Πόσο κοντά είναι το τέλος του κόσμου;
Το συναίσθημα του να βγαίνεις από το σινεμά και να νιώθεις πλημμυρισμένος από εικόνες, νοήματα, προβληματισμούς σε συνδυασμό με την ευχαρίστηση που προσφέρει η υψηλού καλλιτεχνικού επιπέδου ψυχαγωγία, δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Όχι ότι δεν βλέπουμε αξιόλογες ταινίες αλλά είναι κάποιες που δημιουργούν μία αίσθηση πληρότητας και ικανοποίησης.
Ο μεξικανός Αλεχάντρο Γκονσάλες Ινιάριτου είναι ένας από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους σκηνοθέτες που καμία ταινία του δεν έχει περάσει απαρατήρητη. Σκηνοθέτης πληθωρικός, που δίνει ιδιαίτερη σημασία στην αρτιότητα των πλάνων του, ανθρωποκεντρικός αλλά και με κοινωνική ματιά, έρχεται με το εντυπωσιακό «Ντίγκερ» (Digger) να κερδίσει το θαυμασμό του κοινού για μια ακόμη φορά.
Ο Ντίγκερ Ρόκγουελ είναι ένας ζάπλουτος πετρελαιάς που μπροστά στη δίψα του για κέρδη αδιαφορεί για τα καταστροφικά αποτελέσματα που έχουν οι επιχειρηματικές του δραστηριότητες στο περιβάλλον. Μάλιστα οι μπίζνες του γίνονται σε στενή συνεργασία με τον πρόεδρο και την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Έτσι όταν εξαιτίας των εξορύξεων που πραγματοποιεί η εταιρία του, σημειώνεται έκρηξη από διαρροή μεθανίου και ένα μεγάλο παγόβουνο αποκολλάται από τη Γροιλανδία απειλεί με μεγάλη καταστροφή τις ακτές της Νορβηγίας. Σε έκτακτη συνεδρίαση ο Ντόγκερ, ο αμερικανός πρόεδρος και η κυβέρνηση των ΗΠΑ καλούνται να βρουν λύση.
Κι ενώ παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα τις εξελίξεις, διαπιστώνουμε με ένα έξυπνο σκηνοθετικό τρικ, ότι όλα όσα βλέπουμε δεν είναι παρά οι πρόβες ενός θεατρικού έργο. Η ζωή ως θέατρο και το θέατρο ως αναπαράσταση της ζωής με μέσο το σινεμά σε μια συναρπαστική, χορταστική, διασκεδαστική ταινία με σαφές οικολογικό μήνυμα. Μόνο ο Ινιαρίτου δεν αρκείται σε ένα απλό -και ίσως απλοϊκό οικολογικό μήνυμα. “Μας τα’ παν κι άλλοι” αυτά, οπότε ο μεξικάνος σκηνοθέτης θέλει να πει κι’ άλλα. Και τα λέει. Σε ένα κρεσέντο ειλικρίνειας, μιλώντας σε μία διεθνή σύνοδο, παραδέχεται ότι όλα τα κάνει για ο κέρδος αλλά θέτει και ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο ενώπιον των ευθυνών του αναδεικνύοντας και την ατομική ευθύνη του καθενός. “Παράγω γιατί καταναλώνετε” τους λέει κατάμουτρα κατηγορώντας ουσιαστικά το σύγχρονο άνθρωπο και το σύγχρονο καταναλωτικό μοντέλο το οποίο επιβιώνει εξαιτίας του.
Και ενώ όλα αυτά συμβαίνουν στη θεατρική μυθοπλασία, οι ήρωές μας, ως ηθοποιοί, ζουν την καθημερινότητά τους, τα προβλήματα και τις προσωπικές τους αγωνίες. Για να έρθει ένα συγκλονιστικό φινάλε όταν μετά τη θριαμβευτική πρεμιέρα της παράστασης, οι θεατές πριν βγουν έξω φορούν αντιασφυξιογόνες μάσκες!
Δεν ξέρω αλλά νομίζω ότι όσα έχω γράψει είναι πολύ φτωχά για να περιγράψουν τη συγκλονιστική εμπειρία που μου προσέφερε το «Ντίγκερ». Και δεν είναι μόνο η εκπληκτική σεναριακή σύλληψη και οι κοινωνικοί, περιβαλλοντικοί προβληματισμοί. Είναι και η χορταστική σκηνοθεσία! Ο Ινιάριτου διευρύνει το χώρο με τη χρήση ευρυγώνιων φακών, κάνει λήψεις από κάτω προς τα επάνω “μεγαλώνοντας” τους χαρακτήρες του. Οι χώροι, τα σκηνικά, οι χρωματικοί συνδυασμοί είναι εντυπωσιακά.
Μια ταινία που αναφέρεται σε έναν κατεστραμμένο κόσμο σίγουρα είναι δραματική. Όμως ο Ινιάριτου την “βλέπει” με ματιά ειρωνική και την μετατρέπει σε πολιτική σάτιρα χωρίς αυτό να της στερεί τίποτε από την σοβαρότητα του θέματός της.
Άφησα για το τέλος τις ερμηνείες των ηθοποιών. Όλοι (κι όλες) ανεξαιρέτως είναι καταπληκτικοί. Έχει γίνει πολύ δουλειά με το κάθε ρόλο ξεχωριστά κάτι που κρύβεται (και γιατί να κρυφτεί;). Όμως είναι εντυπωσιακές οι ερμηνείες των δύο μεγάλων αστέρων του Χόλιγουντ, του Τομ Κρουζ και του Τζον Γκούντμαν.
Ο δεύτερος, στο ρόλο του αμερικανού προέδρου Κόμπσον, προσθέτει ακόμη μια σημαντική σελίδα στην πλούσια καριέρα του. Ηθοποιός με μεγάλη γκάμα δυνατοτήτων, που φαίνεται από τους ρόλους που έχει ερμηνεύσει, ο Γκούντμαν είναι απολαυστικός. Όσο για τον Τομ Κρουζ που δεν διστάζει να “τσαλακωθεί” ως Ντίγκερ Ρόκγουελ και Κέρτις Μάρκσον (θεατρικός ηθοποιός), δίνει ένα προσωπικό ρεσιτάλ. Και εδώ θέλω να ομολογήσω ότι ο Κρουζ ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα του γούστου μου. Τώρα όμως οφείλω να άρω τις επιφυλάξεις μου και να επανορθώσω ξαναβλέποντάς τον σε παλαιότερες ερμηνείες ώστε να επανεκτιμήσω το ταλέντο του.
Το «Ντίγκερ» ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των ταινιών που αρνείται να σε “απελευθερώσει”. Που σε κρατά δέσμιο της αίσθησης ότι έχει δει κάτι το πολύ μεγάλο δεν έχει προλάβει να αφομοιώσεις. Κι όπως είπε ένας φίλος μου που τον συνάντησα βγαίνοντας από το Ολύμπιον (γεια σου, Βασίλη) ίσως να πρέπει να την ξαναδώ!
Στράτος Κερσανίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα kersanidis.wordpress.com
