Ο Μικελάντζελο Μερίζι, γνωστότερος ως Καραβάτζιο από την περιοχή που ζούσε, ζωγράφος, ήταν ένα είδος παζολινικής αντίληψης μέγας καλλιτέχνης. Δολοφονήθηκε τον Ιούλιο του 1610 από ανώτατο εκπρόσωπο της παπικής εξουσίας μια κι ενοχλούσε, όχι μόνο με την ερωτική ζωή του αλλά και τις θρησκευτικές απεικονίσεις των πινάκων του. Πόρνες, φτωχοί ζητιάνοι και αλήτες έπαιρναν την θέση της Παναγίας και άλλων θεϊκών μορφών.

Η άποψη, ότι σ΄ έναν τρόπο ζωής τάξης και πειθαρχίας έσπερνε την ελευθερία την αμφισβήτηση και ιδίως το χάος, τον έκανε επικίνδυνο τον ίδιο και η βασική άποψη της φιλοσοφίας και της τέχνης, του ότι δηλαδή η αγάπη κερδίζει τα πάντα. Αν κάποιος λοιπόν λογικά αναρωτηθεί τι θα μπορούσε να μας αφορά μια ακόμα ταινία με θέμα τη ζωή ενός ζωγράφου, εκφράζει με εμφανές διαχρονικό τρόπο την τυπική σύγκρουση – αντιπαράθεση για τος μορφές της πειθαρχίας, της «κοινωνικότητας», της τάξης και της πίστης-υποταγής σε κανόνες.

Εικαστικά το φιλμ είναι άψογο, τυλιγμένο σε ημίφωτα σκοτάδια και ντεκόρ περιθωρίου με την φωτογραφία του Μισέλ Ντ’ Ατανάζιο να αποδίδει απόλυτα το ερεβώδες, ρευστό και ακαθόριστο κλίμα της εποχής. Με δομή νουάρ, δηλαδή μορφή έρευνας πάνω στο μυστήριο ενός ανθρώπου, δεν έχουμε μόνον αναδρομές στο παρελθόν αλλά ιδίως στην εμφάνιση μιας αφηγηματικής ασυνέχειας: Θραύσματα, φλασάκια, ελλείψεις και ρωγμές, καθορίζουν το σκηνοθετικό αποτύπωμα μαζί με την καλή αναπαράσταση εποχής ως ένα είδος «εμψύχωσης» των πινάκων του Καραβάτζιο.
Για να κλείσω- αν κάτι λέει αυτό- η ταινία ήταν πολύ πιο ψηλά από ότι ανέμενα, δηλαδή ένα καλογυρισμένο biopic.
Αλέξης Δερμεντζόγλου
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα kemes.wordpress
