21.23°C

Οι «ράτσες» των κριτικών κινηματογράφου

film critics 1

Μία ανάλυση των «μοντέλων» της κριτικής κινηματογράφου στην Ελλάδα μπορεί να εξηγήσει γιατί οι αναγνώστες έχουν χάσει (σχεδόν ολοκληρωτικά) την εμπιστοσύνη τους σ’ έναν κλάδο πολύπαθο και, εσχάτως, εντελώς αποπροσανατολισμένο. Ας την κάνω, λοιπόν, με απόλυτη ειλικρίνεια και… αρκετό χιούμορ. Διότι η υπόθεση σηκώνει (και) πλάκα!

Η απαξίωση της κριτικής κινηματογράφου από το ελληνικό κοινό (που τείνει να ξεχνά και την ύπαρξη των σινεμά, πια…) δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός. Ο ίδιος ο κλάδος των επαγγελματιών (και των «αλεξιπτωτιστών» ερασιτεχνών που είδαν φως και μπήκαν…) φρόντισε εδώ και μερικές δεκαετίες να βγάλει τα μάτια του, με στάση και συμπεριφορές που αποπροσανατόλισαν τους αναγνώστες (κινηματογραφόφιλους και μη), πόσω μάλλον όταν οι τελευταίο έφταναν στο σημείο ν’ αδυνατούν να καταλάβουν ποιες ταινίες θα άξιζε πραγματικά να παρακολουθήσουν σε αίθουσες ή θερινά.

Η κατάσταση δύσκολα σώζεται, πια. Οι ταινίες, βέβαια, θα συνεχίσουν να υπάρχουν, μέσω λιγοστών σινεμά που θα επιζήσουν και κάποτε μπορεί να ξαναγίνουν μόδα (σαν τους δίσκους βινυλίου), μέσω της κάθε τηλεοπτικής πλατφόρμας, του streaming και (ας είμαστε τίμιοι) του παράνομου downloading. Η κριτική κινηματογράφου; Χλωμό, καθώς το δεύτερο συνθετικό οδηγείται ολοταχώς (ακόμη και από το industry!) προς την αυτοχειρία. Θα θυμόμαστε, όμως, τις «ράτσες» των (πάλαι ποτέ) γραφιάδων, όπως τους δεινόσαυρους που αφανίστηκαν από τούτη τη Γη. Στην Ελλάδα, θεωρώ πως (πέραν κάποιας γενιάς θεωρητικών του μακρινού παρελθόντος) αυτές είναι / ήταν οι κατηγορίες που μας απασχόλησαν.

Ο META-ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ (ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ)

Κατάλοιπο της γενιάς των θεωρητικών που λέγαμε. Μεγαλωμένος μέσα στη σοβαροφάνεια (ή το «παίζει» έτσι, διότι αυτό το προφίλ ζαχάρωνε από νωρίς) και με αποκλειστική έφεση στο σινεμά των «auteur» ή αυτά που (θα) του σερβίρουν ετησίως οι ευρωπαϊκές φεστιβαλικές διοργανώσεις. Δεν αναγνωρίζει με καμία δύναμη τις χολιγουντιανές παραγωγές ψυχαγωγικού χαρακτήρα, ούτε και σέβεται τις διαφορές των κινηματογραφικών ειδών (κωμωδίες, περιπέτειες, φαντασία και τρόμος = στα τσακίδια!). Όλα αυτά τα τελευταία, ακόμη κι αν τα διασκεδάζει ως θεατής σε μια δημοσιογραφική προβολή, δεν θα επιτρέψει ποτέ στον εαυτό του να τα καταγράψει με αντίστοιχο τρόπο στη στήλη του, λες και θα του κολλήσουν κάποιου είδους «ρετσινιά» (ή θα του κόψουν τη συνδρομή στα Cahiers du Cinéma). Αντιστοίχως, θα κρατά δρεπάνι πάνω από τα «αστεράκια» ανάλογων φιλμ, καθώς δεν προάγουν τον πολιτισμό (mon Dieu!). Στο πλαίσιο του «αναθεωρητισμού» και των τάσεων ν’ αναγνωρίζονται κινηματογραφίες από το Τρεχαγύρευε, θα εντάξει στα γούστα του το «νέο» ασιατικό σινεμά, κάτι Ρουμανίες, κάτι Ταϊλάνδες, κάτι Ακτές Ελεφαντοστού και οτιδήποτε «εξωτικό» ή κατατρεγμένο, αρκεί να ταυτίζεται με όρους «φεστιβαλικής» οδύνης ή καταγγελίας σε περιεχόμενο. Θα προστατεύει τους αγαπημένους του σκηνοθέτες ισοβίως, ακόμη κι όταν θα έχουν γυρίσει την απόλυτη φόλα (γράφοντας μονάχα ότι «δεν είναι κι η καλύτερη ταινία» τους!). Εσχάτως, έχει μπερδευτεί με τις επιλογές της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου και δεν ξέρει πώς να συμπεριφερθεί απέναντι στο θεσμό των Όσκαρ, που (the horror!) έρχονται στα μέτρα του. Κάθε εβδομάδα σκορπίζει «τριάστερα» και άνω, καθώς στο αποκαλούμενο art-house (που περισσότερο world cinema το λες, πια) τα πάντα είναι… «ταινιάρες»! Ενίοτε προλογίζει και ειδικές προβολές με διάθεση φωστήρα ή «μεταλαμπαδεύει» τις ιερές γνώσεις του σε κινηματογραφικά σεμινάρια.

Ο ΧΙΠΣΤΕΡΑΣ

Μετεξέλιξη της άνωθεν κατηγορίας, ένας revisited εκσυγχρονισμός του άγριου «κουλτουριάρη» παλαιότερων εποχών (και αποκλειστικού θαμώνα του «ghetto» των σινέ Αλκυονίδα, Studio, Έλλη και Άστυ), με έφεση στο πιο «διαφορετικό». Έχει την ανάγκη να υπάρξει και να ξεχωρίσει μέσω αυτών των ταινιών. Αυτό ακριβώς «πουλάει». Με σχετικό στόμφο και blasé στάση, θα σου πει ότι αυτός ξέρει καλύτερα τι εστί («επιδραστική») Τέχνη στον κινηματογράφο, θα φλυαρήσει όσο περισσότερο μπορεί για να σου το αποδείξει, ώσπου να σηκώσεις τα χέρια ψηλά και να τον εγκαταλείψεις στην κοσμάρα του (διότι άκρη αλλιώς δεν πρόκειται να βγάλεις…). Μπορεί σαν θεατής να κατανάλωνε τα πάντα κάποτε, όμως, με πέντε-δέκα βιβλία παραπάνω, κάτι θεωρίες του «auteur» κι έναν Μπέλα Ταρ επτά ωρών και δεκαεννέα λεπτών, ανακάλυψε τον τρόπο να δημιουργήσει μια hip, προστατευτική «αύρα» γύρω του, δίχως να λογαριάζει τούτο το αθάνατο άσμα της Λαίδης (#diplhs). Θα χύσει με το που ακούσει πως ο Αμπεμπαμπλόμ Τσιριμπόμ Λουλακί βρίσκεται στο στάδιο του μοντάζ με την επόμενη δωδεκάωρη ταινία του που σίγουρα θα μπει στο διαγωνιστικό των Καννών (φευ), θα χάνει τον παλμό του όποτε βλέπει ή ακούει κάτι για την Τίλντα Σουίντον και θα κλαίει μονάχα με τετράωρο ασιατικής προέλευσης εσωτερικό ψυχόδραμα με αδιόρατες θριλερικές λεπτοπινελιές και πλάνα εικοσάλεπτης (έστω) διάρκειας. Αν δεν είναι «εμβληματικό» ή «επιδραστικό» σινεμά, δεν καταφέρνει να τον ακουμπήσει.

Ο ΚΑΛΤ-ΑΚΙΑΣ

Συντροφεύει το ακριβώς άνωθεν παρεάκι, αλλά από διαφορετικό point of view. Αυτό που τον ξεχωρίζει είναι η αγάπη προς το πιο trashy, το πιο παραγνωρισμένο, το «cult» που λέμε, βρε αδελφέ. Που και να μην είναι, του αρκεί να το βαφτίσει έτσι εκείνος! Θα επιζήσει του ανταγωνισμού με αυτά τα χαρακτηριστικά του «alternative». Θα ταυτιστεί περισσότερο με ένα κάποιο «περιθώριο» του αστικού crowd, θα λατρευτεί από followers σαν να είναι rock persona, ενίοτε θα ρίχνει τα μούτρα του και θ’ ασχολείται και με τα «κοινά» έργα της διανομής σε εβδομαδιαία βάση, αναζητώντας παρεμφερείς τίτλους μ’ εκείνους που θεοποιεί ο χιπστεράς (με έμφαση στο horror ή ανακαλύπτοντας το «νουάρ» στοιχείο… εκεί που δεν υπάρχει). Δεν θα μπλέξει και τόσο τα μπούτια του μ’ εκείνον, όμως, διότι έτσι η «αγέλη» του μπορεί να τον χαρακτηρίσει «κουλτουριάρη» και να προκύψει δυσπιστία ως προς την αυθεντικότητά του! Είναι υπεράνω στα «αστεράκια», αλλά ούτε τα έχει του πεταματού, ούτε και θα τα τσιγκουνευτεί. Κάπου φλερτάρει και με τη συνύπαρξη στο mainstream πεδίο δράσης, καθώς δε γίνεται να θεωρείσαι υπολογίσιμος ευρισκόμενος πάντοτε στη «σκιά» της επικαιρότητας και της κανονικότητας.

Ο «ΔΥΟ ΑΣΤΕΡΑΚΙΑ»-Σ

Καλοί μου άνθρωποι, τζάμπα είναι τα «αστεράκια» αξιολόγησης, δεν τα τσιγκουνευόμαστε! Οτιδήποτε και να βγάλει η ντόπια διανομή στα σινεμά, για εκείνον είναι από… «ενδιαφέρον» κι απάνω! Συμπερασματικά, ουδείς πετά τα λεφτά του πηγαίνοντας στον κινηματογράφο. Έτσι, προστατεύει τη θέση του στο εκδοτικό (ή διαδικτυακό, πλέον) συγκρότημα Μέσων στο οποίο εργάζεται, δε σκάβει το λάκκο του ώστε ν’ αποφύγει διαμάχες του τύπου «εγώ βάζω διαφήμιση στο μαγαζί σου, τι ‘ναι αυτά που γράφεις, ρε τσογλάνι;» και… αν ξεμείνει κι από αναγνώστες μετά από ένα κάρο φόλες που θα έχουν δει εξαιτίας του, ποιος πρόκειται να το μάθει, μωρέ; Σάμπως και αγοράζει κανείς έντυπο ή μπαίνει σε site μονάχα για να διαβάσει κριτική κινηματογράφου (τα ύστερα του κόσμου!); Παλαιότερα, το είδος αυτό είχε και τα «τυχερά» του. Ταξιδάκια για press junkets στο εξωτερικό, κανένα «αποκλειστικό» (πιασάρικα για να «πουλάει μούρη» και τα δύο), κανένα τραπέζωμα, κανένα χαρτοπαίγνιο σε σπίτι διανομέα, όλο και κάτι βρισκόταν. Σήμερα του έχει μείνει η φήμη του Γκάντι ή της Μητέρας Τερέζας, καθώς τα περισσότερα από τα άνωθεν bonus δεν υφίστανται. Μετά το viral σουξέ του γνωστού άρθρου μου για τα «δύο αστεράκια», δε, για να μη γίνεται και ρόμπα εκεί έξω, αύξησε τα «τριάστερα»! Είπαμε. Τζάμπα είναι.

Ο ΕΛΛΗΝΑΚΙΑΣ ΓΛΕΙΨΙΜΑΤΙΑΣ

Ο επιμένων ελληνικά! Μπορεί τα φιλμ της ντόπιας παραγωγής ν’ αγωνίζονται για να κόψουν από εκατό έως καμία δεκαπενταριά χιλιάδες εισιτήρια (η πιο συνηθισμένη κλίμακα του σινεμά των «δημιουργών») και μεγάλη ευθύνη να φέρουν οι κριτικοί σ’ αυτό, καθώς η μη επικοινωνία με το κοινό έχει εξαφανίσει κάθε ίχνος εμπιστοσύνης ώστε να ξεχωρίζουν τα πραγματικά καλά έργα, όμως, ο Ελληνάκιας γλειψιματίας θα συνεχίσει ακάθεκτος να στηρίζει όλες τις δικές μας παραγωγές (εκτός από τα «The Bachelor» ή κανέναν Μαρκίδη…) μέχρι να πέσουν και τα θεμέλια των τελευταίων αιθουσών. Όλες οι ελληνικές ταινίες γίνονται (τουλάχιστον) «ενδιαφέρουσες» μέσω των κειμένων τους, οι δημόσιες σχέσεις παίζουν εδώ τον πρώτο ρόλο και οι καλύτερες… φιλίες γεννιούνται μέσα από «τετράστερα» και προσκύνημα στο υπέρτατο ταλέντο του εκάστοτε σκηνοθέτη. Έτσι, το «αποκλειστικό» δίνει και παίρνει, τα αμέτρητα Like από γνωστούς και συγγενείς των συντελεστών των φιλμ προσφέρουν επισκεψιμότητα και impressions (στα sites) και όλοι είναι ευτυχισμένοι και μονιασμένοι για να τρέξουν στα λιβάδια και να κυνηγήσουν πεταλούδες. Σε περίπτωση που ο κριτικός ευελπιστεί μελλοντικά και σε άλλα «αξιώματα», δεν θα βάλει ποτέ «αστεράκια» σε ελληνικό τίτλο, διότι θα προκαλέσει αντιπαλότητες και γκρίνιες του τύπου «γιατί τόσα σ’ εμένα και τόσα σ’ εκείνον;»! Περιέργως, ουδείς (από κάθε πλευρά!) δεν κάθεται ν’ αναρωτηθεί γιατί δεν βοηθούν οι κριτικές τα τόσα «αριστουργήματα». Οι κρατικές επιχορηγήσεις να ‘ναι καλά και πάντοτε θα υπάρχει κι η μεταμεσονύκτια ζώνη της ΕΡΤ…

Ο ΠΡΟΒΟΚΑΤΙΒ

Θα επιδιώξει να ξεχωρίσει, ασχέτως προέλευσης ταινίας. Τόσο στο art-house όσο και στο εμπορικό σινεμά, θα ζυγίσει που πρέπει να γίνει το… πνεύμα αντιλογίας και πότε θα τσιρίξει «μάστερπις» σαν άλλος Χριστόφορος Κολόμβος. Βασικό ατού (και «όπλο») του, η δημοφιλία του Μέσου στο οποίο εργάζεται. Χωρίς αυτό, δεν θα μπορούσε ν’ ακουστεί τόσο… θορυβωδώς. Το μίσος θρέφει το εγώ του, για να παραμείνει στις επάλξεις θα κάνει εμφανίσεις «μαϊντανού» με άποψη για τα πάντα σε έντυπα, τηλεοράσεις, μεγάλα σαλόνια, you name it… Μπορεί να υπογράφει και καρα-ασχέτου άρθρα, πέραν της κριτικής κινηματογράφου, όταν διαισθάνεται πως το βάθρο του τρίζει ή καταρρέει. Κατέχει το ένστικτο της επιβίωσης, με άλλα λόγια. Αν σταματήσει ν’ ασχολείται ο κόσμος μαζί του, υπάρχει κίνδυνος να εξαϋλωθεί, σαν τον Νοσφεράτου στο φινάλε της ομώνυμης ταινίας του Μουρνάου!

Ο ΜΟΔΑΤΟΣ

Μια πιο «ευγενική» version του προβόκατιβ. Κρατά λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στο πνευματώδες και το αχαλίνωτα λαϊκό, πιάνει όσο περισσότερα πόστα μπορεί (καθώς έχει θαυμαστή ικανότητα στο πισώπλατο…), αρκεί να φαίνεται, να χαμογελά, να είναι stylish (από γκαρνταρόμπα μέχρι χρωμοβαφή) και να είναι αρεστός. Θα σου μιλήσει για τα πάντα με μια… εγκυκλοπαιδική άνεση αποστήθισης κι αφοπλιστική σοβαροφάνεια, και στο τέλος θα σου χαμογελάσει σαν άλλος Τομ Κρουζ που αυτοϊκανοποιείται μπροστά σ’ έναν καθρέφτη. Δεν θα κράξει ποτέ, γιατί έτσι θα σταματήσει να γίνεται ευχάριστος… έστω και σ’ έναν άνθρωπο. Εχθρούς δεν κάνουμε ποτέ. Χαμογελάμε! Κι αν χύσει και λιγάκι δηλητήριο σε στιγμές που του ξεφύγει προς τα έξω ο… αληθινός του εαυτός, στον Όσκαρ Γουάιλντ δε μας χάλασε ποτέ αυτό, έτσι;

Ο ΓΙΟΥΤΙΟΥΜΠΕΡ

Wannabe «κριτικός κινηματογράφου» («reviewer» στη γλώσσα της… σημερινής νεολαίας). Τι πιο εύκολο από το να μιλάς για μια ταινία που είδες; Δεν χρειάζεται καν να γράψει τη γνώμη του (άντε, που και που μπορεί να κάνει και κανένα facebook post), ο προφορικός λόγος είναι ευκολάκι, άλλωστε. Θα στήσει μια κάμερα ή ένα κινητό τηλέφωνο με καλή κάμερα όπου βρει. Στο σαλόνι του, στο μπαλκόνι του, στο pare-brise ενός αυτοκινήτου (εν κινήσει κάνει και καλύτερο «εφέ»). Θα επιλέξει τι θα δει και θα μιλήσει γι’ αυτό, κρίνοντας και από το μέσο όρο των γούστων του κοινού του (σιγά μην παρακολουθήσει ποτέ γαλλική κομεντί του καλοκαιριού ή βαλκανικό road movie). Αν είναι και stand-up κωμικός, τόσο το καλύτερο για τα views! Θα χειριστεί οτιδήποτε παίζει σε www και app για να φανεί προς τα έξω κι αν, εκ του αποτελέσματος του hype, του κάτσει και καμία ευκαιρία για διαφημιστικό promotion, σε δουλειά να βρισκόμαστε. Έχει και Instagram, πάτα ένα follow κι από εκεί, μωρέ.

ΕΓΩ

Ο Νίκος Φωτάκης είχε γράψει κάποτε πως είμαι ένα είδος από μόνος μου. Το ακούω. Και θεωρώ πως είμαι συνεπής σε αυτό. Τελεία.

Υ.Γ. Μου ξέφυγε κανείς; Τα σχόλια εδώ παρακάτω είναι ανοιχτά. Και με ευχαριστεί ο διάλογος. Η αγάπη. Και το μίσος. Υγεία είναι να τα αντιμετωπίζεις όλα στη ζωή.

Ηλίας Φραγκούλης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr