογράφου, αν και ουδέποτε παραμέλησε την όπερα και το θέατρο. Δηλωμένος αριστερός και ενεργός αντιφασίστας, κατάφερε να αποφύγει τη δίωξή του από το καθεστώς Μουσολίνι για αρκετό καιρό, λόγω της αριστοκρατικής του καταγωγής, συνελήφθη όμως το 1943 και παρέμεινε έγκλειστος ως την απελευθέρωση.

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1 2

Προηγουμένως, στο Παρίσι, συναναστράφηκε τον Κοκτώ και την Σανέλ, βίωσε την άνοδο του ναζισμού, έκανε τα πρώτα βήματα ως βοηθός του Ρενουάρ, έγινε μέλος του κομμουνιστικού κόμματος, ταξίδεψε στη χώρα μας και στο Χόλιγουντ, για να επιστρέψει στην Ιταλία με ευρω-ιδεαλιστικό αέρα.

Πρώτη του ταινία οι Διαβολικοί εραστές (Ossessione, 1942), γυρισμένη στα χρόνια του πολέμου. Μια ανορθόδοξη διασκευή της νουβέλας του Τζέιμς Μ. Κέιν Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές, το φιλμ αποφεύγει τις οποιεσδήποτε πολιτικές αναφορές. Παρόλ’ αυτά λογοκρίνεται από τους φασίστες ως άσεμνο, προφανώς λόγω της ωμής, νατουραλιστικής ματιάς του πάνω στην ερωτική ιστορία που πραγματεύεται. Ξεχωρίζει η ερμηνεία του Μάσιμο Τζιρότι, με τον οποίο ο Βισκόντι γνωρίστηκε τον προηγούμενο χρόνο, όταν δουλεύανε μαζί στην Τόσκα. Οι Διαβολικοί εραστές παρέμειναν απρόβλητοι επί 30 χρόνια στην Αμερική, εξαιτίας της μη εξουσιοδοτημένης διασκευής του σεναρίου.

Με τη λήξη του πολέμου, συμμετέχει σε ντοκιμαντέρ για την ιταλική αντίσταση (Μέρες δόξας, 1945). Τα επόμενα χρόνια μένει στη Ρώμη και ασχολείται με τη θεατρική σκηνοθεσία. Το 1948 κάνει την πιο μαρξιστική και πιο μπρεσονική του ταινία. Η γη τρέμει είναι διασκευή του κλασικού διηγήματος του ομοϊδεάτη Τζοβάνι Βέργκα, γυρισμένη εξολοκλήρου σ’ ένα ψαράδικο χωριό της Σικελίας, με ερασιτέχνες ηθοποιούς όλους τους κατοίκους του χωριού και διάλογους στην τοπική διάλεκτο. Οι αυτοσχεδιασμοί και ο αυθορμητισμός των ψαράδων, δίνουν έντονα ρεαλιστική δύναμη στον αγώνα τους ενάντια στην εκμετάλλευση των μεγαλεμπόρων και των ιδιοκτητών των καϊκιών. Βοηθοί σκηνοθέτη είναι ο Φράνκο Τζεφιρέλι και ο Φραντσέσκο Ρόσι. Κερδίζει τότε το βραβείο σκηνοθεσίας στη βενετσιάνικη Μόστρα.

Το 1951 δοκιμάζει σύγχρονη σάτιρα με την Μπελίσιμα ντόνα Άννα Μανιάνι. Ανάλαφρο χιούμορ και ατέλειωτες βόλτες στους διαδρόμους της Τσινετσιτά, σε μια τραγικωμωδία που αποφεύγει αριστοτεχνικά το μελό. Μια πεισματάρα μάνα προσπαθεί να προωθήσει την κινηματογραφική καριέρα της κορούλας της. Ο δρόμος είναι δύσκολος και οι παγίδες πολλές. Η οδυνηρή ανακάλυψη της δυστυχίας πίσω από τη βιτρίνα της κινηματογραφικής βιομηχανίας, είναι καθοριστική για το μέλλον της μικρής. Η Μανιάνι είναι απολαυστική σε όλες τις φάσεις της περιπέτειας: κλαίει, γελάει, νευριάζει, παθιάζεται, τσακώνεται, ονειροπολεί, απογοητεύεται, πελαγοδρομεί, αλλά πάντα βρίσκει διέξοδο. Η ταινία στηρίζεται αποκλειστικά επάνω της και η μεγάλη κυρία του ιταλικού σινεμά τα καταφέρνει περίφημα και με χαρακτηριστική άνεση. Η Μελίνα πρέπει να της χρωστάει πολλά.

Ακολουθεί άλλη μια στροφή πορείας με το ιστορικό δράμα Έτσι τελείωσε μια μεγάλη αγάπη (Senso, 1954), που εκτυλίσσεται την εποχή της επανένωσης της Ιταλίας (1851). Οπερετική απεικόνιση της επανάστασης ενάντια στην καταρρέουσα αυστροουγγρική κατοχή. Μια απαγορευμένη ιστορία έρωτα, μίσους και προδοσίας, που θεριεύει μέσα στη δίνη του πολέμου. Η μοιραία Αλίντα Βάλι και ο ματεριαλιστής Φάρλεϊ Γρέιντζερ, ο διχασμένος τους έρωτας, σε αντιπαραβολή με τον ανατροπέα Μάσιμο Τζιρότι και την πάλη για ανεξαρτησία. Βαριά, μπαρόκ χρώματα, υγρή και θολή, ατμοσφαιρική φωτογραφία, πλούσια νυχτερινά γυρίσματα. Βοηθοί του και πάλι οι Τζεφιρέλι και Ρόσι [όπως και στην Μπελίσιμα) με την συνεπικουρία του Ζαν-Πιέρ Μοκί. Κυκλοφορεί και μια αγγλική εκδοχή με διάλογους του Τένεσι Ουίλιαμς και του Πωλ Μπόουλς. Μουσικές αναφορές στον Βέρντι και αποσπάσματα από την όπερά του Τροβατόρε.

Στα 1957 μας προσφέρει σε θεατρική εκδοχή τις Λευκές νύχτες του Ντοστογιέφσκι. Δραματική ερωτική ιστορία, μεταφερμένη στο παρόν, με τρεις σπουδαίους πρωταγωνιστές, τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, την Μαρία Σελ και τον Ζαν Μαραί. Από δω ξεκινάει η συνεργασία του με τον Νίνο Ρότα και τον διευθυντή φωτογραφίας Τζουζέπε Ροτούνο. Τρία χρόνια μετά, επιστρέφει στη Σικελία για να κάνει δεύτερο δοκίμιο στην εργατική τάξη, τον Ρόκο και τ’ αδέρφια του (1960). Επιστρατεύει τον νεαρό Αλέν Ντελόν, για να παραστήσει τον ιδεαλιστή, αθώο Ρόκο και την Κατίνα Παξινού για να γίνει «μελοδραματική, νευρική, αδιάκριτη, δεσποτική μάνα». Κι ακόμα την Κλαούντια Καρντινάλε και την Ανί Ζιραρντό. Ο Ροτούνο πετυχαίνει εξαίσια φωτογραφία και ο Ρότα σκοράρει ξανά.

Αφού σκηνοθετήσει ένα επεισόδιο στον σπονδυλωτό Βοκκάκιο ’70 (1962), παραμένει στη σικελική γη, αλλά γυρίζει πάλι πίσω στην εποχή της ενοποίησης και διασκευάζει τον Γατόπαρδο (1963) του Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα. Ο Ντελόν ξανασυναντά την Καρντινάλε, αλλά τώρα είναι παρών και ο Μπαρτ Λάνκαστερ. Ο βετεράνος Μπαρτ, μπαίνει θαυμάσια στον ρόλο του γατόπαρδου ευγενούς και παραδέχεται ότι εμπνεύστηκε από τον ίδιο τον Βισκόντι και το αριστοκρατικό του παράστημα. Πάλι βαριά χρώματα, αριστοκρατία και πλέμπα, εποχή ανακατατάξεων, επικολυρικό στιλ, Νίνο Ρότα και ανέκδοτος Βέρντι, κι ο Χρυσός Φοίνικας γίνεται δικός του στις Κάννες. Ο Πιέρ Κλεμεντί κάνει εδώ πρώτη εμφάνιση. Ο ατέλειωτος χορός που διαρκεί σχεδόν μια ώρα, είναι από τις κορυφαίες σεκάνς του ευρωπαϊκού σινεμά.

Στα Μακρινά αστέρια της Άρκτου (1965) έχουμε εκ νέου αλλαγή εποχής και κλίματος. Η Καρντινάλε, αινιγματική και εκθαμβωτική όσο ποτέ, μυστηριώδης και σαγηνευτική στο πλευρό του Ζαν Σορέλ. Επιστρέφει στη γενέτειρά της, για να παραστεί σε τιμητική τελετή για τον πατέρα της που πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Τα φαντάσματα του παρελθόντος ξαναζωντανεύουν και την καταδιώκουν. Η πλοκή είναι ελλειπτική και αφήνει ανοικτές πολλές πόρτες. Οι απαντήσεις είναι ασαφείς ή οι ερωτήσεις; Οι επιρροές του Ρενουάρ είναι έντονες σ’ αυτήν την «αβέβαιη συγκέντρωση ψυχών». Το Χρυσό Λιοντάρι στην Βενετία είναι πλέον δικό του.

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1 4

Έπεται ένα ταξίδι στην Αλγερία του ’30 και μια έξοχη μεταφορά του Ξένου (1967) του Αλμπέρ Καμύ. Ο Μαστρογιάνι εξαίσιος, απλός, λιτός, πυκνός, γεμάτος σπιρτάδα. Πλαισιώνεται από τους Άννα Καρίνα, Μπερτράν Μπλιε και Μπρούνο Κρέμερ. Όπερα και πολιτική κυριαρχούν στους Καταραμένους (1969), μια βαγκνερική τομή στην πτώση της βιομηχανικής Γερμανίας και την «συνθηκολόγησή» της με τον Χίτλερ. Πολυεθνικό και δυναμικό καστ από τους Χέλμουτ Μπέργκερ, Ίνγκριτ Τούλιν, Ντερκ Μπόκαρτ, Χέλμουτ Γκρίεμ, Σαρλότ Ράμπλινγκ, Φλορίντα Μπολκάν και Ουμπέρτο Ορσίνι. Μουσική του Μωρίς Ζαρ. Και οι επόμενες δύο δουλειές του αναφέρονται στην λεγόμενη «γερμανική παρακμή».

Ο θάνατος στη Βενετία (1971) είναι η αποθέωση του μεγάλου δημιουργού. Σπουδή πάνω σ’ έναν γνήσιο καλλιτέχνη, στη ζωή του και τους έρωτές του, στην ομοφυλοφιλία του, και στην αέναη αναζήτηση της ομορφιάς, ενέχει αυτοβιογραφικές πινελιές. Η απεξάρτηση του Λουκίνο από το πνεύμα του Τόμας Μαν που έγραψε τη νουβέλα, του δίνει τη δυνατότητα να εκφραστεί αριστουργηματικά μέσα από σειρά φλασμπάκ. Ο Ντερκ Μπόκαρτ υποδύεται έναν από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του (ο έτερος είναι φυσικά ο Θυρωρός της νύχτας) και η φιγούρα του πλησιάζει αρκετά αυτή του Γουστάβ Μάλερ, η μουσική του οποίου ντύνει τις εικόνες. Μαρίζα Μπέρενσον, Σιλβάνα Μάγκανο και Κάρολ Αντρέ δίνουν επίσης ρεσιτάλ ερμηνείας.

Τρίτο παρακμιακό φιλμ, μελέτη για την αλληλεπίδραση της τέχνης και της ζωής, είναι ο Λούντβιχ: Το λυκόφως των θεών (1973). Μια πολυχρωματική απόδοση της ζωής και του έργου του «τρελού» βασιλιά Λουδοβίκου της Βαυαρίας, που αρχίζει να χάνει τα δόντια του απ’ τα πολλά γλυκά. Η φιλοδοξία του να γίνει μαικήνας της όπερας και η μετάκληση του Βάγκνερ στην αυλή του, ξεσκεπάζουν αργά αλλά σταθερά, έναν κόσμο γεμάτο χρεοκοπημένες αξίες. Πολυεθνές και πολυσήμαντο πάλι το επιτελείο των ηθοποιών: Χέλμουτ Μπέργκερ, Ρόμι Σνάιντερ, Τρέβορ Χάουαρντ, Σιλβάνα Μάγκανο και Χέλμουτ Γκρίεμ. Έξοχες ερμηνείες αλλά πολύ αργοί ρυθμοί και διάρκεια 246 λεπτά.

Προτελευταία του δουλειά είναι Η γοητεία της αμαρτίας (1974), εν μέρει αυτοβιογραφική, η ιστορία μεσήλικα διανοούμενου που περιχαρακώνεται από τη νέα Ιταλία, των αστών, της απεγνωσμένης αποξένωσης και του άκρατου υλισμού, αλλά και της απρόκλητα επιθετικής νεολαίας. Κύκνειο άσμα του είναι Ο αθώος που βασίζεται στον Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντσιο, υπόθεση μοιχείας στα υψηλά κοινωνικά στρώματα. Ο Βισκόντι πεθαίνει λίγο πριν το τελικό μοντάζ, λέγοντας «Αρκετά. Είμαι κουρασμένος».

Παρά τα σημάδια κοπώσεως, οι τελευταίες του ταινίες αποδεικνύουν και πάλι την αφοσίωση του δημιουργού τους στην τέχνη, την ομορφιά, την κοινωνική δικαιοσύνη και τις ανθρώπινες αξίες. Άλλωστε, ο  γνήσιος δημιουργός ζει χωρίς να υπάρχει αύριο.

Εργογραφία

  • Τονί /Toni (1935, 74λ) βοηθός του Ρενουάρ
  • Μια μέρα στην εξοχή /Partie de campagne (1936/1946, 40λ) βοηθός του Ρενουάρ
  • Τόσκα /La Tosca /Tosca (1941, 105λ) και πάλι βοηθός του Ζαν Ρενουάρ
  • Διαβολικοί εραστές /Obsession /Ossessione (1942, 140λ)
  • Μέρες δόξας /Giorni di gloria /Days of Glory (1945, 71λ) (Caruso trial scenes)
  • Η γη τρέμει /La Terra trema /The Earth Trembles (1948, 160λ)
  • Μπελίσιμα /Bellissima /Beautiful (1951, 108λ)
  • Σημειώσεις πάνω σε μια είδηση εφημερίδας /Appunti su un fatto di cronaca (1951, 5λ)
  • Εμείς οι γυναίκες /Siamo donne / επεισόδιο «Anna Magnani» (1953, 95λ)
  • Έτσι τελείωσε μια μεγάλη αγάπη /Λίβυα η αδίστακτη κόμισσα /Senso (1954, 123λ)
  • Λευκές νύχτες /Le Notti bianche (1957, 97λ)
  • Ο Ρόκο και τ’ αδέρφια του /Rocco e i suoi fratelli (1960, 179λ)
  • Dommage qu’elle soit une putain /Pity! She’s a Whore (1961 τηλεταινία)
  • Βοκάκιος ’70 /Boccaccio ’70 / επεισόδιο «Il Lavoro» / Η δουλειά (1962, 205λ)
  • Ο γατόπαρδος /Il Gattopardo (1963, 186λ)
  • Μακρινά αστέρια της Άρκτου /Vaghe stelle dell’ Orsa (1965, 105λ)
  • Οι μάγισσες /Le Streghe / επεισόδιο «La Strega bruciata viva» /Η μάγισσα στην πυρά (1966, 105λ)
  • Ο ξένος /Lo Straniero (1967, 104λ)
  • Οι καταραμένοι /La Caduta degli dei (1969, 156λ)
  • Αναζητώντας τον Τάτζιο /Alla ricerca di Tadzio (1970, 30λ)
  • Θάνατος στη Βενετία /Morte a Venezia (1971, 130λ)
  • Το λυκόφως των θεών /Ludwig (1972, 238λ)
  • Η γοητεία της αμαρτίας /Gruppo di famiglia in un interno (1974, 121λ)
  • Ο αθώος /L’ Innocente (1976, 112λ)

ΥΓ1: Η γη τρέμει μου φέρνει στο μυαλό Τα δίχτυα της ντροπής (1965) του Ερρίκου Θαλασσινού. Στην ίδια ταινία του Βισκόντι αναφέρεται τραγελαφικά και η κωμωδία Πιάστε την αλεπού (1956) του Βιτόριο Ντε Σίκα.

ΥΓ2: Ο Τίντο Μπρας έκανε σύγχρονη μεταγραφή του Senso με τίτλο Μαύρος άγγελος (Senso ’45, 2002) με πρωταγωνίστρια την αγαπημένη Άννα Γκαλιένα (O εραστής της κομμώτριας). Την διάλεξα για τα πλούσια στήθια της και τα πολλά της κάλλη, εξηγείται ο αειθαλής Τίντο. Το μυαλό του ανθρώπου δύσκολα αλλάζει…

ΥΓ3: Ο Κάρλο Λιτσάνι έκανε το 1999 ωριαίο χρονολογικό ντοκιμαντέρ αφιέρωμα στον Luchino Visconti. Μίλησαν γι’ αυτόν άπαντες και άπασες.

Κώστας Καρδερίνης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα kemes.wordpress.com

Smart Search Module