PACIFICTION - Θοδωρής Δημητρόπουλος

2036 4

Ο γάλλος διπλωμάτης Ντε Ρολέ βρίσκεται στην Ταϊτή προσπαθώντας να διατηρήσει τις ισορροπίες. Είναι ένας άντρας υπολογιστικός, με άψογους τρόπους, διαθέτοντας ένα σπάνιο χάρισμα: Μπορεί να βρίσκει σημεία επικοινωνίας τόσο με την υψηλή κοινωνία, τους κανόνες και τις τελετουργίες της, όσο και με τους ντόπιους με τους οποίους κάνει παρέα σε κακόφημα στέκια. Οι ικανότητες, η ψυχραιμία και η πολιτική σπιρτάδα του Ντε Ρολέ θα δοκιμαστούν όταν στην ακτή εμφανίζεται μια μέρα ένα υποβρύχιο, εξαπλώνοντας πανικό και ανησυχία για επερχόμενες πυρηνικές δοκιμές.

Η ιδέα του ψυχροπολεμικού θρίλερ όπως μπήκε στο mainstream κυρίως στα τέλη των ‘80s/αρχές ‘90s συνδυάστηκε με την ιδέα της εκκωφαντικής δράσης και των εφετζίδικων αποκαλύψεων, κι ενώ αυτή η τάση οπωσδήποτε μας έδωσε μερικά συναρπαστικά φιλμ, η προσέγγιση του ισπανού Άλμπερτ Σέρα προσφέρει μια εντυπωσιακή νέα ανάγνωση. Η κατά Σέρα ψυχροπολεμική συνωμοσιολογία εκφράζεται μέσα από ένα νωχελικό, ονειρικό στόρι που όσο προσπαθείς να το αποκωδικοποιήσεις ή να το ερμηνεύσεις γραμμικά, τόσο περισσότερο χάνεσαι μέσα στην υπνωτιστική του επίδραση.

Έτσι υπό μία έννοια νιώθει κι ο Ντε Ρολέ, τον οποίο ερμηνεύει θαυμαστά ο σπουδαίος –και απίστευτα φορμαρισμένος τελευταία– γάλλος ηθοποιός Μπενουά Μαζιμέλ (πρόσφατα τον απολαύσαμε στο εξαιρετικό “Στη Φωτιά”), μεγάλο μέρος της ερμηνείας του οποίου προέκυψε αυτοσχεδιαστικά, με τον σκηνοθέτη να του δίνει επί τόπου οδηγίες στο ακουστικό. Ο Σέρα κι ο Μαζιμέλ έχουν μαζί καταφέρει να δημιουργήσουν κάτι το εντελώς αδιέξοδο και αποπροσανατολιστικό, αποτυπώνοντας την ίδια την αίσθηση του να χάνεσαι μέσα σε ένα λαβύρινθο αβεβαιότητας και παράνοιας.

Ο Σέρα ήταν και παραμένει ένας από τους πιο δύσκολους και απροσπέλαστους σκηνοθέτες του κινηματογραφικού arthouse, με ταινίες διαβόητες για τις πολυάριθμες αποχωρήσεις ακόμα και στα πιο σκληροπυρηνικά φεστιβάλ του πλανήτη, που παραδοσιακά αρέσκεται στα σκηνικά εποχής τα οποία προσαρμόζει στη δική του προκλητική φιλοσοφία. Το “Πασιφίξιον” σηματοδοτεί την πρώτη φορά που σκηνοθετεί ταινία σε ένα σύγχρονο σκηνικό, διατηρώντας όμως τα βασικά αισθητικά χαρακτηριστικά του σινεμά του: Όχι πλοκή όσο μια πνιγηρή αίσθηση που απλώς διαχέεται στο χώρο και στον (κινηματογραφικό) χρόνο, οριοθετημένη από μια συγκλονιστική αίσθηση στησίματος κάδρων και χρωμάτων – σε αυτή την ταινία θα δείτε αποχρώσεις όπως δεν έχουν αποδοθεί ποτέ ξανά στο σινεμά.

Το αποτέλεσμα είναι πως φιγούρες καταλήγουν να μοιάζουν σαν σκιές μέσα στο ίδιο τους το σκηνικό, σε έναν πυρετώδη, ηλεκτρισμένα ονειρικό συμβολισμό του αποικιοκρατικού εφιάλτη. Τα πάντα μοιάζουν όμορφα αλλά και απειλητικά, τα πάντα είναι συναρπαστικά αλλά και πληκτικά – ένας Παράδεισος βουτηγμένος εξ ολοκλήρου στην κόλαση της παράνοιας. Σαν ένα ψυχροπολεμικό μπλοκμπάστερ του Τζον ΜακΤίρναν να είχε σκηνοθετηθεί με τις ιμπρεσσιονιστικές και υπερ-ρεαλιστικές πινελιές της ψηφιακής περιόδου του Μάικλ Μαν.

Μια πολύ απαιτητική ταινία, αυστηρά για τους πιο υπομονετικούς και περιπετειώδεις θεατές, που ανάμεσα στους φανς της συμπεριλαμβάνει από τον χολιγουντιανό θρύλο Ντέιβιντ Φίντσερ μέχρι το εξεζητημένου γούστου σινεφίλ έντυπο Cahiers du Cinema το οποίο την ανακήρυξε ως #1 ταινία του 2022.

Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr

 

Smart Search Module