
Ξεπερνώντας τον παραπλανητικό τίτλο του πιάτου -δηλαδή της ταινίας-, ο οποίος υπόσχεται διαφορετικά πράγματα από αυτό που τελικά έρχεται στο τραπέζι, ας πούμε ότι το βασικό στοιχείο αυτής της κάπως συγκαταβατικής, σχεδόν καταγγελτικής (όπως το δει κανείς) coming-of-age, καυτής, καλοκαιρινής περιπέτειας στο Αιγαίο, είναι πως δεν παίρνει στην πραγματικότητα θέση, σε σχέση με τις πράξεις, τις συμπεριφορές και τα συναισθήματα των νεαρών πρωταγωνιστών της. Τα παρατηρεί περισσότερο, σαν να έκανε ρεπορτάζ σε μια #MeToo εμπειρία μιας ανυποψίαστης Βρεττανής έφηβης, η οποία καταφθάνει στα Μάλια, με τις τρεις φίλες της, έτοιμη να ξεφαντώσει μέχρι τελικής πτώσης, όπως ακριβώς προστάζουν οι υψηλές προσδοκίες του ξέφρενου καλοκαιριού μετά το τέλος της σχολικής χρονιάς.
Αυτό που είναι σίγουρο πάντως και που η ταινία ίσως άθελά της προσεγγίζει, αλλά δεν πειράζει, ας είναι κι έτσι, είναι πως στην πραγματικότητα, στην τρέχουσα κοινωνικοπολιτική συνθήκη που ζούμε, υπάρχουν γυναίκες που έχουν να διηγηθούν πολύ σκληρότερες ιστορίες από αυτήν σε σχέση με την έμφυλη βία. Υπάρχουν γυναίκες που έχουν να διηγηθούν πολύ ελαφρύτερες ιστορίες και υπάρχουν γυναίκες που δεν μπορούν να τις διηθηθούν καθόλου, γιατί δεν είναι πια μαζί μας, γιατί η κακοποίηση που υπέστησαν τράβηξε ως το τέλος. Το τραγικό, χαμένο στοίχημα της εποχής μας είναι πως δεν υπάρχει γυναίκα (ή κορίτσι), που να μην έχει να διηγηθεί καμία τέτοιου είδους ιστορία, δικής της, που να ανήκει σε κάποιο σημείο αυτού του ευρέος φάσματος.
Φωτεινή Αλευρά
