Ένα από τα πιο όμορφα στοιχεία της ταινίας που σκηνοθέτησε η ηθοποιός Μάγκι Τζίλενχαλ, είναι ότι η κεντρική ηρωίδα της ιστορίας, η Λίντα (Ολίβια Κόλμαν) μια μοναχική και εντελώς αντικοινωνική Βρετανίδα γύρω στα 50 που κάνει διακοπές σε ένα ελληνικό νησί (η ταινία γυρίστηκε στις Σπέτσες), ναι μεν είναι ένα πρόσωπο με το οποίο οι θεατές συμπάσχουμε, όμως την ίδια στιγμή προτιμούμε να διατηρούμε σε απόσταση, καθώς υποκινούμενο από έναν βαθύτατα τραυματισμένο ψυχισμό, μπορεί να συμπεριφερθεί απρόβλεπτα, ως και επικίνδυνα.

Ο δαιδαλώδης γυναικείος ψυχισμός εξάλλου, όχι μόνο της Λίντα αλλά όλων των γυναικών που εμφανίζονται στην ταινία (και είναι αρκετές), αποτελεί το ουσιαστικό θέμα της και η Τζίλενχαλ το χειρίζεται υπογείως με άψογο τρόπο, σαν να την ενδιαφέρει η σκηνοθεσία του εσωτερικού του γυναικείου εγκεφάλου. Φυσικά, πατά γερά στα θεμέλια του δικού της σεναρίου, που είναι βασισμένο στο μπεστ σέλερ της Ελενα Φεράντε (εκδ. Καστανιώτης – διόλου τυχαία η ταινία βραβεύτηκε στο φεστιβάλ Βενετίας πέρσι για το σενάριό της και υπήρξε υποψήφια για Όσκαρ στην κατηγορία του καλύτερου σεναρίου βασισμένου σε ξένο υλικό).
Μια παρορμητική πράξη της Λίντα που αν και καταδικαστέα, έτσι όπως την χειρίστηκε την έχει μετατρέψει σε πρόσωπο της ημέρας, θα την φέρει κοντά σε μια παράξενη, σκοτεινή «οικογένεια» Αμερικανών τουριστών όπου και πάλι το κυρίαρχο στοιχείο είναι γυναικείο. Η Λίντα θα αποκτήσει στενή επαφή με την ατίθαση Νίνα (Ντακότα Τζόνσον), την μητέρα ενός νηπίου, την οποία η πρώτη «βλέπει» σαν κόρη αν και δεν μοιάζουν σε τίποτα. Οπότε ήδη έχουμε τον καμβά της ταινίας: δύο πολύ ενδιαφέρουσες πλευρές της σύγχρονης γυναίκας σε διαφορετικές ηλικίες, συν του χαρακτήρα της Τζέσι Μπάκλεϊ που υποδύεται την Λίντα σε νεότερη ηλικία και εμφανίζεται σε φλας μπακ, συν του χαρακτήρα της Νταγκμάρα Ντόμιντσικ που υποδύεται μια άλλη δυναμική, παμπόνηρη, έγκυο γυναίκα στην ίδια παραλία (Κόλμαν και Μπάκλεϊ ήταν υποψήφιες για το Οσκαρ Α και Β ρόλου αντίστοιχα).

Το μυστικό που κρύβει η Λίντα είναι διπλό, το ένα σκέλος αφορά την ίδια και το παρελθόν της, το άλλο αφορά την οικογένεια που έχει γνωρίσει και το παρόν. Το αποτέλεσμα είναι ένα αόρατο αλλά εν τέλει συναρπαστικό κυνηγητό γάτας – ποντικού, μια πέρα για πέρα γυναικεία υπόθεση στην οποία το αρσενικό στοιχείο (Πίτερ Σάρσγκαρντ, Πολ Μεσκάλ, Τζακ Φάρδινγκ, Εντ Χάρις) δείχνει αδύναμο και ελάσσονος αν όχι μηδαμινής σημασίας · κάτι σαν το απαραίτητο κομμάτι του ντεκόρ.
Ακόμα και οι Σπέτσες, το φόντο που η Τζίλενχαλ επέλεξε για να κινηματογραφήσει της «Χαμένη κόρη», δεν έχει ίχνος τουριστικού κλισέ. Αντιθέτως, όλα τα στοιχεία του τοπίου και του κλίματος της ταινίας, η παραλία, η χώρα, οι δρόμοι, ο μουντός, συννεφιασμένος ουρανός, διακρίνονται από μια βαθιά αίσθηση μελαγχολίας όχι ανόμοιας με εκείνη του εσωτερικού κόσμου της Λίντα.
Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr
