ΔΕΙΛΟΣ, Ο (Επαν.) - Βασίλης Μάλτας

 

Οι μεταμορφώσεις ενός δειλού άντρα

– «Σας αρέσει η δουλειά σας;», ρωτάει ο Μπιμάλ τον Αμί που εργάζεται ως σεναριογράφος στον κινηματογράφο.
– «Μου αρέσουν τα χρήματα», απαντά ο Αμί μετά από παύση, με τον τόνο ενός πραγματιστή.

– «Με αγαπάς;», είχε ρωτήσει η Καρούνα τον Αμί στο φτωχικό του δωμάτιο.
– «Και το ρωτάς;».
– «Τόσο όσο λες;».
– «Έχεις ακόμα αμφιβολίες;».

Οι απαντήσεις του Αμί δεν κατέφασκαν, δεν επιβεβαίωναν, δεν καθησύχαζαν: αποφεύγοντας να απαντήσει με ευθύτητα, απαιτούσε άρρητα από εκείνη να αντιληφθεί την έλλειψη επιθυμίας του να δεσμευτεί στη σχέση τους, χωρίς να το ομολογήσει ο ίδιος, επιπλέον επιδίωκε να αναλάμβανε εκείνη την ευθύνη της απόφασης για τη σχέσης του- ωστόσο, ήδη προδιδόταν από το άδειο βλέμμα, την ακύμαντη τονικά ομιλία, τις τυποποιημένες χειρονομίες του που υπέβαλαν ένα τέτοιο ρεαλιστικό πλαίσιο για τη συζήτηση όπου δεν επιτρεπόταν η απειλή οποιουδήποτε συναισθήματος, επιχειρώντας να την πείσει ότι αποτιμούσε ψύχραιμα, αναπότρεπτα ορθολογικά την πραγματικότητα. Ήταν στην αρχή της καριέρας του τότε, επιπλέον ένιωθε μειονεκτικά εξαιτίας της ταξικής διαφοράς τους, έχοντας «δει με τα μάτια του» τις ανέσεις όπου ζούσε η Καρούνα.

– «Μόνο αυτό είδες; Εμένα δεν με είδες; Δεν με αναγνώρισες;».
Από το οπτικό πεδίο των δειλών σαν τον Αμί, ο άλλος είναι αποκλεισμένος ως πρόσωπο. Τη μία και μόνη φορά που ο Αμί αναρωτιέται τι νιώθει η Καρούνα κοιτάζοντάς τον, παρατηρεί την αντανάκλασή του στον καθρέφτη- θα μπορούσε να προσφέρει μια αποκαλυπτική εμπειρία η παρατήρηση και συνειδητοποίηση της διαφοράς ανάμεσα στο πώς πιστεύουμε ότι φαινόμαστε και στο τι είναι ευδιάκριτο στους άλλους. Προτάσσοντας τη δικαιολογία των οικονομικών δυσκολιών, ο Αμί συμπεριφέρθηκε όπως τόσοι άντρες που θέλουν να αποκρύψουν την απειλή που νιώθουν για την αυτονομία τους από τον έρωτα. Την είχε παρακαλέσει προσχηματικά για «λίγο ακόμα χρόνο» γνωρίζοντας ότι δεν ήταν εφικτό- στο τώρα του έρωτα, στο τώρα της αλήθειας, στο τώρα κάθε κρίσιμης κατάστασης, όμως, δεν χωράνε η διάσταση του χρόνου και η έννοια της προθεσμίας: ήδη από τότε, από τη νεότητά του, προδίδοντας τον εαυτό του, ο Αμί είχε στερήσει ο ίδιος τον χρόνο από τη ζωή του, εγκλωβίζοντάς την σε μια απαράλλακτη καθημερινότητα συναισθηματικής απονεύρωσης. Δεν ήταν μόνο φοβισμένος: ήταν δειλός.

Η έκφραση της Καρούνα μετέδιδε την οδυνηρή κατάρρευση εκείνης της νεανικής βεβαιότητας για το άτρωτο του έρωτα. Ο Ρέι δεν την απεικονίζει ως θύμα: την θαυμάζει για την αγέρωχη στάση της όταν έφευγε από το φτωχικό δωμάτιο του Αμί χωρίς να τον κατηγορήσει ή να τον παρακαλέσει- και μέσα απ’ αυτήν, θαυμάζει τη γυναικεία ψυχική δύναμη. Όταν, μερικά χρόνια αργότερα,  θα της ζητήσει να τον συγχωρέσει- σε ποιο βαθμό θλιμμένα και σε ποιον, επιδεικνύοντας το ομοίωμα της θλίψης;- εκείνη θα του απαντήσει ότι φταίνε και οι δύο, με υποδόρια θλίψη διαποτισμένη από ειρωνεία- όχι όμως από κυνισμό.

– «Μήπως έχεις υπνωτικά χάπια;», θα ζητήσει ο Αμί.
– «Μην πάρεις περισσότερα από δύο», θα του απαντήσει η Καρούνα με αυστηρότητα, θαρρείς έχοντας ήδη μαντέψει την επόμενη ερώτησή του.
– «Κι αν πάρω;», θα την ρωτήσει εννοώντας ότι μπορεί να φτάσει στα άκρα προκειμένου να την πείσει ότι έχει μετανιώσει για τότε, ότι εκείνη οφείλει να προσέξει ότι δεν είναι πια ο παλιός, δειλός Αμί: γιατί, η υπεραναπλήρωση της δειλίας επιχειρείται με υπερσυναισθηματισμό, απόλυτες διαβεβαιώσεις, εξιδανικεύσεις, αναπαραστάσεις, Επιπλέον, ο Αμί λιγότερο στενοχωριέται και περισσότερο θέλει να ζήσει μια ιστορία με πρωταγωνιστή τον εαυτό του αναζητώντας υλικό για νέο σενάριο.
– «Δεν νομίζω ότι θα το κάνεις», θα του απαντήσει εκείνη με ένα τρυφερά ειρωνικό υπομειδίαμα.

Τα κοντινά πλάνα με το αδυσώπητα ευθύ βλέμμα της Καρούνα ξεγυμνώνουν την ανειλικρίνεια και τη δειλία του. Αξέχαστη η εσωτερική ερμηνεία της Μαντ.Μουκέρτζι με φυσική αισθαντικότητα, ισχυρή θέληση, ανάληψη της ευθύνης των αποφάσεών της, περήφανη αυτοκυριαρχία- κι αινιγματικότητα στα μάτια της.

– «Δεν σε ενοχλεί να βλέπεις το πρόσωπό μου κάθε μέρα;», θα ρωτήσει ο Μπιμάλ την Καρούνα.
– «Καθόλου», απαντά εκείνη, ενοχλημένη που της υποβάλλει μια τέτοια ερώτηση μπροστά στον Αμί.
– «Τι ηθοποιός! Χρειάζεστε πρωταγωνίστρια;» θα ρωτήσει ο Μπιμάλ τον Αμί με το ηχηρό, ειρωνικό του γέλιο. Ο Μπιμάλ δεν αντιλαμβάνεται το κοινό παρελθόν τους (ή αδιαφορεί γι’ αυτό), κυρίως δεν αυταπατάται ότι ο γάμος του με την Καρούνα είναι βασισμένος στον έρωτα (είναι χαρακτηριστικό ότι θα περάσουν τρία χρόνια αγνοώντας ότι ορισμένα καδραρισμένα πορτρέτα στους τοίχους του πλούσιου σπιτιού τους είναι ζωγραφισμένα από εκείνη- μαζί μ’ αυτόν, ωστόσο, ο Ρέι κρίνει και την Καρούνα για τον γάμο τους, έστω κι αν δεν μεμψιμοιρεί, καθώς επιστρέφει στην ασφάλεια των βιωμάτων της). Ο χαρακτήρας του Μπιμάλ- και η ερμηνεία του Χαρ.Μπανερτζί- λειτουργεί αντιστικά στα ανεκδήλωτα συναισθήματα και στις τεταμένες σιωπές της Καρούνα και του Αμί με την πρόσχαρη φλυαρία του, γελώντας με τα αστεία που ο ίδιος λέει, όταν ενθουσιάζεται με τα μάτια του να μεγαλώνουν και να δαγκώνει την πίπα του, πίνοντας και μεθώντας παραπονούμενος για τη βαρετή ζωή στην επαρχία ως διευθυντής φυτείας, ροχαλίζοντας μακάρια. Είναι τόσο διαφορετικός από τον Αμί: κοντός, εύσωμος, εξωστρεφής, κυρίως ευθύς, σε αντίθεση με τον ψηλό, ευειδή, κυρίως ανειλικρινή Αμί- τα ψυχικά νήματά τους, όμως, ενώνονται στην κοινή, κυνικά ρεαλιστική οπτική τους πάνω στη ζωή (και στην παρεμβολή φράσεων στα Αγγλικά κατά τις συζητήσεις τους, γλωσσικό- και ψυχολογικό- κατάλοιπο- των 200 ετών Βρετανικής αποικιοκρατίας στην Ινδία).

Συνειδητοποιούμε πότε η ωριμότητα για την οποία επαιρόμαστε, αφορά υπόδυση νέων ρόλων; Άραγε μεγαλώνοντας, περιχαρακωνόμαστε ώστε να προφυλαχτούμε από τον πόνο, αναφερόμενοι στους παλιούς πόνους μας ως μια υποχρεωτική αλλά γενναία εξόφληση ενός ηθικού χρέους της νεότητας; Απελευθερωνόμαστε ή εκλογικεύουμε τους φόβους μας χτίζοντας ισχυρά άλλοθι ενάντια στην έκθεση; Μια απλή ιστορία με οικονομία αφήγησης (70 λεπτά διαρκεί η ταινία), εσωτερική ένταση (υπέροχα τα υποκειμενικά πλάνα του Αμί που παρατηρεί την Καρούνα καθισμένος πίσω της, μεταδίδοντάς μας τα συναισθήματά της χωρίς να βλέπουμε το πρόσωπό της), σιωπές- γιατί τα λόγια πολύ συχνά δυσχεραίνουν την επικοινωνία- εναλλαγές νατουραλισμού με σκηνοθετικό  στυλιζάρισμα με τις κινήσεις της κάμερας που συνδέουν για λίγο απομονωμένα πρόσωπα που κάθονται τόσο κοντά- θαρρείς παρατηρώντας τους με ενδιαφέρον που δεν έχουν οι ίδιοι για τη ζωή τους- άτεγκτη ματιά που καθιστά τον Αμί καθρέφτη των φοβισμένων για εγγύτητα ανθρώπων, μελαγχολικός ελεγειακός τόνος, στενό, σχεδόν τετράγωνο κάδρο που μεταδίδει το πικρό αποτύπωμα μιας άδοξα τελειωμένης νεανικής ερωτικής ιστορίας που δεν παύει να κατατρώει εσωτερικά, μιας ακόμα ήττας της νεότητας να αλλάξει ο σκληρός κόσμος μας, καυστικό σχόλιο για τις συχνά ανυπέρβλητες δυσκολίες των σχέσεων από τις ταξικές διαφορές και τους εσωτερικευμένους κοινωνικούς έμφυλους ρόλους. Και, το βουβά σπαρακτικό, βαθιά πικρό φινάλε που μεταδίδει το ξεγύμνωμα μπροστά στον φόβο της ευτυχίας και της απώλειας του γνωστού, αυτοπροστατευτικού εαυτού, χαράσσεται στη μνήμη μας. Μια παραγνωρισμένη ταινία του σπουδαίου Ινδού σκηνοθέτη.

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr

Smart Search Module